Χαμένοι Βόλοι! Δίδεται Αμοιβή!

lost_marbles_by_cpagan415-d363x5s

 

Ήρθε πάλι χθες αργά.  Στην αρχή δεν την άκουσα.  Με είχε πάρει ο ύπνος από νωρίς και δεν την κατάλαβα όταν χτύπησε για πρώτη φορά με τα φτεράκια της  το τζάμι.  Ποίος ξέρει  πόση ώρα χτύπαγε μέχρι να τη πάρω  χαμπάρι.  Αν κρίνω από τα νεύρα της, μάλλον πολλή. Άνοιξα νυσταγμένη ακόμα τη μπαλκονόπορτα και μπήκε μέσα σα σίφουνας , γεμίζοντας το πάτωμα χρυσόσκονη.

– Τι θα γίνει;  Πόσο ακόμα θα σε περιμένουμε;

– Πάλι τα ίδια θα λέμε;  Αφού δε μπορώ να έρθω και το ξέρεις…

– Λες βλακείες!!  Όλοι μπορούν να έρθουν!! Και να πω πως δεν ξέρεις  το δρόμο…  Έκτος κι αν τόσα χρόνια που έχεις να έρθεις, τον ξέχασες…  Αυτό είναι;!  Τον ξέχασες  έτσι δεν είναι; Μας  Ξέχασες!!!

– Τι λες;; Δεν ξέχασα, εγώ δε ξεχνάω  ποτέ και τίποτα!  Πόσο μάλλον  Εσάς!!  ‘Αλλου  είναι το πρόβλημα

– Πού είναι το πρόβλημα;;

– Το πρόβλημα είναι  πως εδώ κι αρκετό καιρό έχω χάσει τους  βόλους μου.

Έκανε ένα βήμα πίσω και με κοίταξε στεναχωρημένη.  Κι ήταν εκείνη η στεναχώρια η πολύ στενάχωρη.  Ναι, ναι η πολύ στενάχωρη σου λέω!  Εκείνη που σε πιάνει όταν σου λένε κάτι κακό κι εσύ νιώθεις δυο φορές  θλίψη γιατί δεν μπορείς να κάνεις  τίποτα για να βοηθήσεις.  Ε μ’αυτή τη στεναχώρια με κοίταξε…

– Κατάλαβες τώρα μικρή μου γιατί δεν έρχομαι;  Έχασα τους βόλους μου και δε μπορώ να πετάξω.  Ούτε που θυμάμαι που τους είδα για τελευταία φορά.  Έφαγα  τον κόσμο!  Και χθες που άλλαξα θέση στα έπιπλα και τα βιβλία του δωματίου μου, δε βρήκα τίποτα!!  Κι οκ, εντάξει τους παλιούς τους έχασα!  Μη νομίσεις όμως πως δεν έκανα προσπάθεια να βρω καινούργιους!  Αλήθεια σου λέω.  Τον τελευταίο χρόνο ειδικά, ψάχνω παντού!!

Στην αρχή έκανα μια προσπάθεια σ’εκείνο το παλιό μαγαζί στα δυτικά.  Πήρα το Νοέμβριο ένα τηλέφωνο αλλά εδώ και  5 χρόνια άλλαξε η διεύθυνση και το καινούργιο αφεντικό ασχολείται με άλλα εμπορεύματα.  Άσε που μόνο που δε μ’ έβρισε  όταν του είπα γιατί τον ήθελα.

Μετά έκανα παρέα για λίγο καιρό μ’ ένα αγόρι που έμοιαζε πολύ και στον Peter.  Κι ήταν όμορφα.  Βρισκόμασταν , γελάγαμε, κάναμε βουτιές στις γύρω θάλασσες κι ύστερα αλλάζαμε ιδέες κι εντυπώσεις για τους σκοτεινούς βυθούς από τους οποίους είχαμε καταφέρει να βγούμε αναπνέοντας δυνατά. Για λίγο νόμισα πως είχα ξαναβρεί κάποιους από τους βόλους μου.  Μέχρι που ξαφνικά τον κάλεσαν σε πάρτυ με τούρτα.  Κι ήταν τόση η πείνα του για γλυκό που άρχισε να γεμίζει το στόμα του με τεράστια κομμάτια.  Δε με άκουγε πια όταν του μίλαγα, μόνο κουνούσε το κεφάλι του καταφατικά κάνοντας πως με άκουγε ενώ το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν το να μπουκώσει κι άλλο το λαίμαργο στόμα του με τούρτα.  Άρχισε να παχαίνει και σε λίγο δε μπορούσε ούτε να κουνηθεί από την καρέκλα του.  Κυρίως όμως δεν ήθελε.  Εγώ όπως ξέρεις, έχω δύσκολο στομάχι και τα πολλά γλυκά δε τα μπορώ.  Έτσι τον άφησα να συνεχίσει το γευστικό του ταξίδι.  Άσε που μάλλον μόνο αυτό ήθελε από την αρχή, να γίνει ένα παχουλό αγοράκι με μάγουλα γεμάτα τούρτα.

Χώθηκα ξανά στα βιβλία και τις μουσικές μου.  Άρχισα να περιμένω την Άνοιξη, σκεφτόμουν τα λουλουδερά μακριά φουστάνια μου, ονειρευόμουν το πρώτο παγωτό μηχανής και το πρώτο δροσερό κύμα στα γυμνά πατουσάκια μου κι έτσι ξαφνικά, για λίγο μόνο, ένιωσα πως τα πόδια μου είχαν αρχίσει να μην ακουμπούν το πάτωμα.  Για λίγο ήμουν ξανά στον αέρα.

Πήρα τα πάνω μου, πήρα μια βαθιά ανάσα, πήρα θάρρος κι είπα πως θα τους ξαναμαζέψω τους βόλους μου, που θα μου πάει;

Στα μέσα του Απρίλη κιόλας είχα ταξίδι όμορφο.  Ξέρεις, από κείνα που αγγίζουν τη δική μου ψυχή.  Γέμισα εικόνες και συναισθήματα.  Πιάστηκε το δάχτυλο μου να «παγώνω» στιγμές και μ’εκείνο το μαραφέτι που φοβάσαι όταν στο δείχνω.  Κι ήταν κι άλλοι, πολλοί γύρω μου, έμοιαζαν με εμένα, χαμογέλαγαν  ζεστά και μου ήταν  αρκετό μόνο να τους «παγώνω» για λίγο στην εικόνα που ζωγράφιζα.  Είχα μάθει πια, τους έβλεπα και τους ένιωθα κοντά μου από μακριά.  Μου αρκούσε αυτό.  Τις φοβάμαι τις κοντινές αποστάσεις, οδηγούν σε πτώσεις, κυρίως στα μάτια μου.  Το «από μακριά»  μου αρκούσε.  Γύρισα πίσω κι όταν ξεκίνησα να φτιάχνω τις «ζωγραφιές» που είχα κάνει στο ταξίδι, ξάφνου τα πόδια μου ήταν λίγο ακόμα πιο ψηλά από το πάτωμα.   Κι έτσι όπως κοίταγα τις ζωγραφιές μου, μια άρχισε να ζωντανεύει, να μου μιλά, να με πλησιάζει.  ‘Άπλωσε τα χέρια της και με γέμισε χρώματα.  Ούτε που κατάλαβα πως την είχα αφήσει να με ακουμπήσει.  Κι όμως αυτή είχε ήδη αρχίσει να με βάφει με φωτεινά και ζεστά χρώματα. Μέχρι να προφτάσω όμως να νιώσω τις πινελιές, εκείνη άρχισε να γίνεται μουντή, γκρι ώσπου στο τέλος έγινε κατάμαυρη και μουτζούρωσε και το δικό μου χαρτί.  Δε βαριέσαι, άλλος ένας βόλος χαμένος.   Έπεσαν ξανά τα πέλματά μου στο πάτωμα.

Και μη μου πεις για εκείνους τους δυο εφεδρικούς  που κρατάω για ώρα ανάγκης.  Αυτούς τους δυο τους χάρισα πριν από δέκα μέρες.  Τους χρειάστηκε κάποιος  δικός μου περισσότερο από μένα.   Δεν τους ήθελε για να πετάξει, μα για να σηκωθεί από το πάτωμα που τον έριξαν. Πώς να τους κράταγα;  Έτσι κι αλλιώς δεν μου έφταναν για να πεταξώ μικρή μου Tink…..

Γι’αυτό σου λέω, πώς να ρθω;  Δεν έχω πια βόλους…..

 

ΥΓ:  Για όλα τα “Wondering Boys and Girls” εκεί έξω….

Advertisements

Αυγουλάκι κανείς;…

scrambled-eggs

 

Τρώω αυγά τις τελευταίες 3 μέρες.

Αυγά όπως τα φτιάχνω εγώ, μη γελιέσαι πως με “ξεπετάω” με τίποτα τηγανιτά “μάτια” στο τηγάνι. ‘Όχι μικιό μου!  Τα σιγοψήνω στο κατσαρολάκι μου μαζί με βούτυρο και λίγη κρέμα γάλακτος, βάζοντας και βγάζοντας τα από το μάτι για να ψηθούν κι από μόνα τους. Κι εκεί λίγο πριν σερβίρω αυτή τη μαλακή και ζεστή μάζα, προσθέτω μισό κεσεδάκι τυρί κρέμα, αλάτι και πιπέρι (πάντα στο τέλος για να μην “ιδρώσουν” παραπάνω από όσο θα έπρεπε) και είναι έτοιμα να μασουλιστούν.  Τι νόμισες; ‘Έτσι άντε στο πόδι;  ‘Όχι λέμε! Εγώ βλέπεις τις στολίζω τις εμμονές μου, τις γκουρμεδιαζώ τις αδυναμίες μου!

Πάλι σε μπέρδεψα ε;  Οκ, ας βγούμε από την κουζίνα κι ας το πάρουμε αλλιώς το πράγμα.  Πάμε από την αρχή λοιπόν.

Έστω Χ πως ξέρω ποια είμαι (ξεράδια ξέρω αλλά μη ξεφεύγουμε από το θέμα), έστω Ψ πως ξέρω ποια ΔΕΝ είμαι (‘Όπα! Αυτό το ξέρω στα σίγουρα άρα είμαστε σε καλό δρόμο). Με αυτά τα δύο λοιπόν ή έστω το ένα ως δεδομένο, σίγουρα γνωρίζω τι ΔΕΝ μπορώ, τι ΔΕΝ μου αρέσει, τι ΔΕΝ αντέχω, πως ΔΕΝ φέρομαι.  Όλα τα παραπάνω μου δίνουν μια πολύ καλή αρχή για το τι αγαπάω πραγματικά, τι με τραβάει, από τι έλκομαι και τι μου αρέσει (σταμάτα να σκέφτεσαι μόνο τα αυγά λέμε). Άρα ως δεδομένο παίρνω και το πως αντιδρώ και συμπεριφέρομαι ως προς αυτά.

Όταν λοιπόν εντοπίσω το καινούργιο ερέθισμα των εγκεφαλικών “γευστικών” μου καλύκων ή ακόμα χειρότερα όταν με εντοπίσει αυτό  (μιας που τον τελευταίο καιρό αποφεύγω αυτά που θα μπορούσαν να με συγκινήσουν), έχω την πελώωωωρια λαχτάρα να το εξερευνήσω και να το μάθω.  Να το κάνω φύλλο και φτερό, να δω τι το διαμόρφωσε και το έπλασε στην τελική μορφή με την οποία εμφανίστηκε μπροστά μου.  Δε ρωτάω, μη μπερδεύεσαι!  Σου μιλάει άκρως ενοχικός και ανασφαλής άνθρωπος εδώ, που το τελευταίο πράγμα που θέλει είναι το να γίνει αδιάκριτος ή φόρτωμα.  Απλά ρουφάω με λύσσα σαν αδέσποτο γατί το γαριδοκέφαλο που του πέταξαν, όποια ευκαιρία μου δοθεί για αυτήν την ιδιότυπη εξερεύνηση.  Κι όσο μου δίνεται, τόσο την απολαμβάνω.

Αν είναι κάποιο μουσικό κομμάτι, το ακούω στο repeat μέχρι να αρχίσουν να διαμαρτύρονται τα ντουβάρια του δωματίου μου και ψάχνω εξωνυχιστικώς  το δημιουργό του.

Αν είναι βιβλίο, το καταβροχθίζω με μανία κι ας λέω ψέματα στον εαυτό μου πως θα διαβάσω μόνο δυο σελίδες τη φορά από τον φόβο μη και το τελειώσω γρήγορα.

Αν είναι φαγητό, το μαγειρεύω μέχρι να το στομάχι μου να μπει πάλι στη φάση του “για τις επόμενες 100 μέρες μόνο γάλα θα σε αφήνω να μου ρίχνεις, λύσσαξες πΧια!”

Αν είναι άνθρωπος… ‘Όπα! Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα…. Εκεί χάνω λίγο τη μπάλα.  Τρεις στις τέσσερις στο “πιάτο” άνθρωπος δεν ξέρω πως να αντιδράσω.  Τι εννοώ; Φαντάσου το ως εξής.  Επίσημο τραπέζι, καλό σερβίτσιο, τρία διαφορετικά πιρούνια από τη μία, άλλα τόσα μαχαίρια από την άλλη (των οποίων τη χρήση έχω ξενυχτίσει να μάθω μετά από αποτυχίες σε προηγούμενα τραπέζια) κι εκεί που λέω “Οκ το ‘έχω αυτή τη φορά, αυτό πάει για τη σαλάτα, εκείνο για το κρέας”, ο Μάγειρας αποφασίζει να με τρολάρει, φέρνοντας μου μπρουσκέτες οι οποίες ως γνωστών ΔΕΝ θέλουν μαχαιροπήρουνο! Εγώ όμως δεν απλώνω το χεράκι μου γιατί είμαστε σε επίσημο τραπέζι (remember???) κι έτσι μένω να απαντώ με όλη την ευγένεια που με διακρίνει “Οχι ευχαριστώ”.  Και οκ πες ότι αποφασίζω και δε δοκιμάζω κι εκεί έχω μόνο το κόστος της χαμένης γευστικής εμπειρίας.  Το πρόβλημα είναι όταν ο Μάγειρας αποφασίζει να επιμείνει στο να δοκιμάσω κι έτσι εγώ μετά από τόση εγκράτεια, ξαφνικά μπουκώνομαι και δυσκολεύομαι να καταπιώ στο τέλος.

Σε μπέρδεψα ε;  Το ξέρω… Κι εγώ μπερδεύομαι μωρέ.  Οι άνθρωποι με μπερδεύουν.  Με αποσυντονίζουν και δεν ξέρω πως να φερθώ.  Αποφεύγω να μιλάω, δεν ανοίγομαι, κοιτάω να τους κρατάω σε απόσταση από φόβο μη τους γίνω φόρτωμα, μη χτυπήσει το τηλέφωνο τους και πουν “Ωχ, πάλι αυτή;” κι έτσι τις περισσότερες φορές ασχολούμαι μαζί τους χωρίς να αναφέρω εμένα πέραν από το να δώσω τα διαπιστευτήρια μου για το τυπικό των συστάσεων.  Κι εκεί που τα έχω όλα όμορφα και τακτοποιημένα, έρχεται μια στις τόσες και εκείνη η ριμάδα η φορά που η κάνη του άλλου στοχεύει εμένα εξαναγκαστικά και πρέπει ξαφνικά να ασχοληθούμε και με το γραφικό ατομάκι μου.  ‘Όχι καμάρι μου! Γιατί; Μια χαρά δε μιλάγαμε για σένα; Τι το θες και το ανοίγεις το ρημάδι το φράγμα; Για κάποιο λόγο το έχω βάλει εκεί! Κι ο άλλος δεν ακούει. Επιμένει. Το ανοίγει. Εγώ ξεχύνομαι κι ύστερα all Hell breaks loose κι έτσι καταλήγω να ακούω τον  Ν. στα διαλείμματα της εκπομπής μας  να μου λέει “Ξέρεις ποιο είναι το λάθος σου; Ότι μιλάς πολύ!” κι εγώ να θέλω να τον κοπανήσω! Κι αυτόν που τα λέει αυτά ενώ με ξέρει, και το κεφάλι μου που άφησα το στόμα μου ανοιχτό ενώ δεν έπρεπε μιας που δε το συνηθίζω έτσι κι αλλιώς!

Κατάλαβες; ‘Οχι; Ε καλά δε πειράζει, άλλη φορά!  Τη συνταγή με τα αυγά να την φτιάξεις όμως! ‘Ακου με! Τα σπάνε!

Μια Ιστορία Μικρή

1175302_10151792172928374_1542945978_n

 Ξύπνησε νωρίς. Σαββάτα ξύπναγε νωρίς. Λες και το βιολογικό της ρολόι έπαιρνε εκδίκηση για το 6,15 πμ στο ξυπνητήρι τις καθημερινές. Η ώρα ηταν 9 παρά. “4 ώρες ύπνο! Σημειώσαμε πρόοδο”. Τον τελευταίο καιρό θα ήταν “θαύμα” αν κατάφερνε να κοιμηθεί ενα 3ωρο χωρίς διακοπές, χωρίς όνειρα. Προσπάθησε να κουνηθεί αλλά ήταν αδύνατον! Παντού πιασμένη και λογικό μιας που πάλι την είχε πάρει ο ύπνος σε εντελώς εμβρυακή στάση. Τα γόνατά της ακούμπαγαν όλο το βραδύ στο στήθος της. Κάτι τέτοια εκάνε και γέλαγαν οι δικοί της. Προσόν της να χωράει παντου με βάση το σουλούπι της. Μια σταλιά άνθρωπος κουλουριασμένη σα το καρυδάκι κατώ από το πάπλωμα. Μια μίκρη σάρκινη και κοκάλινη μπάλα σε ένα μεγάλο κρεββάτι. Είπαμε, χώραγε παντού. Παντού εκτός από εκεί που ήθελε κι έτσι δε χώραγε πουθένα στην πραγματικότητα.

Δε σηκώθηκε αμέσως. Ποτέ δε σηκωνόταν αμέσως. Συνήθως θα καθόταν στο κρεββάτι και θα άνοιγε υπολογιστή. Θα κοίταγε το τηλέφωνο της και θα έβαζε μουσίκη να παίζει μέχρι να πάρει την απόφαση να πεταχτεί για ‘κεινη την βόλτα μέχρι την κουζίνα για το πρώτο ποτήρι παγωμένο γάλα της ήμερας. Μετά πάλι κάτω από τα σκεπάσματα για το γνωστό χαζολόγημα. ‘Οχι σήμερα όμως. Το τηλέφωνο το είχε κλείσει από το προηγούμενο βράδυ, όπως είχε κατεβάσει άπαντα προφιλ στα social media κι έτσι τον υπολογιστή δεν υπήρχε κανένας λόγος να τον ανοίξει. ‘Ο,τι συνεννόηση είχαν να κάνουν μεταξύ τους, την είχαν κάνει. Όλη τη βδομάδα το έλεγαν.

“Σάββατο μεσημεράκι κατά τη 1. Μην αργήσετε ρεμάλια!” είχε φωνάξει ο Γεράσιμος την τελευταία φορά στο τηλέφωνο κι ήταν ο μόνος που είχε δικαίωμα να γρινιάζει. Είχε κάθε ελαφρυντικό να αργεί στις συναντήσεις τους μιας που ταλαιπωριόταν κάθε φορά να βρει να παρκάρει, αλλά εκείνος ήταν ο μόνος πάντα στην ώρα του.

Ο Γεράσιμος! Τι θα έκανε χωρίς αυτόν; Δεν υπήρχε αυτό το παιδί! Λες και κάποιος της τον είχε στείλει την πιο κατάλληλη στιγμή για να της κρατάει τα “μπόσικα”. Ο Γεράσιμος με τον George, το άριστα διατηριμένο 4τροχο Σκαθάρι του που είχε πάρει το ονομά του από την προφανή λατρεία του κατόχου του για τους Beatles. Ο Γεράσιμος που την έπαιρνε αγκαλιά και γέλαγε, που αντάλλασαν δίσκους, που ήταν εκεί ακόμα κι αν δεν ήταν, που το πορτοφόλι του ήταν πάντα όσο ανοιχτό όσο η καρδιά του κι ας μην είχε τα τρελά λεφτά. Ο Γεράσιμος που έιχε γίνει με το “έτσι θέλω” ο μεγάλος αδελφός που δεν είχε καθώς μεγάλωνε. Ναι αυτό ήταν τελικά, ούτε φίλος, ούτε κολλητός. Ο Γεράσιμος ήταν οικογένεια.

“Οκ μη φωνάζεις μωρέ! Πάρε το Ελενάκι. Κατεβείτε εσείς και το πολύ πολύ αν δειτέ κι αργούμε, πηγαίνετε, χαζέψετε δίσκους. Μέχρι να αρχίσεις να κλαις για τα βινύλια που δε μπορείς να πάρεις, θα έχουμε έρθει” του είχε απαντήσει. Το Ελενάκι, το εύθραυστο Ελενάκι. Το Ελενάκι που το κοίταγες και νόμιζες πως έχει βγει από κάποιο μυθιστόρημα των αδελφών Μπροντέ. Με το λευκό του δέρμα και τα κρινοδάχτυλα του. Τη γλυκειά του φώνη και το βλέμα κουταβιού. Το Ελενάκι που άκουγε χωρίς να κρίνει ή να βαριέται κι έιχε πάντα και μόνο μια καλή κουβέντα να πει για όλους. Τόσο καιρό που την ήξερε, δεν την είχε δει πότε νευριασμένη κι αναρωτιόταν αν θα την έβλεπε και ποτέ. Αλλό διαμαντάκι για τη συλλόγη.

Στο γνωστό σημείο όπως κάθε Σάββατο. Κάθε βδομάδα εκείνη η ώρα ήταν ιερή, κάτι σαν άγραφος νόμος μεταξύ τους εδώ και καιρό. 1 το μεσημερί Σάββατο, Ιπποκράτους και Βαλτετσίου. Εξάρχεια. Εδώ και χρόνια, από τα φοιτητικά τους ώς τα εργασιοενήλικα τους, αυτή η γειτονιά τους έδενε ακόμα και την εποχή που αγνοούσαν ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Την αγαπάγανε αυτή τη γειτονία. Ήταν οι πρώτοι καφέδες, οι πρώτοι έρωτες, οι πρώτες φασαρίες τους. Οι πρώτες σημειωσεις εξεταστικής ανάμεσα σε χυμένες μπυρες, οι πρώτες κουβέντες για διακοπές σε μια Αθήνα που έβραζε από τη ζέστη. Οι πρώτες πορείες, οι πρώτες επαναστασείς κι οι πρώτες ήττες ιδεολογικές και μη. Κι αργότερα ήταν τα γραφεία κι οι δουλειές τους και για κάποιους τυχερούς το πρώτο εργένικο σπίτι τους. Για λίγο καθώς μεγάλωναν, πήγε να γίνει μια απλά βαρετή, βρώμικη και θορυβώδης γειτονιά που τους κούραζε μιας που πλέον ήταν άμεσα συνδεδεμένη και με τη ρουτίνα τους. Για λίγο όμως. Μια βουτιά στις αναμνησείς τους, στις πρόσφατες αλλά και στις “ιστορικές” ήταν αρκετή για να κάνουν reset στην αγάπη τους για τα Εξάρχεια.

Ο Νικήτας κι ο Ντένης ας πούμε τα είχαν συνδιασεί με όλη την αντίδραση και την ιδεολογία τους. Τα αγαπούσαν ακόμα πιο πολύ και για τα θλιβερά ιστορικά γεγονότα τους. Ο Νικήτας που ήταν πάντα μες το νεύρο και την αντίδραση ακόμα κι όταν γέλαγε δυνατά. Τον έφερε στο νού της. Σκέφτηκε για λίγο τις φορές που τον είχε δει να γελάει. Πάντα το γέλιο του την έκανε να αναρωτιέται αν γελάει με τη καρδιά του. Ο Νικήτας με τον οποίο έμοιαζαν τοσό πολύ ώστε να τελειώνουν ο ένας τις φράσεις του άλλου. Ο Νικήτας με τον οποίο διέφεραν τόσο για κοντράρονται χωρίς να καταλήγουν ποτέ πουθένα. Ηξέρε πως η τόση του αντίδραση σε ότι κι αν του έλεγε, ήταν απλά άμυνα στις καταρακωμένες ευαισθησίες του Εκείνη δε θα επέμενε πότε στις διαφωνίες τους. Πάντα θα έλεγε πως ο χρόνος θα δείξει και στους δυο τι ισχύει τελικά.

Κι ύστερα ήταν κι ο Ντένης. Ο χαμογελαστός Ντένης που ενώ ήταν τα ίδια “χάλια” με τους υπόλοιπους της παρέας, είχε βαλθεί να τους “αλλαξοπιστισεί”. “Θα χαμογελάτε Ρε ή θα σας αρχίσω στις γρήγορες;” φώναζε και καλά τσαντισμένος. Είχε κι ο Ντένης τα δικά του φαντάσματα αλλά σε αντίθεση με τους υπόλοπους που λιγό πολύ πενθούσαν και συζήταγαν τη θλίψη τους, εκείνος είχε σηκώσει μπαϊράκι στη στεναχώρια του κι είχε αποφασίσει πως αν την αγνοήσει, εκείνη θα εξαφανιζόταν αργά ή γρηγόρα. Καλή η θεωρία του, αλλά έρχονταν και μέρες που η εφαρμόγη της στην πράξη τον δυσκόλευε το Μηχανικό ελαφρώς. Αλλό ένα σημείο που υστερούσε η πρακτικότητα του Μηχανικού ήταν κι η σχέση του με το χρόνο, πραγμά που σήμαινε πως ο Νικήτας θα ήταν πάλι μες τα νευρά το μεσημέρι αφού σίγουρα θα αργούσαν ξανά στη συνάντηση με τους υπόλοιπους και θα χρειαζόταν να φύγει ο μισός καφές και τρία στριφτά μέχρι να του περάσει η τσαντίλα και να μπορέσει να επικοινωνήσει με το περιβαλλόν.

“Δε βαριέσαι! Μέρος του Σαββατιάτικου τελετουργικού μας υποθέτω” είπε χαμογελώντας στον εαυτό της καθώς ντυνόταν σκεπτόμενη όλους τους έναν προς έναν.

“Ε μα έτσι είναι βρε Μάναμω! Να χαλάσει η συνταγή για τη μανέστρα μετά από τόσο καιρό;” Της ειχε πει κάποτε η Νεκταρία όταν μίλαγαν για τη σύσταση αυτής της ιδιόμορφης παρέας. Και φτάσαμε στην Νεκταρία. Τρελό ζήτημα η Νεκταρία, παιδί από τα λιγά. Μίση μερίδα άνθρωπος κι όσο μπόι της έλειπε το είχε σε τσαγανό και σε δίκαιη σκληράδα. Γι’αυτό την αγαπούσε, επειδή την τσεκούρωνε όταν εκείνη βυθιζόταν στις δαντέλες και τις χρυσόσκονές της. Σκλήρη αγάπη της έδινε. Τη νοιαζόταν και την γκάζωνε η Νεκταρία κι εκείνη ήξερε πως την αγαπούσε πολύ κι ας μη της το είχε πει πότε. Η Νεκταρία τώρα που το σκεφτόταν, ήταν κάτι λίγο σαν outsider στο όλο σκηνικό των Εξαρχειώτικων σαββατιάτικων συναντήσεων τους αλλά ερχόταν για τη παρέα, το μπλα μπλα και τον χαβαλέ. Θα την έλεγε στον Νικήτα κλασσικά όταν θα τον έπιαναν τα ιδεολογικοκουλτουριάρικά του, κάνοντας τον δύο φορές μπαρούτι αφού θα έδινε πάτημα και στους υπόλοιπους να τον αρχίσουν στο δούλεμα κι έτσι θα έκλαιγαν από τα γέλια όλοι μαζι.

Πόσες φορές δεν είχε κάτσει να τους κοιτάει καθώς γέλαγαν. Βούλιαζε στην καρέκλα της κι απλα τους κοίταγε. Οταν καταλάβαινε πως δε την κοιτούν εκείνοι, έκλεινε τα μάτια της κι άκουγε μόνο το γέλιο τους. Προσπαθούσε να κολλήσει σε εκείνο το ηχητικό παζλ το μόνο κομμάτι που έλειπε. Το γέλιο της Βασιλικής. Της Βασιλικούλας της που ήταν στην άλλη άκρη του Αιγαίου κι ενώ εκ των πραγμάτων δε μπορούσε να είναι μαζί τους κάθε Σάββατο, τελικά κάθε φορά που εκείνη έκλεινε τα μάτια της και τους ακούγε να γελάνε, η μνήμη της κούμπωνε και το γελιό της Βασιλικής στο σύνολο. Η Βασιλική, το τελευταίο από τα Ουράνια πλάσματα της. Η Βασιλική με την απίστευτη δύναμη και την αστείρευτη τρυφεράδα ήξερε πάντα πότε να μιλησεί και τι να πει. Κάθε φορά που εκείνη λιγοψύχαγε, την έφερνε στο νου της και ντρεπόταν για τον εαυτό της που σκεφτόταν έστω και για κλάσματα να τα παρατήσει. Το νησιωτάκι της ήταν κι η τελευταία προσθήκη στη dream team, αλλά ίσως και μία από τις πιο δυνατές μεταγραφές στην καρριέρα της ως Φίλη.

“Στη ζωή μου δεν έχω καταφέρει σχεδόν τίποτα” Σκέφτηκε “Οι φίλοι μου όμως είναι η μεγαλύτερη περιούσια που θα μπορούσα να έχω τελικά” Τι σημασία είχαν όλα τα αλλά; Αυτά που την βάραιναν κι αυτά που την πονούσαν αργά ή γρήγορα θα έφευγαν ή θα ξεχνιόντουσαν. Κάποια από αυτά είχαν να κανούν και με τους παραπάνω. Σε όλους είχε να πει πραγμάτα που δεν ήξεραν κι όμως δε το έκανε. Δεν έβρισκε το λόγο. Αυτή τη στιγμή ήταν όλοι τους εκεί, τους έιχε. Αύριο μπορεί να χάνονταν για ένα σωρό αιτίες. Να μη τους ξανάβλεπε. Όποτε ποιά η σημασία να τους έλεγε όλα αυτά που ήθελε να τους πει; Τους αγαπούσε και το ήξεραν. Τους είχε αδυναμία στον καθένα για διαφορετικό λόγο και το ήξεραν κι αυτό. Τα υπόλοιπα ήταν δικό της θέμα και δεν αφορούσαν κανέναν. ‘Αρα όλα καλά ακόμα και στις σιωπές της.

Ξανακοίταξε το ρολόι της. Ήταν 13.10μμ κι ήταν ήδη μες το λεωφορείο. Ευτυχώς γιατί σημέρα θα αργούσε κι εκείνη και ήταν σιγούρο πως θα την “στόλιζαν” όλοι τους παρέα για την καθυστέρηση. Ήξεραν το πόσο ενοχική ήταν και “ψόφαγαν” να την πειράζουν. Φρακαρισμένη η Αλεξάνδρας λίγο πριν την στροφή στην Ιπποκράτους κι έτσι αποφάσισε να κατέβει και να το κόψει με το πόδι. Σιγά! Πόσο θα την έπαιρνε μεχρί τη Βαλτετσίου; Είχε ωραία μέρα κι έτσι το περπάτημα θα της έκανε καλό.

Περπάταγε ορεξάτη κι ας είχε αργήσει κι ετοιμαζόταν για την κατσάδα.

“Χαλάλι” είπε στον εαυτό της.

Ξαφνικά κάτι έκαψε το στήθος της. Μια μικρή πυρωμένη τρύπα αριστερα, ανάμεσα στο θώρακα άρχισε να κοκκινίζει την άσπρη μπλούζα της και λίγο πριν πέσει στη γωνία της Βαλτετσίου άκουσε το Γεράσιμο να φωνάζει το όνομα της πανικόβλητος.

“Ατυχής έκβαση ένοπλης ληστείας στο κέντρο όδηγησε στο θάνατο μιας νεάρής γυναίκας” Θα έγραφαν την επόμενη μέρα οι εφημερίδες.

Αλήθεια μάθαμε ποτέ πως την ελέγαν;…

 

Ακολουθεί χαρούμενο Post! θα πάρω Depon και θα περάσει!

Γαμώτο! Κόλλησε το Modem και ξέχασα τι ήθελα να πω!  12.36 μμ κι εγώ ακόμα στο κρεββάτι κάτω από το πάπλωμα.  Ούτε καφέ δεν έχω πιεί (όχι πως πίνω δηλαδή αλλά λέμε τώρα! Το γάλα μου τελοσπάντων και σταματά να γελάς, ναι το γάλα μου).  Με φαγουρίζει κι η πλάτη μου γιατί θρέφει το tattoo και δεν υπάρχει ένας άνθρωπος να με ξύσει! Αυτά είναι προβλήματα αγαπητέ μου! Κατάλαβες;

Ώπα! Ψέματα! Σηκώθηκα για λίγο πριν από μερικά λεπτά! Άνοιξα τη μπαλκονόπορτα και μπαίνει φως και δροσερός αέρας. Εκδιδόμενες Αλκυονίδες!! Παντά τέτοιο καιρό με κάνετε και ονειρεύομαι διακοπές!!! Πφφφ!

Τι έλεγα; Α! Ναι!  Το σκέφτομαι που λες.  (Παντά σκέφτομαι δηλαδή αλλά ας μη το κάνουμε θέμα!)  Η αλήθεια λοιπόν είναι ως εξής.  Δεν είμαι κι ο πιο χαρουμένος άνθρωπος που μπορείς να γνωρίσεις.  Έχω μια τάση να με τραβάνε τα δύσκολα, να υπεραναλύω, να παίρνω τα πάντα κατάκαρδα και να βλέπω τα πάντα σοβαρά.  Τον τελευταίο καιρό δε (μα πόσο επίπεδο πΧια) δε πολυμιλάω κι έτσι όλα αυτά που σκέφτομαι και προσπαθώ να καταλάβω, μένουν μέσα στο μυαλό και φτιάχνουν δικούς τους δαιδαλώδεις δρόμους μιας που πάντα προσπαθώ να εξαντλήσω ολά (κι όταν λέω όλα, εννοώ ΟΛΑ) τα πιθανά σενάρια μιας κατάστασης. Μετά από λίγο και ούσα σιγούρη για όλο το μαύρο αδιέξοδο που κατασκέυασα στον εγκέφαλο μου, χάνομαι μέσα στα βιβλία και τις μουσικές μου. Όλα οκ μέχρι εδώ; Το ΄χουμε;

Όχι!  Γιατί εδώ μπαίνουν οι Εκδιδόμενες Αλκυονίδες μέρες που ανέφερα και πιο πάνω.   Δε ξέρω τι είναι αυτό ακριβώς που με κάνει πάντα τέτοιο καιρό και παίρνω ανάσα (και ξανά μανά ΟΧΙ δεν φταίει κάποια διπολική διαταραχή), μα πάντα, αλλά πάντα οι πρώτες μεγάλες λιακάδες του Γεναρή με κάνουν και χαμογελάω.  Μεγαλώνει η μέρα, σπάει το κρύο κι ότι και να γίνει θυμάμαι πως σε λίγο μπαίνει Ανοίξη κι όλα αυτά που με τρώνε, όλα αυτά που μου “πέθαναν” την προηγούμενη,  ίσως και να ξαναγεννηθούν υγιή αυτή τη χρονιά.

Μη μου ανησυχείς! Το ίδιο θλιμμένο παραμένω, αλλά σου είπε κανείς πως οι θλιμμένοι άνθρωποι δε χαμογελάνε ή ακόμα χειρότερα δεν έχουν πλάκα;  Μέγα Λάθος! Οι θλιμμένοι είναι που γελάνε με την καρδιά τους και ξέρεις γιατί;  Γιατί σε αντίθεση με τους μίζερους, αυτοί Αρνούνται να σταματήσουν να ελπίζουν!  Κι αυτή είναι κι η δυστυχία – δυναμή τους!! Μεγάλη ρουφιάνα αυτή η ελπίδα σου λέω! Καλέ όχι η απέναντι που παρκάρει πάντα μπροστά στην είσοδο και δε σε αφήνει να βγεις, συγκεντρώσου!  Η άλλη, αυτή που μένει μέσα σου και εμφανίζεται όταν εσύ είσαι έτοιμος να τα παρατήσεις!

Όχι είπαμε! Δεν έγινε κάτι, ούτε τα ναρκωτικά άρχισα, ούτε γκόμενος μου ‘κατσε, ούτε κέρδισα το λαχείο!  Αυτό με τις ουσίες δε “το ‘χα” ποτέ, ακόμα τα οικονομικά μου είναι τόσο χάλια που εξακολουθώ να μένω με την Πάστα Φλώρα, ακόμα μόνο μου είμαι (δε στα είπα και πιο πάνω; Ούτε για να με ξύσει δεν υπάρχει άνθρωπος). ‘Ολα αποπνικτικά είναι ακόμα στο γραφείο, τίποτα δεν έχει αλλάξει γυρώ μου κι η κατάσταση γενικώς παραμένει το ίδιο αδιέξοδη.  ‘Ομως κάθε Γενάρη αυτές οι Π..εχεμ, αυτές οι Αλκυονίδες μου κάνουν ενδοφλέβια των 500 mg από το “Ολαθαπανεκαλαμολ” και για λίγο γίνομαι σαν την αδερφή μου που είναι 15 μισό και doesn’t give a ….

Για αυτό σου λέω, πέτα καμιά ιδεά για το που να πάμε διακοπές φέτος το καλοκαίρι.  Τώρα που ‘μαι στα πάνω μου κι όταν κλείνω τα μάτια μου, με βλέπω να σηκώνω το φουστάνι μου για να βουτήξω τα πατουσάκια μου στη θάλασσα.  Τώρα που γυρνάει λέμε!….