My own private caravan….

o-MOVING-OUT-facebook-01

«Μια κούτα, κι άλλη μια, κι άλλη μια.  Τουλάχιστον αυτή τη φορά είναι οργανωμένο το έγκλημα.  Γράφει απέξω σε κάθε μια για ποιο δωμάτιο προορίζεται.  Αυτή εδώ ας  πούμε γράφει «Κουζίνα».  Άρα το πιο πιθανό είναι να είναι γεμάτη κατσαρολικά ή πιατικά.  Κουράστηκα όμως και λέω να κάτσω λίγο.  Έτσι οκλαδόν μέσα στη μέση του χαμού αγκαλιά με κούπα κρύο γάλα.  Να κοιτάξω πάλι τους χάρτινους  «πύργους»  ή μάλλον καλύτερα τους χάρτινους  «πολιορκητικούς κριούς» της ζωής μου.  Πλέον μόνο αυτή η ονομασία ταιριάζει.  Δεν είναι απλά κουτές γεμάτες πράγματα, αλλά πολεμικές μηχανές που καταστρέφουν με βία ότι δε μου κάνει και βοηθούν με μεθοδικότητα το στήσιμο του νέου οχυρού!  Ξέρω, ξέρω! Ακούγομαι ετοιμοπόλεμη κι ίσως έτσι να είναι πια.  Μετά από 15 χρόνια συμβιβασμένης  ενήλικης ζωής και μιας εφηβείας που κύλισε σαν απόγευμα μεσήλικα, στα 30 φεύγα ήρθε μια καθυστερημένη επανάσταση που τα σάρωσε όλα συθέμελα.  Δε μου άφησε χώρο για τίποτα.

Τρίτη μετακόμιση λοιπόν μέσα στην ίδια χρονιά.  Και πάντα μια μετακόμιση είναι αφορμή για μια καινούργια αρχή, για ένα νέο ξεκίνημα.  Μια ευκαιρία για ολική διαγραφή όσων δεν άξιζαν και μια ευλαβική διαφύλαξη όσων είχαν σημασία.  Μαζεύεις, ξεσκαρτάρεις, πετάς και πακετάρεις.  Έτσι πάει. Κι όσο πιο μεγάλος κάνεις αλλαγές, τόσο πιο συνειδητοποιημένος είσαι.  Ξέρεις τι σου κάνει και τι όχι κι έτσι δεν σκορπάς πια τον πολύτιμο χρόνο σου δίνοντας χρόνο.  Γιατί πια ξέρεις πως δεν έχεις χρόνο.  Για πράγματα, καταστάσεις, ανθρώπους, δουλειές και ζωές που δεν αξίζουν, που δεν είσαι εσύ, Όχι δεν έχεις χρόνο!  Στη ζωή μας έτσι κι αλλιώς θα συμβιβαστούμε για τόσα άλλα επειδή τα συναισθηματικά μας δεσίματα θα μας το επιβάλλουν.  Ας είναι λοιπόν οι συμβιβασμοί μας για εκεί που επιλέξαμε κι όχι για εκεί που βρεθήκαμε.

Δε ξέρω τι θα βρω κι εδώ, τι θα μου ξημερώσει.  Δε φοβάμαι πια όμως.  Η ζωή είναι μια εύπλαστη οντότητα.  Θα πάρει την ιδιότητα και τον χαρακτήρα που εσύ θα της δώσεις, τη χρήση που εσύ θα της αποδώσεις.   Σα το σκρίνιο που έχω στο σαλόνι μου ας πούμε.  Άλλοι θα έβαζαν το καλό τους σερβίτσιο μα εγώ προτίμησα τις καφασωτές βιτρίνες του να τις κάνω βιβλιοθήκη.  Έτσι για να βλέπει με την πρώτη όποιος έρχεται σπίτι μου, τι έχει βάλει το χεράκι του για να γίνω το πλάσμα που χει μπροστά του.   Άχρηστες πληροφορίες ίσως και να μου πεις.  Βλέπεις σε μια εποχή που οι περισσότερες κοιτάνε να φτιάξουν τον κώλο τους, εγώ κοίταξα να φτιάξω όσο μπορώ το μυαλό μου.  Μα δεν έχει σημασία πια.  Ευτυχώς που δε γεννήθηκα όμορφη!  Ξέρεις τι βάσανό θα ήταν κι αυτό;;»

Αφήνει την κούπα στην άκρη και φοράει μια ζακέτα.  Εδώ είναι βοράς κοπελιά!  Δεν αστειευόμαστε με τον καιρό.  Ανοίγει άλλη μια κούτα.

11988451_10153586621358374_284172312995898762_n

«Κοιτά να δεις!  Είχα ξεχάσει πως την είχα εκτυπώσει ετούτη εδώ τη φωτογραφία.  Εκείνο το πρωί μου ήταν εύκολο να διαβάζω για ήττες.  Φταίει που είχα ξυπνήσει με τον αέρα της νίκης μετά από πολύ καιρό.  Κι ενώ δε μετράω νίκες πια, εδώ και καιρό έχω πάψει να ξυπνάω ηττημένη.  Τώρα που το σκέφτομαι, είναι κι αυτό μια νίκη από μόνη της.

Ουφ!  Λάθος κούτα άνοιξα όμως και δεν ήθελα να βγάλω τα βιβλία από τώρα.  Ξέρω μπορεί και να ακούγομαι κάπως όμως τι να κάνω;  Έτσι έμαθα.  Οι δουλειές πρέπει να γίνονται με μια σειρά γιατί αλλιώς χάνεται η μπάλα.  Ειδικά σε τέτοιες φάσεις.  Φάνταζεσαι να άνοιγα τα ρούχα τώρα;  Μέσα στο χαμό θα είχα και τη Frida Kahlo να μου ζητάει πίσω τα φουστάνια της»

Γενικά με τα σπίτια της έχει πάντα ένα θέμα.   Όλα πρέπει να είναι στη θέση τους κι όπως πρέπει.  Όλα σε τάξη.  Κι όλα κρυφά περιμένουν όπως και κείνη.  Για εκείνο το ένα πράγμα που θα μπει απρόσκλητο με τις μπάντες και τα θα κάνει όλα μπάχαλο, όλα λίμπα.  Κάτι σαν εκείνο το χούι που έχει και δεν μπορεί να κάτσει στο τραπέζι ή να πέσει για ύπνο αν δεν είναι τα πιάτα πλυμένα κι ο νεροχύτης καθαρός.  Της γκρίνιαζαν όλοι οι πρώην πως ήταν ψυχαναγκαστική.  Όλοι εκτός από έναν.  Εκείνος ήξερε πως όταν ήταν στο σπίτι μόνοι τους, εκείνη πάντα έπλενε τα πιάτα χωρίς να φοράει εσώρουχο.  Κι έτσι ερχόταν κάθε φορά πίσω της κι έβαζε το χέρι του ανάμεσα από τα πόδια της.  Έκανε τα μαλλιά της στην άκρη και ψιθύριζε στο αυτί της  «Μπουτάκια μου» με ορμή και κατέληγαν κάθε φορά να κάνουν έρωτα ανάμεσα στις σαπουνάδες και τα νερά.  Όσες φορές είχε γίνει αυτό – κι ήταν αρκετές στ’αλήθεια –  ποτέ δεν είχε σιχτιρισεί για το χάλι της κουζίνας και στο τέλος έτρωγαν πάντα κρύο το φαγητό χαμογελώντας σα δεκάχρονα.  Μαζί του ίσως να ήταν κι η τελευταία φορά που είχε νιώσει πως είναι σπίτι της.  Κι έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε.  Όμως είπαμε, δε μετράει πια ήττες.  Γεμίζει κούτες, οπλίζει χάρτινους πολιορκητικούς κριούς και προχωράει μπροστά.  Εδώ και καιρό ξέρει, νιώθει, ψάχνει, αναζήτα, μυρίζει και γεμίζει το μέσα της.  Και πού θα πάει;  Θα τη βρει την άκρη.  Τουλάχιστον έχει μάθει πια να μη ξοδεύει τον χρόνο της και να μην ξοδεύεται κι η ίδια.

«Σπίτι είναι εκεί που είναι η καρδιά.  Γι’αυτό μάλλον κι εγώ είμαι ακόμα άστεγο.  Δε ξέρω που θα την αφήσω να ριζώσει στο τέλος.  Δε θα με ρωτήσει κιόλας !  Πάντα έκανε ό,τι ήθελε αυτή.  Υποθέτω λοιπόν πως εκείνη ξέρει κι όταν έρθει η ώρα, θα μου πει. Βλέπεις δε θέλω πια άλλα συναισθηματικά μνημόσυνα!  Δε θέλω άλλες κατά παραγγελία λύπες.  Τιμή να αποδώσω σε ότι πέρασε κι άξιζε ναι!  Μα ως εκεί.  Μόνο για να μου θυμίζει τι γεύση έχει η ευτυχία μιας που την έχω δοκιμάσει.  Τώρα πια θέλω ταξίδι κι αναζήτηση!   Μέχρι τότε έτσι θα ζούμε,  εγώ κι αυτή η αιμάτινη αντλία που χω πάνω αριστερά στο θώρακα.  Θα ταξιδεύουμε, θα μαθαίνουμε, θα σκαρώνουμε ιστορίες και θα γεμίζουμε εικόνες, μυρωδιές, χαρακιές και γεύσεις   Έτσι ακριβώς, σα νεράιδες τσιγγάνες…»

ΥΓ:  Αφιερωμένο

Στον Άγγελο που νιώθει και ξέρει

Στο Γιάννη που διψάει για αγάπη, νόημα κι αλήθεια

Στη Χρύσα που αγαπάει κι αγκαλιάζει από μακριά

Κυριακή απόγευμα….

milk-and-cookies

«Τι σκέφτομαι κάθε φορά που βγαίνω ή μπαίνω στο σπίτι μου;  Κάθε φορά που σηκώνομαι από το τραπέζι που τα πίνω με τους φίλους μου;  Κλειδιά, κινητό, λεφτά, ώρα.  ‘Όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά.  Όμως κάθε φορά βουτάω το χέρι μέσα στη πελώρια ή στη μικρή τσάντα μου και ψάχνω μηχανικά για όλα αυτά, εκτός από την ώρα.  Εκείνη θα τη δω στο χέρι μου κι ύστερα ίσως να τη μετρήσω και στα πρόσωπα αυτών που είναι γύρω μου.  Φαίνεται καθαρά στα χαρακτηριστικά τους αν τους φτάνει ή αν θέλουν κι άλλη για εκεί που βρίσκονται ή για εκεί που θέλουν να πάνε.

Κλειδιά, κινητό, λεφτά, ώρα.  Είμαι ήδη σπίτι άρα τα κλειδιά θα είναι σίγουρα πάνω στην πόρτα.  Κινητό κατά πάσα πιθανότητα στον φορτιστή.  Λεφτά δεν χρειάζομαι τούτη τη στιγμή.  Ώρα για μπάνιο.»

Σκόρπιες σκέψεις καθώς το τελετουργικό της Κυριακής έρχεται στο τέλος του.

«Κυριακή απόγευμα συνήθως θα με βρεις να σιδερώνω. Την ευχαριστιέμαι αυτή τη δουλειά κι ας τη μισούν οι περισσότερες. Εγώ βλέπεις κάθε φορά που περνάω το πυρωμένο σίδερο πάνω από τις τσαλάκες και βλέπω τα υφάσματα να ισιώνουν, σκέφτομαι νωχελικά πως κάποια μέρα, έτσι μαγικά θα ισιώσουν κι όλα τα στραβά και τσαλακωμένα της δικιάς μου ζωής. Κι όποτε κάνω αυτή τη σκέψη, θυμάμαι αυτόματα εκείνη τη συμμαθήτρια στο λύκειο που πάλευε χρόνια να χάσει βάρος. Κάποια στιγμή σα χοντρό παιδάκι, είχε πασαλειφτεί ολόκληρη με το υγρό για τα πιάτα γιατί είχε ακούσει στη διαφήμιση πως «καίει τα λίπη».  Πάντα όποτε τη φέρω στο νου μου μες τη πρασινάδα του καθαριστικού, γελάω δυνατά.  Βλέπεις υπάρχει μαγικό σίδερο για τις τσαλάκες της ζωής μας όσο το υγρό για τα πιατά αδυνατιζεί γιατί καίει τα λίπη!
Σε κάποια άλλη ζωή, σε μιαν άλλη χρονική περίοδο, ίσως τέτοια ώρα να γύρναγα με μαζεμένο το παρασόλι μου από την εσπερινή βόλτα για καφέ και υποβρύχιο στο Πέραν. ‘Όμως σ’αυτήν εδώ τις Κυριακές συνήθως σιδερώνω κι έχει κι αυτό την πλάκα του»

Ψιθυρίζει στον εαυτό της καθώς γδύνεται για να μπει στη μπανιέρα.  Ευλαβικά διπλωμένα σορτσάκι και μακώ πάνω στο επιπλάκι του μπάνιου.  Τα πιάτα στον νεροχύτη πλυμένα, καθαρά τα σεντόνια, στρωμένα.  Γενικώς τα πάντα στη θέση τους.  Ίσως να την πεις και οριακά ψυχαναγκαστική, όμως δεν είναι έτσι.

Τραβάει την κουρτίνα του μπάνιου κι ανοίγει το νερό.  Πέφτει καυτό στο κεφάλι και τους ώμους της.  Κολλάνε τα βρεγμένα μαλλιά στη μέση της  κι εκείνη μένει ακίνητη για αρκετή ώρα περιμένοντας από το νερό που γλιστρά στην αποχέτευση, να πάρει μαζί του και τις έννοιες της.  Σκύβει και κοιτάει το κορμί της καθώς πλένεται.  Ξέρει απέξω κάθε του ατέλεια, κάθε ουλή, κάθε ραγάδα του.

«Οι άνθρωποι μεγαλώνουμε και φθειρόμαστε.  Λογικό είναι.  Τη εξωτερική φθορά την ξέρω γιατί δεν υπήρξα ποτέ αψεγάδιαστη.  Την εσωτερική τρέμω»  Λέει ξανά στον εαυτό της.   Ξεκινάει να λούζει τα μαλλιά της και χαζεύει το περίγραμμα της φιγούρας της στα πλακάκια.  Όλοι της οι άντρες ήταν πάντα πιο μεγαλόσωμοι από εκείνη.  Εδώ που τα λέμε σχεδόν όλος ο κόσμος είναι πιο μεγαλόσωμος από εκείνη κι αυτό είναι κάτι που τη διασκεδάζει.  Αυτό και τα μούτρα σχεδόν όλων όταν λέει την ηλικία της.   Θυμήθηκε εκείνο το βράδυ πριν από χρόνια στη Μαβίλη.  Μεγάλη παρέα, σχεδόν όλοι συνομήλικοι.  Γέλαγαν δυνατά με το πόσο ήταν και το πόσο έδειχναν.  Στο πόσο ένιωθαν, δεν είχε γελάσει κανείς.

Κλείνει το νερό, βγαίνει από τη μπανιέρα και τυλίγεται  με μια πετσέτα.  Με τα μαλλιά της να στάζουν, παίρνει μια κρέμα κι αρχίζει να την απλώνει στα πόδια της με μηχανικά χάδια που δε βγάζουν κάποιο συναίσθημα.  Καθώς κοιτάει αφηρημένα τα χέρια της,  θυμάται την τελευταία φορά που κάποιος την πήρε αγκαλιά κι έχωσε τη μουσούδα του μέσα στη κλείδα της.  Όμορφη εικόνα κι όμορφη θύμηση μιας και υπάρχουν και κάτι χέρια που σα τα φέρεις στο νου, σε κάνουν να θες να σε προσέχεις λίγο περισσότερο.  Φταίει που οι αγκαλιές που σ’εχουν πάρει, σου ‘χουν θυμίσει το ότι είσαι κι εσύ κομμάτι μοναδικός και πολύτιμος.  Σα και τις στιγμές που χεις μοιραστεί μαζί τους.  Σα και τις ανάσες που τα έχεις αφήσει να σου κόψουν.

Ντύνεται και πάει στη κουζίνα.  Κρύο γάλα. Μεγάλη κούπα. Μπισκότα. Βιβλίο.  Μια ζακέτα για τις πρώτες ψύχρες στη διπλανή καρέκλα.  Μια ανάσα βαθιά.

Η Κυριακή δεν είναι μέρα για να βγεις.  Είναι βραδύ για να μπεις.  Μέσα σου.  Και να σου κάνεις παρέα.

Το μυαλό συνεχίζει να γυρνάει, να κανονίζει, να βάζει σε τάξη τις αυριανές δουλειές, να τακτοποιεί νοερά, μα κυρίως να συνεχίζει να θυμάται.  Κι είναι όμορφο όταν θυμάται τα «ξεκάθαρα» γιατί αυτά είναι που αξίζουν, ακόμα κι όταν δεν οδηγούν πουθενά.

Ξέρεις υπάρχει μια κατηγορία σχέσεων με ιδιαίτερη ονομασία.  Είναι  οι «Τόσο, Όσο».   Τις μοιράζονται άνθρωποι που δένουν μεταξύ τους, κολλάνε, αλληλοσυμπληρώνονται κι όμως για χ ή ψ λόγους δε μπορούν να είναι μαζί .  Νοιάζονται ο ένας για τον άλλο πολύ μα απλά δεν γίνεται  να έχουν τίποτα στέρεο και δηλωμένο.  Απλά μοιράζονται. Κουβέντες που δεν κάνουν κοιλιά πουθενά. Και βράδια.  Κι αγγίγματα.  Και στιγμές.  Υπέροχες στιγμές που έρχονται στο νου τις Κυριακές που «μπαίνεις» και κάνεις παρέα με τον εαυτό σου.   Κι αυτό είναι πολύ πιο αρκετό και τίμιο από διάφορα «δηλωμένα» κι «επίσημα» που βλέπεις να κυκλοφορούν γύρω σου χεράκι – χεράκι μες την υποκρισία.

Συνεχίζει να τρέχει το μυαλό της.  Μετά τα χεριά, θυμάται και το χαμόγελο κι αυτόματα χαμογελάει κι εκείνη.

Πάει να πιεί μια γουλιά γάλα και ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο.

«Μούτρο;  Τι κάνεις;»

«Καλώς το!  Τώρα σε σκεφτόμουν»

«Τι σκεφτόσουν δηλαδή;»

«Τίποτα το ιδιαίτερο….»

Μικρά ψεματάκια μεταξύ οικείων που ότι τους δένει είναι από μόνο του ιδιαίτερο.  Άλλωστε είπαμε, οι Κυριακές είναι για να «μπαίνεις» μέσα σου κι εκεί λες μόνο την αλήθεια.  Αυτοί που ξέρουν , δεν έχουν ανάγκη να την ακούσουν.  Τους φτάνει που είσαι εκεί και σηκώνεις το τηλέφωνο….

Για την Νανά…

nana

Το τελείωμα από το μέταλλο της χορδής μιας κιθάρας. Κίτρινα φύλλα που κουνιόνται στη πρώτη ψύχρα. Λίγα σύκα στο τραπέζι.  Πρέπει να φαγωθούν γιατί αλλιώς θα χαλάσουν.  Κάτι σαν τον χρόνο μου.  Έτσι κι αλλιώς θα τελειώσει.  Μόνο που αν δεν τον καλοξοδέψω, θα τον έχω στ’αλήθεια πετάξει.

Τη θυμάμαι όποτε σκέφτομαι τον χρόνο να γλιστράει σα νερό μέσα απ’τη χούφτα μου.  Τη φέρνω στο νου μου όπως της αρμόζει, όπως της αξίζει.  Γελαστή κι ελεύθερη.  Χαρούμενη να χορεύει μέσα στα πορτοκαλί μεταξωτά της.  Δε νομίζω πως γνώρισα άλλον άνθρωπο με μεγαλύτερη δίψα για ζωή, με περισσότερη αγάπη για τους γύρω της.  Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν αγάπησε ποτέ και τον εαυτό της με την ίδια θέρμη που αγάπησε όλους εμάς τους υπόλοιπους.

Αγέρωχη κι υπέροχη. Φτιαγμένη από εκείνη τη στόφα των γυναικών που όταν έμπαιναν σ’ένα δωμάτιο, τους άνηκαν μέχρι και τα τούβλα.  Άραγε ήξερε πως την έβλεπαν όλοι οι άλλοι ή όποτε κοίταγε τον εαυτό της στον καθρέφτη, έβλεπε μόνο τα λάθη της;  Δε θα μάθω ποτέ.  Δεν έχει σημασία πια άλλωστε.  Σημασία έχει πως όσα λάθη κι αν έκανε, βρήκε τον τρόπο να τα διορθώσει πριν φύγει.  Μεταξύ μας βρήκε τρόπο να διορθώσει και μερικά από τα δικά μας.

Στα τελειώματα μου είπε η μάνα μου πως είχε γεμίσει όγκους που τις πίεζαν σχεδόν όλα τα ζωτικά όργανα.  Ήθελα να της φωνάξω πως οι γιατροί έκαναν λάθος.  ΟΙ γιατροί έκαναν λάθος!!  Ο μεγαλύτερος όγκος που είχε μέσα της, ήταν η τεράστια καρδιά της που πίεζε για 63 παρά κάτι χρόνια τον θώρακά της.

Σε λίγο θα μπει Φθινόπωρο.  Ένα Φθινόπωρο που είναι στο χαλάκι της πόρτας μου εδώ και καιρό μιας που αυτό το καλοκαίρι δεν ήρθε ποτέ.  Πάω στοίχημα πως οι βροχές κι η ψύχρα θα πιάσουν από νωρίς φέτος μα εμένα δε με νοιάζει πια.  Αυτή η ζωή δε μου έδωσε πατέρα, μα μου χάρισε 3 μανάδες.  Σήμερα αποχαιρέτησα τη μία από αυτές.  Από σήμερα ορφάνεψα λιγάκι. Κι η ορφάνια, ασχέτως καιρού, κάνει ψύχρα από μόνη της…

Μαθήματα ανατομίας

πλατη

Τα τελευταία βράδια δε κοιμάμαι καλά.

Τα όνειρα είναι βαριά και μεγάλα και εμένα οι ώμοι μου μικροί κι ανυπόμονοι.

Δεν αναρωτιούνται πια.

Δε γέρνουν μπροστά.

Δε καμπουριάζουν.

Διψούν και μαζεύονται σα γάτας σε καυγά.

Κουράστηκαν να αφήνονται στη προσμονή και την ελπίδα των ματιών.

Δε λογαριάζουν την καρτερικότητα του θώρακα.

Δε συμπορεύονται με την αδυναμία της καρδιάς, δε θέλουν άλλο το βάρος της κατανόησής της.

Τους σπρώχνουν τ’αδέρφια τους οι πνεύμονες να σηκωθούν πιο ψηλά για καθαρό οξυγόνο,

μιας που τα ίδια κάνουν κι αυτοί στις μεγάλες ανάσες.

Με τραβάνε οι ώμοι μου τον τελευταίο καιρό.

Με σηκώνουν με τη βία.

Ζητούν, ξέρουν κι απαιτούν.

Μια επανάσταση 36 χρόνων ρουτίνας.

Έναν έρωτα 19 χρόνων ορμής.

Μια αγάπη 40 χρόνων τιμιότητας.

Έναν σεβασμό 50 χρόνων θαυμασμού.

Μια επίπονη ανάσα νεογέννητου.

Ό,τι μπόρεσα τους έδωσα μα ετούτοι εδώ τα θέλουν όλα και μ’έχουν τρομάξει.

Δε δίνουν πια δεύτερες ευκαιρίες.

Όσο κι αν σπαράζει η καρδιά, εκείνοι έμαθαν πια την πλάτη να γυρνάει…

Αρώματα σκέτα χωρίς τα χρώματα.

dragonfly

Τα καλοκαιριά τα μεσημέρια σ’αυτό τον τόπο μυρίζουν θυμάρι, ψοφίμι, καυτή άσφαλτο και άδειες φέτες από καρπούζι.

Τα βράδια πάλι έχουν άλλη μυρωδιά.  Μη με ρωτάς να πω ποια.  Μόνο το ούζο κρατάω.  Όλα τα άλλα που φτάνουν στα ρουθούνια μου είναι  λέξεις που δεν έχω βρει ή δε θα ξεστόμιζα.

Έχεις σκεφθεί άραγε πόσα προσπαθούμε να κρύψουμε οι άνθρωποι κι αυτά βρίσκουν τρόπο να μας ξεφεύγουν μέσα από τις δερματικές μας απολήξεις;

Το καλοκαίρι λένε οι περισσότεροι πως δε κάνουν κέφι ν’αγκαλιάζουν γιατί ζεσταίνονται κι ιδρώνουν.

Το καλοκαίρι τους απαντάω πως είναι για τους φοιτητές και τους δασκάλους.  Συμφωνούν χωρίς να πιάσουν την αλληγορία.

Τα καλοκαίρια είναι για τους δασκάλους και τους φοιτητές.

Για τους καθηγητές που διδάσκουν την ύλη τους μέσα από τις εκκρίσεις τους και γι’αυτούς που φοιτούν επιμελώς στις μυρωδιές των προφεσόρων τους.

Μεγάλο μάθημα η μυρωδιά.  Από κείνα που σου μένουν.  Σου εντυπώνεται στον εγκέφαλο σα δερματοστιξία.  Δεσμεύει θυλάκια από τη μνήμη σου και δημιουργεί απόλυτες συνειρμικές συνδέσεις.

Σήμερα μου μύρισαν γεμιστά κι ένιωσα τη μάνα μου.

Βουλιάζοντας σε μερικές αγκαλιές έχω μυρίσει το σπιτικό μου…

Ουψ! (έκανα) μια πατάτα!

1468_02

Ναι, ναι μια πατάτα ή μάλλον μια πατάτα ακόμα. Μια πατάτα από τις εκατοντάδες , για να μη πω χιλιάδες, που θα κάνεις σε αυτή τη ζωή. Έλα! Αφού κατάλαβες τι εννοώ! Δεν αναφέρομαι στο συμπαθέστατο και πολύπλευρο ζαρζαβάτι αλλά στην μεταφορική έννοια που του έχουμε δώσει. Κοινώς στα λάθη μας! Ας το πάρω όμως από την αρχή.

Οι άνθρωποι κάνουμε λάθη. Για την ακρίβεια πλέον έχω αρχίσει να πιστεύω πως όλη μας η ζωή είναι το συγκεντρωτικό άθροισμα των λαθών μας! Αν το καλοσκεφτείς, αυτά είναι που μας χαρακτηρίζουν και μας διαμορφώνουν κατά κύριο λόγο. Αυτά και οι απώλειές μας, όμως για τις απώλειες θα στα πω σε άλλο επεισόδιο ναι;

Πάμε πίσω στα λάθη μας λοιπόν. Από το σχολείο ακόμα από τα λάθη μας, μας έβαζαν να μάθουμε. Κάθε φορά που το αποτέλεσμα στα μισητά μαθηματικά δεν ήταν αυτό που έπρεπε, έσβηνες κι έγραφες μέχρι να βγει σωστή η άσκηση, να ακουστεί σωστά το ρήμα, να βγει εύηχη η πρόταση. Κόντευε να τρυπήσει το χαρτί από τη γόμα, γέμιζαν από κοκκινάδια του καθηγητή τα τετράδια κι εσύ το πιανες πάλι από την αρχή μέχρι να το πετύχεις. Κι αυτή είναι και η μαγεία του λάθους . Ότι μόλις το πιάσεις, μπορείς να το σβήσεις και να το ξαναγράψεις, να το ξαναπροσπαθήσεις, να το πάρεις πάλι από την αρχή! Να ξανακάνεις τις πράξεις μέχρι να σου βγει σωστά το αποτέλεσμα. Τουλάχιστον στη μία κατηγορία.

Α ναι! Ξέχασα να σου πω για τις κατηγορίες μου. Είναι τρεις! Η πρώτη έχει να κάνει με τα λάθη που διορθώνονται! Αυτά που θυμίζουν τα σχολικά σου τετράδια που μόλις ανέφερα. Είναι εκείνα που έχουν μόνο μία αποδεκτή λύση ως απάντηση και δε σε μπερδεύουν μιας που από ένα σημείο κι έπειτα ξέρεις πως η λύση τους ή η διόρθωση τους είναι μονόδρομος. Π.χ. Έκανες το λάθος μια φορά να φας κάτι που σε πείραξε στο στομάχι . Ε τώρα ξέρεις πως αυτό το συγκεκριμένο κάτι δε θα το ξαναφάς! Είδες πόσο απλό είναι;

Πάμε στη δεύτερη κατηγορία τώρα. Αυτή ίσως να είναι κι η πιο αγαπημένη μου. Είναι για εκείνα τα λάθη που δεν έχουν μια σίγουρη σωστή απάντηση. Είναι εκείνα τα λάθη που τα κάνεις για την εμπειρία, για το ταξίδι. Που δε ξέρεις που θα σε βγάλουν. Είναι εκείνα που σε πάνε σε τόπους και μέρη νοητά και μη που δε μπορούσες ποτέ να φανταστείς πως θα πήγαινες! Είναι εκείνα τα λάθη που δεν έχουν διόρθωση γιατί ίσως και να μην είναι λάθη τελικά. Είναι απλά διαφορετικές διαδρομές από εκείνες που ήθελες να πάρεις. ‘Όμως κι η ζωή ταξίδι χωρίς συγκεκριμένο προορισμό δεν είναι; Γι’αυτό σταμάτα να γκρινιάζεις και αγάπα αυτά τα συγκεκριμένα λάθη σου.

Το πιο πιθανό είναι πως θα σου δώσουν και τα μεγαλύτερα δώρα! Κάθε οικογένεια όμως έχει και κι ένα «Σπόρο του Διαβόλου». Κι ενώ οι δυο προηγούμενες «αδελφές» είναι διαχειρίσιμες , ετούτη εδώ η τρίτη δεν είναι. Στην τρίτη κατηγορία πάνε τα άσχημα λάθη. Εκείνα που δε παίρνουν διόρθωση, που δεν αλλάζουν, που δε σου κάνουν καλό και το πιο πιθανό είναι πως σε έχουν πονέσει περισσότερο κι από χτύπημα του μικρού δάχτυλου του ποδιού σε γωνία κομοδίνου.

Ωπα! Ή μήπως δεν είναι και τελείως έτσι; Οκ είναι σκληρό κάτι που δε παίρνει διόρθωση, ειδικά για έναν άνθρωπο σα κι εμένα που πιστεύω ακράδαντα πως για όλα υπάρχει λύση εφόσον το θες. Όμως και αυτά τα λάθη, τα «συμπαγή», τα αδιόρθωτα κάτι θα σου δώσουν. Από ένα δυνατό μάθημα μέχρι την απόλυτη κρίση αυτογνωσίας. Θα σου δείξουν ποιος είσαι και ποιος δεν είσαι. Τι αγαπάς πραγματικά και τι δεν αντέχεις. Τι ανέχεσαι και τι όχι. Και να σου πω και την αλήθεια μου, αυτά τα λάθη ίσως και να πρέπει να τα αγαπάς περισσότερο από όλα τα αλλά. Κι εγώ αυτά αγαπάω τελικά πιο πολύ. Τα λάθη μας εκτός από αναπόφευκτα, είναι κυρίως θέμα επιλογής. Από τη γέννησή τους , μιας που εμείς επιλέξαμε να τα κάνουμε, μέχρι την λύση και την γενικότερη αντιμετώπισή τους.

Γι’αυτό κοίτα να τα διασκεδάζεις, να τα ομορφαίνεις και να τα νοστιμεύεις όσο μπορείς. Κάτι σαν τις πατάτες! Θα τις φας που θα τις φας, μάθε τουλάχιστον να τις τηγανίζεις, ή να τις κάνεις ωραιότατο πουρέ ή ακόμα και ογκρατέν! Μη τις βράζεις απλά! Είναι βαρετό….

ΥΓ:  Κειμενάκι μου για το http://www.ihappy.gr

Ώπα! Και σεξ και ντραγκς και ροκΝρολ!

7308436764c07b259de0ac

Κοίτα ξέρω πως δε μου το χεις αλλά είναι αλήθεια και Ok νομίζω πως ήρθε η ώρα να το παραδεχτώ, είμαι ένα χαρούμενο junky. Τώρα που μπήκε η άνοιξη και η ψυχή αλητεύει, είναι πιο εύκολο να τρέξει απροκάλυπτα σε αυτά που έτσι κι αλλιώς τη «φιξάρουν». Όχι πως αλλάζει κάτι τον υπόλοιπο καιρό, αλλά να όπως και να το κάνουμε, η άνοιξη «μαγίστρα» σε παρασέρνει πολύ πιο άνετα στις μικρές, προσωπικές ακολασίες σου ή έστω σε κάνει να τις δεις καθαρά και να τις παραδεχτείς ανοιχτά.

Ξέρω πως μάλλον σ’έχω μπερδέψει αλλά είναι τόσο απλό. Ίσως και να φταίει κι ο καιρός που φτιάχνει κι η μέρα που μεγαλώνει. Μετά από τη μαυρίλα και τη γκαντίφλα ενός χειμώνα σα και τον φετινό που δεν έλεγε να τελειώσει, αναζητάω με περισσότερη λύσσα τη δόση μου. Το κάνω χωρίς να το καταλαβαίνω κάποιες φορές, ενώ άλλες σχεδόν ξετσίπωτα.

Το ψάχνω το σπιντάκι μου! Το γυρεύω! Πώς αλλιώς να στο πω; Θέλω τροφή για τις φωτογραφίες μου, υλικό για τα κείμενά μου, αποδέκτη για το περιεχόμενο της κατσαρόλας μου και μόνο μια ουσία μπορεί να μου τα δώσει. Οι άνθρωποι! Και αυτά που νιώθω! Κι αυτά που κάνω όταν νιώσω! Πώς το λέει το τραγουδάκι; «Είμαι συλλέκτης ηλιαχτίδων το μεσημέρι με μια μπύρα στο χέρι Κι ένα τσιγάρο καλοκαιρινό, κάπνος κι αλκοόλ Χίλια παρά ένα χιλιόμετρα για ένα γκόλ» (Βρώμικο – Ρόδες) Ναι αυτό είμαι στ’αλήθεια. Ζω γι’αυτά που νιώθω τελικά. Αυτό είναι το σταφ μου. Αυτά κι η μεγαλύτερη ντρόγκα μου. Δε πίνω (πολύ ή πολύ συχνά έστω), δε καπνίζω (δεν έχω καπνίσει στη ζωή μου ποτέ), δε πολυξενυχτάω.

Όμως τη καρδούλα μου φίλε όταν βρω, τη χιλιοτρυπάω κατευθείαν ενδοφλέβια. Χωρίς κουτάλια ή λάστιχα ή ελαφριά χτυπήματα προετοιμασίας στη φλέβα. Κατευθείαν κέντρο. Και μετά το πρώτο κόψιμο της ανάσας, περιμένω να δω τις εικόνες, να μυρίσω τις μυρωδιές, να νιώσω το στέρνο να βαράει δίκαση (αν ξέρεις από drums), να νιώσω την ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά. Τέτοια είμαι αλήθεια στο λέω! Το «σκονάκι» μου δεν είναι πάντα ίδιο. Ούτε ο προμηθευτής μου. Το φτιάξιμο μου μπορεί να είναι μια βραδιά στο κάγκελο, χαζεύοντας ένα Ευλογημένο Πλάσμα να χαϊδεύει ένα μαγεμένο Λαούτο. Η προετοιμασία για των Βαγιώνε (όποιος κατάλαβε, κατάλαβε). Ένα μήνυμα από εκεί που δε το περιμένω. Μια βόλτα χαμένες στα στενά του κέντρου με μια καινούργια κι αγαπημένη φίλη. Ένας καυγάς με τη Πάστα Φλώρα. Νταούλια και Ζουρνάδες που μεθάνε το τύμπανό μου. Ένα καινούργιο τυρί. Ένα γερό κλάμα. Ένα συναισθηματικό μνημόσυνο γι’αυτό που μου πέθανε. Η χαρά ενός φίλου. Ένα χαμόγελο. Ακόμα και μια Κυριακή με διάθεση ψοφιμιού. Αυτό είναι το δικό μου «ανέβασμα». Κι είναι μπροστά μου κάθε φορά.

Γιατί το συναίσθημα είναι τελικά η μεγαλύτερη πρέζα! Το πιάνω! Όταν με αγκαλιάζουν ή με φασκελώνουν χέρια αγαπημένων φίλων. ¨ Το μυρίζω! ‘Όταν ξαφνικά το τσιγαρισμένο κρεμμύδι μου θυμίζει το κοκκινιστό της μαμάς μου Το γεύομαι! Όταν με φιλάνε πρώτη φορά χείλη που ανυπομονούσα να πλησιάσουν πιο κοντά. Το νιώθω! Γιατί με κυριεύει είτε είναι χαρά είτε λύπη! Κι έτσι ζω κι έτσι πορεύομαι! Πως αλλιώς να γίνει; Ειδικά όταν καθώς μεγαλώνω και παρατηρώ πως η ανάγκη μου να ενθουσιαστώ με κάτι είναι αντιστρόφως ανάλογη με αυτά που θα βρεθούν να με ενθουσιάσουν. Είναι δυνατόν λοιπόν να μη ψάχνω με μανία και σνιφάρω με μανία ότι καινούργια ουσία μου στείλει η τύχη μου;

Πρόσεξε! Μη πιστέψεις πως δεν είμαι εκλεκτική όμως! Δε βάζω στον οργανισμό μου ότι να ναι! Απαιτώ την καλύτερη ποιότητα και τη πιο καθαρή ουσία. Αυτή μόνο ψάχνω! Αυτή μόνο αποζητώ με μανία! Κι ας λένε πως ότι πιο «καθαρό» σκοτώνει. Ερασιτέχνης φωτογράφος, ερασιτέχνης συγγραφέας, ερασιτέχνης μάγειρας είπαμε! Άρα, εραστής της τέχνης και της καθάριας στιγμής και της καθάριας και δυνατής συγκίνησης!

Μόνο έτσι αξίζει! Γι’αυτό σου λέω, είμαι ένα χαρούμενο junky και μόνο έτσι μπορώ και έιμαι η Στέλλα! Και είμαι καλά!

ΥΓ:  Κειμενάκι μου για το http://www.ihappy.gr

Απόφοιτη Σχολής Καλογραιών

black1

Ναι πρόσεξε με λίγο. Μη ξεγελιέσαι όταν λες πως την «ξέρεις» ή πως την έχεις καταλάβει. Νομίζεις πως την «ξέρεις» ή την έχεις καταλάβει. Οκ, σίγουρα έχεις μαντέψει σωστά κάποια από τα χαρακτηριστικά της αλλά μη βιαστείς να πέσεις στη παγίδα των αφόρητων clichéé που θες να της φορτώσεις. Άκου με, ξέρω τι σου λέω και μπορώ να στο αναλύσω και λίγο. Θες να δεις;

Ας πούμε τη φαντάζεσαι να έχει ζήσει σε ένα αφόρητα αυστηρό περιβάλλον ή να ζυμώνει πρόσφορα νυχθημερόν. Να μιλάει άπταιστα γαλλικά και να παίζει πιάνο. Να ντρέπεται να εκφραστεί ανοιχτά για θέματα πολιτικής και να είναι ενοχική για θέματα που όλοι οι υπόλοιποι έχουν «λούσει» με τον αέρα μιας ψευδεπίγραφης «άνεσης» κάνοντάς τα ένα απλό κουρελάκι. Θέματα όπως η σεξουαλικότητά της. Έλα παραδέξου το! Αφού κι εσύ μόλις άκουσες τη λέξη «καλόγριες», το πρώτο που σκέφτηκες ήταν ράσα κι από κάτω ένα set καταπιεσμένες ζαρτιέρες….

Έλα τώρα να σου διαλύσω την ψευδαίσθηση. Είναι μια γυναικά σαν όλες τις άλλες, χωρίς να είναι ακριβώς σαν όλες τις άλλες. Σίγουρα υπάρχουν κι άλλες σαν κι αυτή εκεί έξω, μα ας πούμε πως λόγω σχολείου, ετούτη έχει Π.Ο.Π. ή σφραγίδα γνησιότητας . Σχεδόν με βεβαιότητα μπορεί και να μιλάει άπταιστα γαλλικά ή κάποια άλλη γλώσσα όμως το 2015 οι περισσότεροι αυτό δε κάνουν; Και ναι κάποια στιγμή θα πέρασε από τα χέρια της κάποιο μουσικό όργανο όμως αυτό δεν της άφησε απαραίτητα και παρακαταθήκη το να πηγαίνει μόνο στο Μέγαρο. Ας πούμε λοιπόν πως η όποια μόρφωσή της «μπολιάστηκε» με μια δόση δυσεύρετης, στις μέρες μας, παιδείας. Αν πήγε σε σχολή Ορθόδοξων Καλογραιών ειδικά, εκτός από όλα τα παραπάνω που έχεις ως «προαπαιτούμενα», έμαθε να αγαπάει λίγο παραπάνω την παράδοση, ίσως και την ιστορία και σίγουρα την λαογραφία. Είπαμε δε ζυμώνει πρόσφορα νυχθημερόν αλλά σίγουρα βλέπει όμορφα την ιδέα να ψευτονηστέψει τη Σαρακοστή. Όχι τόσο λόγο θρησκείας ή δόγματος, μα γιατί της αρέσει αυτός ο αέρας γλυκιάς νοσταλγίας κάθε φορά που φτιάχνει την τέλεια φασολάδα (ίδια μ’ εκείνη που έκανε και η γιαγιά της τέτοιες μέρες). Α ναι να μη το ξεχάσω, το πιο πιθανό είναι πως έχει έστω ένα παππού ή γιαγιά που ήταν πρόσφυγας από τη Μ. Ασία κι αν είσαι τυχερός και ήταν η γιαγιά της, τότε μάλλον έχει πάρει και το «χέρι» της γιαγιάς στη κουζίνα (με ό,τι σημαίνει αυτό). Επίσης λόγω όλων των παραπάνω, πιθανό είναι να έχει ντυθεί «ένδοξη» Σαρακατσάνα σε σχολικές εορτές και επετείους, καθώς επίσης και να ξέρει να χορεύει άψογο τσάμικο μιας που όλο και κάποιο χρόνο θα τον έφαγε στο Λύκειο Ελληνίδων ή στην ομάδα του Δήμου.

Δεν μεγάλωσε σε τόσο αυστηρό περιβάλλον όσο νομίζεις αλλά ίσως σε πιο περιορισμένο. Μέσα εκεί όμως έμαθε συζητά και να ακούει ανθρώπους μεγαλύτερους από εκείνη που την ώθησαν να σκαλίσει λίγο περισσότερο το μυαλό και το πνεύμα της πριν ξεκινήσει να μαθαίνει το πώς να λιμάρει τα νύχια της.
Ίσως να ντύνεται σα πενηντάρα, μόνη (με εκνευρίζει αφόρητα η λέξη «γεροντοκόρη»), καθηγήτρια Αγγλικών, με pastel πουκάμισα που έχουν βικτωριανό γιακά. Μπορεί και όχι. Όμως σίγουρα το ντύσιμο της είναι πιο «κοριτσίστικο» και το πιο πιθανό είναι να φοράει σπάνια τακούνια. Ίσως να έχει μακριά μαλλιά και να βάφεται ελαφρά. Δεν είναι πως «δε το ‘χει» με την πρόκληση (είναι που δεν έχεις δει τα εσώρουχά της), απλά αυτή της την πλευρά δε θέλει να την σκορπάει αδιάκριτα. Μη γελαστείς από τα λουλουδερά σερβίτσια και σεντόνια της, ούτε από τα αμέτρητα βιβλία που μπορεί να βρεις διάσπαρτα στο διαμέρισμά της. Δεν είναι ξενέρωτη, ούτε ανοργασμικιά. Με εκείνον που θα επιλέξει να πλαγιάσει, θα κάνει τα τέρατα. “Ομως σίγουρα αυτό δε θα συμβεί με τον οποιοδήποτε γιατί ξέρει πως τέτοιου είδους «τέρατα» χρειάζονται κάτι που οι περισσότεροι ξεχνούν στις μέρες μας. Χρειάζονται Οικειότητα. Γι’αυτό μια τέτοια γυναίκα «πλαγιάζει», δεν πηδιέται απλά.

Ναι όμως έχεις δίκιο. Δεν είναι ο πιο χαλαρός άνθρωπος που μπορείς να γνωρίσεις. Τρεις στις τέσσερις φορές είναι ενοχική με τον εαυτό της. Πρόσεξέ με! Με τον εαυτό της , όχι με τις επιθυμίες της! Ανησυχεί συνήθως για τα πάντα και αγχώνεται για ότι δε περνάει από το χέρι της. Είναι ευγενής σε σημείο που μπορεί να σου σπάσει τα νεύρα. Όταν θέλει να πει κάτι, θα το περάσει πρώτα από σαράντα φίλτρα κι ύστερα θα το βγάλει από μέσα της για να μη φανεί αγενής. Είναι απαιτητική με τους άλλους γιατί είναι απαιτητική και με τον εαυτό της. Γκρινιάζει κι έχει εκνευριστικές ευαισθησίες. Επίσης είναι συγκεντρωτική κι αυτό την κάνει να πνίγεται σε μια κουταλιά νερό για πράγματα που οι άλλοι έχουν λύσει μέσα στο πεντάλεπτο. Και, ναι μετά βαράει τον εαυτό της για αυτό. Είπαμε ενοχική μέχρι αηδίας. Σπάνια θα βρίσει, εκτός κι αν είναι με τις φίλες της. Ναι, ναι εκείνες που πήγαιναν στο ίδιο σχολείο. Εκεί θα της ξεφύγει και κανένα «μαλάκας» έτσι για την τσαχπινιά αλλά ως εκεί. Αλλοίμονο! Να ρίξει καταυτό τον τρόπο το «επίπεδο»; Jamais!!

Όμως ξέρεις κάτι; Τίποτα από όλα αυτά δε θα τη «σκοτώσει». Αυτό που θα τη φάει στο τέλος, είναι το ότι την έμαθαν όλοι να περιμένει το παραμύθι. Όχι απαραίτητα τον Πρίγκιπα, μα σίγουρα το παραμύθι. Εκείνο που οι καλοί πάντα θριαμβεύουν στο τέλος. Οι κακοί μεταμελούν και κερδίζουν τη συγχώρεση ή παίρνουν αυτό που τους αξίζει. Αν υπάρχει και ζευγάρι, τότε κι εκείνο ανταλλάσει όρκους αιώνιας, πραγματικής πίστης κι αγάπης κι όοοολοι αυτοί μαζί χάνονται στο ηλιοβασίλεμα. Αυτό λοιπόν θα τη φάει γιατί ενώ το περιμένει, είναι έξυπνη και ξέρει πως κάτι τέτοιο δε θα συμβεί ποτέ στη πραγματική ζωή. Της το είπε κι η μαμά της αλλά δεν έχει σημασία.

Κι η μαμά Ουρσουλίνα ήταν….

ΥΓ: Το συγκεκριμένο κειμενάκι μου ανέβηκε αρχικά στο http://www.ihappy.gr

Στο λόγο μου!

Image

Σήμερα λέω να ορκιστώ

Στα μεγάλα φιλιά που κάθε φορά θέλω να είναι από έναν και μόνο, τον εκάστοτε «Έναν» μέχρι να μου δείξει κι αυτός πως ήταν απλά «άλλος ένας».

Στο καλοκαίρι που κάθε φορά λέω πως αυτή τη χρονιά θα ναι το καλύτερο, μέχρι να λαχταρήσω  το Σεπτέμβρη.

Στο γέλιο το δυνατό που κάνει το στομάχι να πονάει, μέχρι να σκεφτώ πως πρέπει να σταματήσω μη και μου βγει ξινό.

Στους φίλους που βαφτίζω με τέτοια λαχτάρα «οικογένεια», μέχρι να γίνουν γνωστές φυσιογνωμίες που πέρασαν τυχαία από το απέναντι πεζοδρόμιο.

Στις προσδοκίες μου που είναι πάντα δυο φορές το μπόι μου, μέχρι να τις βάλει στο κρεββάτι του Προκρούστη η πραγματικότητα.

Στο εφηβικό παρουσιαστικό μου που ξεγελάει ακόμα κι εμένα καμιά φορά, μέχρι να το σφαλιαρίσει το συνταξιούχο εσωτερικό μου.

Στις χαρές  που τις αφήνω κάθε φορά να μου δώσουν το λόγο τους πως θα μείνουν αυτή τη φορά, μέχρι σαν άπιστοι σύζυγοι να μου αφήσουν ενοχλητικά τις παντόφλες τους στο μπάνιο ως μοναδικό αποδεικτικό πως για λίγο ήταν όντως εδώ.

Στα χάδια που θέλω να δώσω και να πάρω, μέχρι να γίνουν τα χεριά βαρίδια που δεν μπορούν να σηκωθούν.

Στο χρόνο που λέω πως είναι στάσιμος, μέχρι να κοιτάξω την ώρα και να πεταχτώ βίαια από το κρεββάτι μου.

Στις πεταλούδες που φωλιάζει ο ενθουσιασμός  στο στομάχι μου, μέχρι να μου πέσουν βαριές και να βγουν βίαια από το στόμα.

Στις σφιχτές αγκαλιές που μου κόβουν την ανάσα, μέχρι να γίνουν θηλιά γύρω από το λαιμό μου ή να εξαφανιστούν αφήνοντας κενό.

Στη ελπίδα που φαντάζει στα μάτια μου ζωηρό κοριτσάκι, μέχρι να την δω ξερή κι άνυδρη μεσήλικα που κουράστηκε να περιμένει.

Στον Άγιο Ιούδα το Θαδδαίο, τον προστάτη των απελπισμένων και των χαμένων σκοπών.

Στην ατέρμονη επανάληψη όλων των παραπάνω……..

 

Alice από που πάνε για το Kansas;

Image

‘Εχω να πατήσω το πόδι μου εκεί χρόνια.  Αλήθεια εσύ θυμάσαι καθόλου από πού ξεκίνησες;  Εγώ τι να σου πω;  Μεταξύ  μας δε ξέχασα και ποτέ.  Απλά καμιά φορά βοηθάει το να μη το πολυσκέφτομαι.  Είμαστε άλλωστε τόσο μακριά από εκεί τώρα πια.  Δε ξέρω αν θα ωφελούσε και κάπου το να το πολυσκεφτόμαστε.

Τώρα πια είμαστε εδώ.  Εδώ και χρόνια είμαστε εδώ.  Εσύ σε ένα κουραστικό τσάι Μη-Γεννεθλίων κι εγώ σε ένα μακρύ δρόμο με κίτρινα τούβλα.  Χαζεύω  τις κόκκινες μπαλαρίνες μου κάθε μέρα ξέρεις.  Παλιότερα χτύπαγα με μανία τις φτέρνες μου για να με γυρίσουν πίσω όμως δε με πήγαν πουθενά αλλού.  Ίσως να φταίει που όσο κι αν μεγάλωσα, εγώ έμεινα πεισματικά με τις μπαλαρίνες μου όταν όλοι γύρω μου ήθελαν να βάλω 12πόντα κόκκινα λουστρίνια.  Δεν είμαι εγώ γι’αυτά.  Όπως εσύ δεν είσαι για την αυλή της Κόκκινης Βασίλισσας.  Κι αυτό το Λαγό πως τον αντέχεις ήθελα να ξερα!  Πάντα με το ρολόι στο χέρι!  Τι εμμονή κι αυτή με τον χρόνο και τις τυπικότητες;   Δε τον βαριέσαι;   Εγώ είμαι σίγουρη πως αν ήμουν στη θέση σου, θα του είχα δώσει το ρολόι του να το φάει.   Αλλά έτσι μάθαμε θα μου πεις.  Εσύ να αντέχεις το Λαγό, εγώ να περπατάω αδιαμαρτύρητα πάνω στα κίτρινα τούβλα.  Κι είναι αργά να αλλάξουμε Alice.  Ίσως να μην υπάρχει και λόγος πια.

Εσύ συνήθισες τις ασυναρτησίες του Καπελά κι εγώ κατάλαβα πως οι Τενεκεδένιοι που με πλησιάζουν κατά καιρούς, δε θα αποκτήσουν ποτέ καρδιά!  Τα Λιοντάρια θα τα παίρνω πάντα για περιστασιακά κατοικίδια μιας που δεν έχουν το θάρρος ούτε νερό να βρουν για τον εαυτό τους κι εσύ δε θα κοπανήσεις ποτέ τα ενοχλητικά Δίδυμα Tweedledee και Tweedledum όσο κακότροπα κι αν γίνουν.

Κι ύστερα τι να αλλάζαμε και για ποιο λόγο;  Εμείς έτσι φτιαχτήκαμε κι έτσι είμαστε κι όταν ο κόσμος γύρω αλλάζει, καλό είναι να μένει και κάτι σταθερό, έτσι δεν είναι;  Το μόνο που με ενοχλεί είναι που τώρα τελευταία κουράστηκα να περπατάω.  Έλα παραδέξου το!  Κι εσύ έχεις κουραστεί να μπουκώνεσαι προκειμένου να μικρύνεις ή να μεγαλώσεις ανάλογα με τις πόρτες που πρέπει να ανοίξεις  μικρή μου.  Η δική σου προσαρμοστικότητα κι η δική μου αντοχή μας έφαγαν λέμε.  Κουράστηκα Alice κι έχουν αρχίσει να με χτυπάνε κι οι κόκκινες μπαλαρίνες μου όπως κι εσένα έχει αρχίσει εδώ και καιρό να σε βαραίνει το στομάχι σου.

Ξέρω πως το Kansas  είναι χιλιόμετρα μακριά πια κι ακόμα και να γυρίσω πίσω, τίποτα δε θα είναι όπως το θυμάμαι.  Το ίδιο συμβαίνει και σ’εσένα μη νομίζεις.  Αλλά και τούτες εδώ οι διαδρομές μας νομίζω πως μας κούρασαν πια.  Κι αφού εμείς δεν αλλάζουμε,  μήπως να αλλάζαμε διαδρομές;  Δε βαρέθηκες κάθε φορά να βουτάς στην λαγότρυπα;   «I’ve finally decided my future lies beyond the yellow brick road»….

Με πολλή αγάπη,

Dorothy