Merry και Pippin μη σου πω…

HMW_product_0006_grande

Αναβοσβήνουν τόσα φωτάκια γύρω μου καθημερινά που ξέχασα να ανάψω εκείνα του Δέντρου μέρες που είναι.  Φωτάκια στο κινητό από τις διάφορες ειδοποιήσεις. Το φωτάκι του Modem απέναντι από το κρεββάτι μου. Το φωτάκι του θερμοσίφωνα. Το φωτάκι του τηλεφωνητή. Κάτι άλλα ξέμπαρκα που έχω γύρω από μια μεταλλική ραφιέρα στη κρεββατοκάμαρα.

Χριστούγεννα πάλι κι αναρωτιέμαι πόσα φωτάκια έχω ανάψει για τη χρονιά που φεύγει.

Δε το χωνεύω το πολύ τεχνητό φως.  Δε ξέρω αν το ‘χω ξαναπεί αυτό, μα έχω αρχίσει να αντιπαθώ οτιδήποτε χρειάζεται να μπει στη «πρίζα» για να λάμψει.  Πιάνω τον εαυτό μου να μη δίνει ευκαιρίες πια.  Να μη «σπρώχνει» καταστάσεις, φιλίες, ανθρώπους.  Δε θέλω .

Ο χρόνος κυλάει και φεύγει και καλό είναι να κάνουμε αυτό που πραγματικά θέλουμε, δε νομίζεις;

Ξαπλώνω στα ροζ καρώ σκεπάσματά μου και γελάω που οι άντρες φίλοι μου με κοροϊδεύουν για τη μανία μου να γεμίζω τον τόπο δαντέλλες.  Ξεχνάνε ή μάλλον δε ξέρουν πως τα πιο σκοτεινά όνειρα γίνονται στα πιο λουλουδερά σεντόνια και πως τα πιο οριστικά και αμετάκλητα “Τέρμα!” έχουν ειπωθεί από στόματα που είχαν μουδιάσει να προφέρουν τη φράση «Συγνώμη.  Ας προσπαθήσουμε πάλι»

Με πιάνει μια αμηχανία τις γιορτές.  Θυμάμαι τις εποχές που ένα ροζ –φούξια κουτί με το χαρακτηριστικό, καλλιγραφικό Β ήταν αρκετό για να κάνει το κοριτσίστικο κομμάτι μου να χαίρεται για 15 μέρες συνεχόμενα.  Μα κι αυτό δε κράτησε πολύ.  Στα 10 μου ζήτησα από τον Αγιο Βασίλη να μου φέρει τη πρώτη μου γραφομηχανή και στα 12 είχα ήδη διαβάσει τα μισά βιβλία που ήταν  στα ράφια πάνω από το κρεββάτι μου.  Φάνηκε από νωρίς το κακό μα κανένας δεν έκανε κάτι.

Τώρα που το σκέφτομαι,  νομίζω πως το ½ της ζωής μου το έχω περάσει μέσα στο κάστρο του δωματίου μου, πάνω από χαρτιά με σημειώσεις κι ανοιχτά βιβλία.  Ακόμα και τώρα που εδώ και χρόνια μένω μόνη μου.

Όμως δεν είναι αυτό το θέμα.

Τις γιορτές λέει, πρέπει να τις περνάς  μ’αυτούς που αγαπάς.  Επίσης λέει, πρέπει να λες αλήθειες.  Ποιος το λέει;  Κι αυτός που το λέει, έχει σκεφτεί τις συνέπειες του να πεις αλήθειες σ’αυτούς που αγαπάς μέρες που το φαΐ κοντεύει να σου βγει από τα αυτιά;

Κι εγώ που λέω αλήθειες όλο το χρόνο και κυρίως σ’αυτούς που αγαπάω, γιατί πρέπει να ξαναλέω πάλι τα ίδια;  Γιατί ότι και να γίνει, πάντα τα ίδια λέω!  «Σ’αγαπάω», «Είμαι εδώ», «Μου λείπεις».

Ε λοιπόν το αποφάσισα!  Δε θα πω τίποτα! Και που τα λέω;  Δε ξέρω ποιοι τα λαμβάνουν υπόψη τους κι αν σημαίνει κάτι για δαύτους.  Άσε που έχω βαρεθεί να ακούω τον εαυτό μου να τα λέει!  Και δε με νοιάζει κιόλας!

Γιορτές κι όλοι αυτοί που θα θελα να δω, βρίσκονται μοιρασμένοι στα 4 σημεία του ορίζοντα.  Δε βαριέσαι.  Έτσι κι αλλιώς  τον εαυτό μου τον έχω κόψει σε τεύχη και τον έχω μοιράσει.  Οπότε κάνω Χριστούγεννα μετρημένη σε φύλλα, με την έκδοση στη κωλότσεπη του τζιν αυτών που πραγματικά νοιάζομαι. Τους τα χω πει, τα ξέρουν, τελεία.   Δεν έχει σημασία που δε θα είμαστε στο ίδιο τραπέζι.  Δεν με νοιάζει καν αν με σκέφτονται ή με νοιάζονται όσο εγώ.   Στη τελική αν το καλοσκεφτείς κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να νιώσει για σένα ότι νιώθεις εσύ γι’αυτόν  και κάπως έτσι γυρίζει ετούτη η γη και πάνε κι έρχονται  τα Χριστούγεννα χρόνια τώρα .  Άρα ως εδώ καλά.

Και παραπέρα πάλι καλά μιας και σκέφτομαι κι εκείνους που δεν κάνουν.  Με χαμηλή βαθμολογία από το Σεπτέμβρη και κόψιμο στις εξετάσεις του Δεκέμβρη, στο απουσιολόγιο για την καινούργια χρονιά καταχωρούνται σε εκείνους που απλά δε θα συνεχίσουν τη τάξη.

Κι εκεί που μετράω τους χρόνιους αριστούχους, τους τσαμπουκαλεμένους και με επικίνδυνη προοπτική νεοφερμένους, εκείνους που άξαφνα ξαναγράφτηκαν στο μάθημα  κι αρχίζω να λέω δυνατά τον κατάλογο με τα ονόματα, το μάτι κολλάει στο

«Τσουβαλίδου Αθηνά του Μάνθου»

Και δεν παίρνω απάντηση γιατί εδώ και κάποιους μήνες είναι απούσα.  Και θα είναι απούσα από εδώ και περά. Κι επειδή εκείνη είναι απούσα, κρατάω εγώ το απουσιολόγιο και φωνάζω δυνατά τον κατάλογο ενώ αυτό θα ήταν δουλειά του σπασίκλα της τάξης.  Μα ο Σπασίκλας αυτής της τάξης δε θα είναι πια εδώ.

Κι έτσι ξανάρχομαι στην αρχή όλου τούτου του γραπτού, εορταστικού παραληρήματος,

Στο ότι «Ο χρόνος κυλάει και φεύγει και καλό είναι να κάνουμε αυτό που πραγματικά θέλουμε, δε νομίζεις;»

Και να τον ξοδεύουμε εκεί που πραγματικά θέλουμε.

Και με αυτούς που θέλουμε.

Κι αν η πίστη μας έχει μείνει μισή, η όποια πίστη μας, σε ότι κι αν πιστεύαμε, ας πιστέψουμε λίγο παραπάνω ο ένας στον άλλο που διαλέξαμε γιατί μόνο αυτό έχουμε στ’αλήθεια…..

Καλή Χρονιά….

 

Πιάσε την κάμερα…

IMG_7566(FILEminimizer)

 

Ξέρεις τι είναι η ταχύτητα κλείστρου;

Σαν ερασιτέχνης φωτογράφος θα προσπαθήσω να στο πω όσο πιο απλά γίνεται.  Είναι η ταχύτητα με την οποία ανοιγοκλείνει το  «μάτι»  του φακού και φυλακίζει αυτό που θέλεις να τραβήξεις .  Το πόσο γρήγορα θα παγώσει ο χρόνος στην εικόνα.

Το πιασες;

Όχι, σε ρωτάω γιατί τώρα τελευταία νομίζω πως δε λειτουργούν μόνο οι φωτογραφικές μηχανές με αυτό τον τρόπο.

Έχει κι η καρδιά ταχύτητα κλείστρου κι αυτό είναι μεγάλη παγίδα.

Κάθε φωτογραφική μηχανή βλέπεις, έχει συγκεκριμένο αριθμό λήψεων που θα τραβήξεις και σου βγάλει άψογες φωτογραφίες.  Μόνο που το πότε θα αποφασίσεις να τραβήξεις  είναι καθαρά στο δάχτυλό σου.  Δίκη σου επιλογή εντελώς!

Η καρδιά φιλαρακό όμως δε λειτουργεί έτσι.

Πατάει το κουμπί όπου θέλει εκείνη.  Ανοιγοκλείνει το κλείστρο της όποτε γουστάρει αύτη και δε δίνει λογαριασμό σε κανένα.  Ξοδεύει τα πολύτιμα  «κλικ»  της και δε θα σε ρωτήσει κιόλας!  Και κάθε φορά στα λιγοστεύει κι εσύ μένεις απλώς να απλώς να καταμετράς.

Δε πα να της φωνάζεις ότι έτσι όπως τραβάει φωτογραφίες, λιγοστεύει το απόθεμά της;  Ότι μειώνει τα πλάνα και τα καρρέ;  Σκασίλα της ρε!  Είναι  «Μόρτης»  φωτογράφος η καρδιά κι όσο πιο πολύ λιγοστεύει τις λήψεις της, τόσο πιο επικίνδυνα  «κάδρα»  τραβάει.  Και σου γεμίζει μετά άλμπουμ ολόκληρα.  Κι όσο περνάει ο καιρός, ακόμα κι αυτά τα άλμπουμ αλλάζουν χαρακτήρα.  Δεν είναι εκείνα τα πλαστικά με τα λουλουδάκια.  Όχι!  Είναι βαριά και δερματόδετα, με χονδρό εξώφυλλο και τσιγαρόχαρτο ανάμεσα στα φύλλα τους.  Συμβαδίζουν βλέπεις και με το περιεχόμενό τους…

Δε με πιστεύεις;   Κλείσε τα μάτια σου για μια στιγμή.  Κάν’το!  Και τώρα ξανάνοιξέ τα!

Τι είδες με τα μάτια κλειστά;  Στιγμές σου δεν είδες;

Κι είναι κάτι στιγμές άλλες, διαφορετικές.  Στιγμές που έχεις κοιτάξει γύρω σου.  Έχεις παρατηρήσει αυτούς που είναι δίπλα σου κι ανάλογα με τη θέρμη στο στέρνο σου, έχεις ξανακλείσει τα μάτια για κλάσματα, προσπαθώντας να τους παγώσεις για πάντα στη μνήμη σου.  Συγχαρητήρια!  Μόλις πάτησε η καρδιά το κουμπί που σου ‘λεγα πιο πάνω.  Μόλις τράβηξες μια ψυχική φωτογραφία.  Και τώρα που ξέρεις, βιάζεσαι να ξανανοίξεις τα μάτια.  Για να ξαναβρεθείς μαζί τους στην ίδια διάσταση.  Κι ας είσαι φτιαγμένος από εκείνη τη στόφα που πάντα θα σε έχει να ακροβατείς ανάμεσα στο ωμό πραγματικό και στους λαβυρίνθους του μυαλού σου.

Έχω χρόνια μια φίλη που με ξέρει καλά.  Κάποτε γύρω στα 18 μου είχε πει πως σίγουρα στη ζωή μου μια μέρα θα γίνω πολύ ευτυχισμένη.  Την είχα ρωτήσει με απορία γιατί.

«Γιατί προσέχεις τα μικροπράγματα Στέλλα.  Σε κάνουν χαρούμενη κάτι σαχλαμάρες στις οποίες κανείς μας δε δίνει βάση»  Μου είχε απαντήσει.

Καθώς μεγαλώνω , καταλαβαίνω όλο και περισσότερο τι ήθελε να μου πει.  Πάντα πίστευα στο Θεό των μικρών πραγμάτων κι έτσι ακόμα και στις φωτογραφίες μου, εστίαζα στις λεπτομέρειες που δε προσέχει κανείς.  Γι’αυτό τραβάω και τα πορτραίτα μου με τον 55-200 φακό.  Γι’αυτό κι εξακολουθώ να ψάχνω την ομορφιά στις πιο σκοτεινές γωνίες.  Δε με νοιάζουν τα αψεγάδιαστα και τα συμμορφωμένα.  Δε μπορώ τα στρωμένα και τα εύκολα.  Γι’αυτό ίσως και πλέον δε λογαριάζω  τα ζόρικα  «κλικ» που τραβάει η κυρία μέσα, αριστερά.   Έτσι κι αλλιώς θα ξοδέψει τις λήψεις της όπου θέλει εκείνη κι εγώ μετά απλώς θα τακτοποιήσω το δερματόδετο άλμπουμ που λέγαμε.

Μόνο που τον τελευταίο καιρό με βομβαρδίζει με πλάνα τόσο γεμάτα ένταση και χρώμα, με εικόνες τόσο ζωντανές που έχω αρχίσει και νιώθω λίγο σα πολεμικός ανταποκριτής κι ώρες ώρες θέλω να κρυφτώ και να σταματήσουν οι λήψεις.  Είχα καιρό να βρεθώ σε χαράκωμα κι έχω ξεχάσει πώς να φυλάγομαι.  Μάλλον θα φταίει που δε ξέρω πόσα  “κλικ”  μου μένουν ακόμα.  Κι αν όσα μένουν, θα ‘ναι εξίσου σημαντικά. Γι’αυτό φοβάμαι…

Μη μου δίνεις σημασία!

Έτσι κι αλλιώς πάλι κλείνω τα μάτια.  Πλάνο;  Πάμε……

 

Στις επάλξεις! (Darling just don’t put down your guns yet)

army cooks-1-1

 

“Αν σ’αγαπούν, να μάθουν να το λένε

Κι αν δε στο πουν, να μάθεις να το κλέβεις»

Ναι;  Όχι!  Όχι ρε φίλε! Δε θέλω να κλέψω τίποτα!  Πόσο μάλλον κάτι που το αξίζω!  Δε θέλω κανένας να  «σπρώξει»  τον άνθρωπο που αγαπάω να δει αυτό που του χαρίζω απλόχερα.  Θέλω να το κερδίσω με το σπαθί μου!  Μόνο έτσι αξίζει και τιμάται η μάχη!  Γιατί μη γελιέσαι, για μάχη πρόκειται!  Μάχη επαναλαμβανόμενη και σκληρή.  Κι εγώ πλέον το στράτευμά μου δε το κατεβάζω εύκολα στο πεδίο.  Είναι πολύτιμο και βαρύ το πυροβολικό μου και παρά τις απώλειες που έχει δεχθεί τα τελευταία χρόνια, παραμένει ακόμα άρτια εκπαιδευμένο και ετοιμοπόλεμο.  Απλά πλέον δεν σπαταλάω τα πυρομαχικά μου δεξιά και αριστερά.

Κι όσο περιμένω την επόμενη μάχη για την οποία θα κρίνω πως αξίζει να ματώσω τη σημαία μου, όσο περιμένω κάποιος να με αγαπήσει, έμαθα κι εγώ να με αγαπάω λιγάκι.  Γι’αυτό δε θυσιάζω τους τοξότες και τους πυροβολητές μου με την πρώτη ανούσια εχθροπραξία.

Όταν ο «εχθρός» αξίζει τον κόπο όμως, τα πράγματα είναι αλλιώς.  Γιατί εκεί είναι δηλωμένη η αξία κι αυτή την αναγνωρίζω και την τιμώ.  Βγαίνω από το αμπαρωμένο οχυρό μου, γυαλίζω τις μπότες και τα σιρίτια της καλής στολής μου και βαράω προσοχή.

Κι εκεί γελάω κι ίσως και να εκνευρίζομαι και λίγο.  Γιατί δε καταλαβαίνω όλο αυτό με το «βάρος».

Τι πάει να πει πως σου είναι βάρος το να σου πω πως μου είσαι πολύτιμος;  Πως σημαίνεις πολλά για μένα;  Γιατί;  Επειδή σ’αγαπάω έτσι ακριβώς όπως είσαι;  Επειδή σου δίνω πάτημα για να συνεχίσεις να είσαι ο υπέροχος, γαμάτος άνθρωπος που έχω γνωρίσει;

Αν η αγάπη μου σε πιέζει να παραμείνεις αυτός ο  άνθρωπος, ε τότε κάν’το γαργάρα!  Είναι όμορφο να σε αγαπάνε, να σε νοιάζονται.  Να θέλουν και να μπορούν να δεθούν μαζί σου!  Τ’ακούς;  Είναι ζεστό κι οικείο κι υπέροχο!  Ειδικά σε μια εποχή που ο κόσμος «πεινάει» για αγάπη κι αυτή του την πείνα την ταΐζει με φασκόμηλο!  Γιατί ναι, το περιστασιακό σεξ χωρίς οικειότητα, το να βγεις για να πεις ότι βγήκες, το να έχεις έναν-δυο για να χασκογελάς άνευ ουσίας σε φάση  «τα λέγαμε», είναι φασκόμηλο, μη γελιέσαι!

Εγώ λοιπόν δεν έχω χρόνο πια για φασκόμηλο!  Δε παίρνω τηλέφωνο για ευχές όταν δε το νιώθω.  Δε κρατάω επαφή για να σκοτώσω απλά τη μοναξιά μου.  Δεν έχω πλέον κανένα θέμα μαζί της.  Κάνω καλή παρέα με την πάρτη μου.  Έχω επίγνωση του menu μου και δε το μοιράζω σε ανθρώπους με λογική fast food.

Μάλλον θα φταίει και το ότι τίναξα τη μέχρι τώρα ζωή μου και την όποια σιγουριά της στον αέρα για να γίνω chef και να γεμίζω στομάχια με νοστιμιές.  Να γαργαλάω ηδονικά ουρανίσκους με γεύσεις που κρύβουν μαγεία.

Κι οι ανθρώπινες σχέσεις εκτός από «μάχη», θα έπρεπε να είναι και μαγειρική.  Γεμάτες από αλάτι, πιπέρια, γλυκά υλικά, λίγο ξινό για την αλλαγή κι ακόμα και λίγο πικρό για το ξέπλυμα της γλώσσας.

Κι εσύ ακόμα θέλεις να γεμίσεις το σαρκίο σου απλά με φασκόμηλο;

Εξακολουθείς να θέλεις να κατεβάσεις τα έρμα τα φαντάρια σου σε κάθε μικροπρόκληση;

Αγχώνεσαι γιατί ένα άλλο πλάσμα σου δίνει την αξία που σου αρμόζει;

Buckle up Soldier!

Είσαι άνθρωπος ή αμοιβάδα;;;;

Εδώ έχουμε πόλεμο λέμε!!

Σκέψου λοιπόν την τύχη σου αν σε αυτή την εκστρατεία σου τύχει και στρατιωτικός μάγειρας…..

Νιαούριστε μαζί μας

10410220_10152850093873374_658047981989295765_n

Σκέφτομαι εδώ και μέρες να πάρω μια γάτα.  Είναι καινούργιο το σπίτι, καινούργια κι η ίδια μου η ζωή πια και μέχρι να τα συνηθίσω, χρειάζομαι λίγη συντροφιά παραπάνω.  Ένα χάδι στα πόδια μου τώρα που κρυώνει ο καιρός.  Τουλάχιστον μέχρι να φανείς εσύ.  Αν φανείς εσύ.   Γιατί αν φανείς εσύ ξέρω τι θα γίνεται.  Θα ακουμπάω τα κρύα μου πέλματα  πάνω στα σκληρά καλάμια σου κι έτσι θα μοιραζόμαστε τις μικρές, οικίες, γλυκές δυσφορίες του χειμώνα.  Κι εσύ θα κοροϊδεύεις  τις παιδικές μου κάλτσες.   Κι εγώ θα σε λέω «χαλβά».   Κι εσύ θα με κοιτάς και καλά αγριεμένα.  Κι ύστερα θα γελάμε.  Και μετά θα το βουλώνουμε. Και θα κοιτιόμαστε κατάματα.  Όπως κοιτιόμαστε κάθε φορά που βλεπόμαστε.  Με εκείνο το ύφος του «έχω τόσα πράγματα να σου πω μα δε στα λέω ακόμα.  Προς το παρόν αναρωτιέμαι αν είσαι αυτό που δείχνεις» .

Αυτός ο χειμώνας που θα ρθει, δε θα ναι σα τους άλλους στο πα;  Το ξέρω!  Το νιώθω!  Ίσως γιατί εγώ δεν είμαι πια αυτή που νόμιζα πως ήμουν.  Κι εγώ κι όλοι οι άλλοι.  Είμαι αυτή που πάντα ήμουν πραγματικά.   Και τώρα που γύρισα ξανά στην αφετηρία, λες κι έπαιζα Monopoly, νιώθω όπως ένιωθα όταν τελείωσα το σχολείο.  Νιώθω πως τώρα η ζωή αρχίζει πάλι από την αρχή.

Ετούτη η στιγμή.  Ετούτος ο χρόνος.  Αυτή η γειτονιά  Αυτή η πόλη  Αυτές οι αποφάσεις.  Ετούτα τα όνειρα.  Αυτές οι προσμονές.  Να τι κρατάω.  Εκείνες τις πληγές.  Τις άλλες απογοητεύσεις.  Εκείνα τα κλάματα.  Τις άλλες αναβολές.  Εκείνους τους καυγάδες.  Τα άλλα κακά μαντάτα.  Εκείνα τα φαντάσματα.  Να τι αφήνω πίσω μου.  Και στέκομαι μπροστά στην πόρτα μιας καινούργιας, μυρωδάτης αρχής.

Σα το παιδάκι περιμένω τη συνέχεια κι ίσως να ‘ναι αυτό ακριβώς που κάνει τους γύρω μου να νομίζουν πως έχω παντελή έλλειψη του κινδύνου.  Μα δεν είναι έτσι.  Η ζωή δε βγαίνει αν ταμπουρωθείς πίσω από τα άσχημα που σου έτυχαν.  Κι η ανθρώπινη επαφή δεν ανθίζει αν στέκεις με το δάχτυλο στη σκανδάλη μπροστά από τον καθένα που θέλεις να σε πλησιάσει!

Δε στο κρύβω πως έχω φάει πάρα πολλές φορές τα μούτρα μου έχοντας αυτά τα μυαλά, μα τέτοια ήμουν και τέτοια θα μείνω.  Κι εκεί πιστεύω πως είναι κι η μεγαλύτερη μου νίκη απέναντι σε όλα τα άσχημα.  Το ότι όσο κι αν μεγαλώνω, αρνούμαι πεισματικά να χάσω την καλή μου πρόθεση και προαίρεση.

Συνεχίζω να πιστεύω στο καλό που κρύβεται στα σωθικά των ανθρώπων.  Γιατί τα σωθικά είναι σχεδόν πάντα ζεστά.  Και στα ζεστά μόνο καλό φωλιάζει.

Συνεχίζω να αγαπάω και να εμπιστεύομαι αυτούς που διαισθάνομαι πως θα γίνουν φίλοι μου από τα πρώτα λεπτά.  Γιατί  η φιλία είναι χημεία!  Κι η χημεία είναι θέμα δευτερολέπτων!

Συνεχίζω να θέλω  να ερωτεύομαι αγόρια χωμάτινα, με ζόρικα βλέμματα που μαρτυράνε πως ίσως και να έχουν ζήσει κάπως όπως εγώ.  Γιατί όταν με παίρνουν αγκαλιά, μυρίζει βροχή.  Κι αυτό είναι μαγεία!  Κι η μαγεία απλά συμβαίνει!

Συνεχίζω να ελπίζω πως όλα καλά θα πάνε, γιατί κάθε μέρα έχω την ευκαιρία να διορθώσω ό,τι διορθώνεται, να αφήσω πίσω μου ό,τι καταστράφηκε και να κάνω ξανά όσα καινούργια ξεκινήματα χρειάζονται, μέχρι να πετύχω σωστά τη «συνταγή».

Δεν είναι όλα καλά κι ούτε θα γίνουν, δεν έχω τέτοιες γελοίες αυταπάτες.  Μα αν δεν αφήσεις σ’ όλα τα παραπάνω  χρόνο και χώρο για να ανασάνουν, δεν είναι σα να ενδίδεις στη γύρω μιζέρια και δυστυχία;   Σα να γίνεσαι ένα με το «τέρας»;  .  Κι αν γίνει έτσι, τότε όλοι μας καταλήγουμε μίζεροι, στερημένοι και μόνοι.  Ξεραμένοι κι άνυδροι, γεμάτοι πίκρα κι απωθημένα.  Σπορά αυτόφυτης μα κυρίως σπαρμένης εξωτερικής δυστυχίας και κακίας.  Πίστεψέ με, έχω γνωρίσει ένα δυο τέτοιους  ανθρώπους και το θέαμα δεν ήταν καθόλου ωραίο.

Για όλα τα παραπάνω κι όχι μόνο, επιμένω στο να θέλω να βλέπω την ομορφιά στα πράγματα γύρω μου όσο δύσκολο κι αν γίνεται αυτό.  Γιατί ομορφιά κρύβεται παντού αρκεί να αφήσεις το μάτι σου να την ψάξει.   Ομορφιά είναι σε μια πυκνοκατοικημένη γειτονιά του κέντρου,  το να μαζεύω τα απλωμένα μου  γιατί το πάει για βροχή και την ίδια ώρα να κάνουν το ίδιο άλλοι δυο τρεις από τα γύρω μπαλκόνια.  Κι έτσι όπως είναι μισάνοιχτες οι μπαλκονόπορτες μας, να ανταλλάσουμε τις μυρωδιές από τα τσουκάλια μας, μαζί με τις καλημέρες, τα χαμόγελά μας και τα λίγα νέα μας.  Ομορφιά είναι το χαμόγελο της μαμάς μου κάθε φορά που βγαίνει χαρούμενη από τη θεραπεία της.  Ομορφιά είναι η φάτσα της κολλητής μου που μαρτυράει τη χαρά της τώρα που γύρισα Αθήνα.  Ομορφιά είναι η χροιά της φωνής της μαμάς της αδερφής μου κάθε φορά που θα με πάρει τηλέφωνο να δει τι κάνω.  Ομορφιά είναι το άγχος της αδερφής μου για την καινουργια της σχολή. Ομορφιά είναι να έρχομαι να σε δω κι ας έχουμε αρπαχτεί μέσω μηνυμάτων δυο μέρες πριν.  Γιατί ναι! Είναι όμορφο να σε βλέπω, ειδικά όταν με κοιτάς με εκείνο το βλέμμα του «Τώρα εσύ ή με δουλεύεις ή όντως είσαι έτσι».

Κατάλαβες Μούργο;  Αν κατάλαβες, έχω πολλά ζευγάρια με αστείες κάλτσες για να κοροϊδεύεις.  Αν δε κατάλαβες, δε με βλέπω να γλυτώνω τη γάτα.  Αν και τώρα που το σκέφτομαι, γάτα λέω να πάρω έτσι κι αλλιώς.  Μια γκρινιάρα σα κι εσένα….

Μου μυρίζει θαύμα γεύση

Μου μυρίζει θαύμα γεύση

«Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού.   Ουδείς ασφαλέστερος εχθρός εκ του ευεργετηθέντος αχάριστου.  Ουδείς αναμάρτητος.  Ουδείς αναντικατάστατος.»

Ωπα, ωπα! Φρένο εδώ!! Όχι και ουδείς αναντικατάστατος!!!  Υπάρχουν και πράγματα που δεν αντικαθιστούνται.  Τα ρεβίθια, τα γεμιστά και η κοτόσουπα αυγολέμονο της μαμάς μου ας πούμε δεν έχουν αντικαταστάτη!  Είναι αυτούσιες, ατράνταχτες και αδιαμφισβήτητες γευστικές αξίες!  Αποτελούν γλωσσικά αξιώματα!  Δεν αγγίζονται, δεν πειράζονται και δεν χωράνε τράτο για συζήτηση.  Μονάχα απολαμβάνονται την κατάλληλη στιγμή και κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες και διαπραγματεύσεις.  Διότι πάντα έχουμε διαπραγματεύσεις όταν ζητάω από την Πάστα Φλώρα να μου φτιάξει ένα από τα τρία προαναφερθέντα, μικρά γαστριμαργικά της θαύματα.  Συνήθως το σκληρό χαρτί μου είναι το πόσο καιρό έχει να με δει ή το αν έχω κάνει κάτι που μου ζήτησε ή το πιο σημαντικό από όλα, το αν έχω να φέρω δικό μου tupper.   Διότι μη γελιέσαι μικρέ μου αναγνώστη,  Joey Tribbiani does not share food κι η Πάστα Φλώρα δε δανείζει τα tupper της!!

Όμως παραδέξου το κι εσύ.  Τόση ώρα που με διαβάζεις, σίγουρα έχει πάει ο νους σου σε όλα εκείνα τα φαγητά που σου μυρίζουν «μανούλα».  Κι εκεί ακριβώς κρύβεται και η μαγεία του φαγητού μιας και η γεύση (όπως και η όσφρηση – αδελφή αίσθηση έτσι κι αλλιώς) είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μνήμη άρα και με το συναίσθημα.

Με τη πρώτη μπουκιά αν κλείσεις τα μάτια, μπορείς να σε δεις ηλιοκαμένο πιτσιρίκι σε μια αυλή καλοκαίρι ή βαριεστημένο έφηβο σε κάποιο βαρετό χειμωνιάτικο οικογενειακό τραπέζι, ή σουρωμένο φοιτητή να ξεπαγιάζεις έξω από μια καντίνα.

Η γεύση κρύβει μνήμες γιατί η γεύση είναι μνήμες.  Η γεύση είναι όλα τα συναισθήματα που έβαλε μαζί με τα μπαχαρικά, τα λάδια και τα βούτυρα μέσα στη κατσαρόλα του αυτός που σου μαγείρεψε κι ας μη τον ήξερες.  Ίσως γι’αυτό και το φαγητό να είναι άψογο στα πραγματικά καλά εστιατόρια, μιας που καλά εστιατόρια είναι αυτά που τα δουλεύουν άνθρωποι που στ’αλήθεια αγαπάνε αυτό που κάνουν κι όχι αυτά που έχουν ακριβούς καταλόγους και δυσνόητα μενού.  Ίσως γι’αυτό το συσσίτιο της Κοινωνικής Κουζίνας να είναι πιο νόστιμο, μιας που κλείνει μέσα του όλη την ανθρωπιά που αρνούμαστε πεισματικά να χάσουμε κόντρα στα σημεία των καιρών.  Ίσως γι’αυτό η πρόχειρη μακαρονάδα που θα σου φτιάξει την πρώτη φορά που θα σου μαγειρέψει σπίτι του να είναι μαγική, μιας που έχει μαριναριστεί με το άγχος και την προσμονή του να σε περιποιηθεί.

Ναι η γεύση είναι μνήμη και συναίσθημα και τρόπος να αγγίξεις τα σωθικά του άλλου κυριολεκτικά και μεταφορικά.  Ακόμα και στο φιλί γεύση δε προσδίδεις;  Όσο πιο πολλά νιώθεις, τόσο πιο γευστικό είναι.   Κι ανάλογα με τη στιγμή, αλλάζει και χαρακτήρα.   Γλυκό στις καλημέρες, καυτό στις καύλες (εδώ τα λέμε με το όνομα τους τα πράγματα!  Αν δεν αντέχεις τη ζέστη βγες απ’τη κουζίνα μου!), πικρό στους αποχωρισμούς.

Το θέμα λοιπόν δεν είναι τόσο τα υλικά που θα βάλεις στο τσουκάλι σου (και στο λέω εγώ αυτό που σήμερα ξόδεψα μια μικρή περιουσία στην Ευριπίδου για μπαχάρια, αλλαντικά και τυριά), αλλά το τι θα νιώθεις όση ώρα κρατάς την κουτάλα και τα ανακατεύεις.  Εκεί είναι το μυστικό.  Στο τι νιώθεις!! Πάντα και μόνο στο τι νιώθεις!!

Στη ζωή μου έχω ερωτευθεί ανθρώπους, βιβλία, ταινίες, μουσικές.  Ο τελευταίος μου έρωτας ήταν μια πόλη.  Μια πόλη που θα την κουβαλάω μέσα μου για πάντα.  Ξέρεις πότε σιγουρεύτηκα πως δεν θα μπορέσουμε να «μείνουμε» μαζί;   Όταν έμαθα πως άνθρωποι που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σ’αυτή δεν έβαζαν τραπεζαρία στα σαλόνια τους για να μη χρειαστεί να τραπεζώνουν συγγενείς και γνωστούς…

Γι’αυτό σου λέω, το φαγητό είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλή γέμιση για το σαρκίο σου.  Είναι μαγεία κι αγάπη κι έρωτας και μνήμη (ναι θα το πω ξανά μέχρι να το εμπεδώσεις).  Για μένα είναι και σημείο αναφοράς και αναγνώρισης αυτών που νιώθω για τους ανθρώπους μου.  Όσο πιο πολύ ασχοληθώ με το τι θα μαγειρέψω για κάποιον, τόσο πιο πολύ με νοιάζει αυτός ο άνθρωπος.  Κι όσο πιο πολύ με νοιάζει, τόσο πιο πολύ θέλω να του μαγειρεύω.  Ίσως γι’αυτό και να αποφάσισα να γίνω chef τελικά, επειδή είναι κι αυτός ένας τρόπος για να βγάλω αγάπη.  Ίσως γι’αυτό κι όταν με ρωτάνε τα υλικά για μια συνταγή, λέω πρώτα από όλα πως βάζουμε αγάπη!

Όμως είπαμε!  Όσα πτυχία ή «Χρυσούς Σκούφους» κι αν πάρω, Ρεβίθια, Γεμιστά και Κοτόσουπα Αυγολέμονο θα είναι πάντα off limits!  Αυτά πάντα θα μυρίζουν «Μανούλα»….

My own private caravan….

o-MOVING-OUT-facebook-01

«Μια κούτα, κι άλλη μια, κι άλλη μια.  Τουλάχιστον αυτή τη φορά είναι οργανωμένο το έγκλημα.  Γράφει απέξω σε κάθε μια για ποιο δωμάτιο προορίζεται.  Αυτή εδώ ας  πούμε γράφει «Κουζίνα».  Άρα το πιο πιθανό είναι να είναι γεμάτη κατσαρολικά ή πιατικά.  Κουράστηκα όμως και λέω να κάτσω λίγο.  Έτσι οκλαδόν μέσα στη μέση του χαμού αγκαλιά με κούπα κρύο γάλα.  Να κοιτάξω πάλι τους χάρτινους  «πύργους»  ή μάλλον καλύτερα τους χάρτινους  «πολιορκητικούς κριούς» της ζωής μου.  Πλέον μόνο αυτή η ονομασία ταιριάζει.  Δεν είναι απλά κουτές γεμάτες πράγματα, αλλά πολεμικές μηχανές που καταστρέφουν με βία ότι δε μου κάνει και βοηθούν με μεθοδικότητα το στήσιμο του νέου οχυρού!  Ξέρω, ξέρω! Ακούγομαι ετοιμοπόλεμη κι ίσως έτσι να είναι πια.  Μετά από 15 χρόνια συμβιβασμένης  ενήλικης ζωής και μιας εφηβείας που κύλισε σαν απόγευμα μεσήλικα, στα 30 φεύγα ήρθε μια καθυστερημένη επανάσταση που τα σάρωσε όλα συθέμελα.  Δε μου άφησε χώρο για τίποτα.

Τρίτη μετακόμιση λοιπόν μέσα στην ίδια χρονιά.  Και πάντα μια μετακόμιση είναι αφορμή για μια καινούργια αρχή, για ένα νέο ξεκίνημα.  Μια ευκαιρία για ολική διαγραφή όσων δεν άξιζαν και μια ευλαβική διαφύλαξη όσων είχαν σημασία.  Μαζεύεις, ξεσκαρτάρεις, πετάς και πακετάρεις.  Έτσι πάει. Κι όσο πιο μεγάλος κάνεις αλλαγές, τόσο πιο συνειδητοποιημένος είσαι.  Ξέρεις τι σου κάνει και τι όχι κι έτσι δεν σκορπάς πια τον πολύτιμο χρόνο σου δίνοντας χρόνο.  Γιατί πια ξέρεις πως δεν έχεις χρόνο.  Για πράγματα, καταστάσεις, ανθρώπους, δουλειές και ζωές που δεν αξίζουν, που δεν είσαι εσύ, Όχι δεν έχεις χρόνο!  Στη ζωή μας έτσι κι αλλιώς θα συμβιβαστούμε για τόσα άλλα επειδή τα συναισθηματικά μας δεσίματα θα μας το επιβάλλουν.  Ας είναι λοιπόν οι συμβιβασμοί μας για εκεί που επιλέξαμε κι όχι για εκεί που βρεθήκαμε.

Δε ξέρω τι θα βρω κι εδώ, τι θα μου ξημερώσει.  Δε φοβάμαι πια όμως.  Η ζωή είναι μια εύπλαστη οντότητα.  Θα πάρει την ιδιότητα και τον χαρακτήρα που εσύ θα της δώσεις, τη χρήση που εσύ θα της αποδώσεις.   Σα το σκρίνιο που έχω στο σαλόνι μου ας πούμε.  Άλλοι θα έβαζαν το καλό τους σερβίτσιο μα εγώ προτίμησα τις καφασωτές βιτρίνες του να τις κάνω βιβλιοθήκη.  Έτσι για να βλέπει με την πρώτη όποιος έρχεται σπίτι μου, τι έχει βάλει το χεράκι του για να γίνω το πλάσμα που χει μπροστά του.   Άχρηστες πληροφορίες ίσως και να μου πεις.  Βλέπεις σε μια εποχή που οι περισσότερες κοιτάνε να φτιάξουν τον κώλο τους, εγώ κοίταξα να φτιάξω όσο μπορώ το μυαλό μου.  Μα δεν έχει σημασία πια.  Ευτυχώς που δε γεννήθηκα όμορφη!  Ξέρεις τι βάσανό θα ήταν κι αυτό;;»

Αφήνει την κούπα στην άκρη και φοράει μια ζακέτα.  Εδώ είναι βοράς κοπελιά!  Δεν αστειευόμαστε με τον καιρό.  Ανοίγει άλλη μια κούτα.

11988451_10153586621358374_284172312995898762_n

«Κοιτά να δεις!  Είχα ξεχάσει πως την είχα εκτυπώσει ετούτη εδώ τη φωτογραφία.  Εκείνο το πρωί μου ήταν εύκολο να διαβάζω για ήττες.  Φταίει που είχα ξυπνήσει με τον αέρα της νίκης μετά από πολύ καιρό.  Κι ενώ δε μετράω νίκες πια, εδώ και καιρό έχω πάψει να ξυπνάω ηττημένη.  Τώρα που το σκέφτομαι, είναι κι αυτό μια νίκη από μόνη της.

Ουφ!  Λάθος κούτα άνοιξα όμως και δεν ήθελα να βγάλω τα βιβλία από τώρα.  Ξέρω μπορεί και να ακούγομαι κάπως όμως τι να κάνω;  Έτσι έμαθα.  Οι δουλειές πρέπει να γίνονται με μια σειρά γιατί αλλιώς χάνεται η μπάλα.  Ειδικά σε τέτοιες φάσεις.  Φάνταζεσαι να άνοιγα τα ρούχα τώρα;  Μέσα στο χαμό θα είχα και τη Frida Kahlo να μου ζητάει πίσω τα φουστάνια της»

Γενικά με τα σπίτια της έχει πάντα ένα θέμα.   Όλα πρέπει να είναι στη θέση τους κι όπως πρέπει.  Όλα σε τάξη.  Κι όλα κρυφά περιμένουν όπως και κείνη.  Για εκείνο το ένα πράγμα που θα μπει απρόσκλητο με τις μπάντες και τα θα κάνει όλα μπάχαλο, όλα λίμπα.  Κάτι σαν εκείνο το χούι που έχει και δεν μπορεί να κάτσει στο τραπέζι ή να πέσει για ύπνο αν δεν είναι τα πιάτα πλυμένα κι ο νεροχύτης καθαρός.  Της γκρίνιαζαν όλοι οι πρώην πως ήταν ψυχαναγκαστική.  Όλοι εκτός από έναν.  Εκείνος ήξερε πως όταν ήταν στο σπίτι μόνοι τους, εκείνη πάντα έπλενε τα πιάτα χωρίς να φοράει εσώρουχο.  Κι έτσι ερχόταν κάθε φορά πίσω της κι έβαζε το χέρι του ανάμεσα από τα πόδια της.  Έκανε τα μαλλιά της στην άκρη και ψιθύριζε στο αυτί της  «Μπουτάκια μου» με ορμή και κατέληγαν κάθε φορά να κάνουν έρωτα ανάμεσα στις σαπουνάδες και τα νερά.  Όσες φορές είχε γίνει αυτό – κι ήταν αρκετές στ’αλήθεια –  ποτέ δεν είχε σιχτιρισεί για το χάλι της κουζίνας και στο τέλος έτρωγαν πάντα κρύο το φαγητό χαμογελώντας σα δεκάχρονα.  Μαζί του ίσως να ήταν κι η τελευταία φορά που είχε νιώσει πως είναι σπίτι της.  Κι έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε.  Όμως είπαμε, δε μετράει πια ήττες.  Γεμίζει κούτες, οπλίζει χάρτινους πολιορκητικούς κριούς και προχωράει μπροστά.  Εδώ και καιρό ξέρει, νιώθει, ψάχνει, αναζήτα, μυρίζει και γεμίζει το μέσα της.  Και πού θα πάει;  Θα τη βρει την άκρη.  Τουλάχιστον έχει μάθει πια να μη ξοδεύει τον χρόνο της και να μην ξοδεύεται κι η ίδια.

«Σπίτι είναι εκεί που είναι η καρδιά.  Γι’αυτό μάλλον κι εγώ είμαι ακόμα άστεγο.  Δε ξέρω που θα την αφήσω να ριζώσει στο τέλος.  Δε θα με ρωτήσει κιόλας !  Πάντα έκανε ό,τι ήθελε αυτή.  Υποθέτω λοιπόν πως εκείνη ξέρει κι όταν έρθει η ώρα, θα μου πει. Βλέπεις δε θέλω πια άλλα συναισθηματικά μνημόσυνα!  Δε θέλω άλλες κατά παραγγελία λύπες.  Τιμή να αποδώσω σε ότι πέρασε κι άξιζε ναι!  Μα ως εκεί.  Μόνο για να μου θυμίζει τι γεύση έχει η ευτυχία μιας που την έχω δοκιμάσει.  Τώρα πια θέλω ταξίδι κι αναζήτηση!   Μέχρι τότε έτσι θα ζούμε,  εγώ κι αυτή η αιμάτινη αντλία που χω πάνω αριστερά στο θώρακα.  Θα ταξιδεύουμε, θα μαθαίνουμε, θα σκαρώνουμε ιστορίες και θα γεμίζουμε εικόνες, μυρωδιές, χαρακιές και γεύσεις   Έτσι ακριβώς, σα νεράιδες τσιγγάνες…»

ΥΓ:  Αφιερωμένο

Στον Άγγελο που νιώθει και ξέρει

Στο Γιάννη που διψάει για αγάπη, νόημα κι αλήθεια

Στη Χρύσα που αγαπάει κι αγκαλιάζει από μακριά

Κυριακή απόγευμα….

milk-and-cookies

«Τι σκέφτομαι κάθε φορά που βγαίνω ή μπαίνω στο σπίτι μου;  Κάθε φορά που σηκώνομαι από το τραπέζι που τα πίνω με τους φίλους μου;  Κλειδιά, κινητό, λεφτά, ώρα.  ‘Όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά.  Όμως κάθε φορά βουτάω το χέρι μέσα στη πελώρια ή στη μικρή τσάντα μου και ψάχνω μηχανικά για όλα αυτά, εκτός από την ώρα.  Εκείνη θα τη δω στο χέρι μου κι ύστερα ίσως να τη μετρήσω και στα πρόσωπα αυτών που είναι γύρω μου.  Φαίνεται καθαρά στα χαρακτηριστικά τους αν τους φτάνει ή αν θέλουν κι άλλη για εκεί που βρίσκονται ή για εκεί που θέλουν να πάνε.

Κλειδιά, κινητό, λεφτά, ώρα.  Είμαι ήδη σπίτι άρα τα κλειδιά θα είναι σίγουρα πάνω στην πόρτα.  Κινητό κατά πάσα πιθανότητα στον φορτιστή.  Λεφτά δεν χρειάζομαι τούτη τη στιγμή.  Ώρα για μπάνιο.»

Σκόρπιες σκέψεις καθώς το τελετουργικό της Κυριακής έρχεται στο τέλος του.

«Κυριακή απόγευμα συνήθως θα με βρεις να σιδερώνω. Την ευχαριστιέμαι αυτή τη δουλειά κι ας τη μισούν οι περισσότερες. Εγώ βλέπεις κάθε φορά που περνάω το πυρωμένο σίδερο πάνω από τις τσαλάκες και βλέπω τα υφάσματα να ισιώνουν, σκέφτομαι νωχελικά πως κάποια μέρα, έτσι μαγικά θα ισιώσουν κι όλα τα στραβά και τσαλακωμένα της δικιάς μου ζωής. Κι όποτε κάνω αυτή τη σκέψη, θυμάμαι αυτόματα εκείνη τη συμμαθήτρια στο λύκειο που πάλευε χρόνια να χάσει βάρος. Κάποια στιγμή σα χοντρό παιδάκι, είχε πασαλειφτεί ολόκληρη με το υγρό για τα πιάτα γιατί είχε ακούσει στη διαφήμιση πως «καίει τα λίπη».  Πάντα όποτε τη φέρω στο νου μου μες τη πρασινάδα του καθαριστικού, γελάω δυνατά.  Βλέπεις υπάρχει μαγικό σίδερο για τις τσαλάκες της ζωής μας όσο το υγρό για τα πιατά αδυνατιζεί γιατί καίει τα λίπη!
Σε κάποια άλλη ζωή, σε μιαν άλλη χρονική περίοδο, ίσως τέτοια ώρα να γύρναγα με μαζεμένο το παρασόλι μου από την εσπερινή βόλτα για καφέ και υποβρύχιο στο Πέραν. ‘Όμως σ’αυτήν εδώ τις Κυριακές συνήθως σιδερώνω κι έχει κι αυτό την πλάκα του»

Ψιθυρίζει στον εαυτό της καθώς γδύνεται για να μπει στη μπανιέρα.  Ευλαβικά διπλωμένα σορτσάκι και μακώ πάνω στο επιπλάκι του μπάνιου.  Τα πιάτα στον νεροχύτη πλυμένα, καθαρά τα σεντόνια, στρωμένα.  Γενικώς τα πάντα στη θέση τους.  Ίσως να την πεις και οριακά ψυχαναγκαστική, όμως δεν είναι έτσι.

Τραβάει την κουρτίνα του μπάνιου κι ανοίγει το νερό.  Πέφτει καυτό στο κεφάλι και τους ώμους της.  Κολλάνε τα βρεγμένα μαλλιά στη μέση της  κι εκείνη μένει ακίνητη για αρκετή ώρα περιμένοντας από το νερό που γλιστρά στην αποχέτευση, να πάρει μαζί του και τις έννοιες της.  Σκύβει και κοιτάει το κορμί της καθώς πλένεται.  Ξέρει απέξω κάθε του ατέλεια, κάθε ουλή, κάθε ραγάδα του.

«Οι άνθρωποι μεγαλώνουμε και φθειρόμαστε.  Λογικό είναι.  Τη εξωτερική φθορά την ξέρω γιατί δεν υπήρξα ποτέ αψεγάδιαστη.  Την εσωτερική τρέμω»  Λέει ξανά στον εαυτό της.   Ξεκινάει να λούζει τα μαλλιά της και χαζεύει το περίγραμμα της φιγούρας της στα πλακάκια.  Όλοι της οι άντρες ήταν πάντα πιο μεγαλόσωμοι από εκείνη.  Εδώ που τα λέμε σχεδόν όλος ο κόσμος είναι πιο μεγαλόσωμος από εκείνη κι αυτό είναι κάτι που τη διασκεδάζει.  Αυτό και τα μούτρα σχεδόν όλων όταν λέει την ηλικία της.   Θυμήθηκε εκείνο το βράδυ πριν από χρόνια στη Μαβίλη.  Μεγάλη παρέα, σχεδόν όλοι συνομήλικοι.  Γέλαγαν δυνατά με το πόσο ήταν και το πόσο έδειχναν.  Στο πόσο ένιωθαν, δεν είχε γελάσει κανείς.

Κλείνει το νερό, βγαίνει από τη μπανιέρα και τυλίγεται  με μια πετσέτα.  Με τα μαλλιά της να στάζουν, παίρνει μια κρέμα κι αρχίζει να την απλώνει στα πόδια της με μηχανικά χάδια που δε βγάζουν κάποιο συναίσθημα.  Καθώς κοιτάει αφηρημένα τα χέρια της,  θυμάται την τελευταία φορά που κάποιος την πήρε αγκαλιά κι έχωσε τη μουσούδα του μέσα στη κλείδα της.  Όμορφη εικόνα κι όμορφη θύμηση μιας και υπάρχουν και κάτι χέρια που σα τα φέρεις στο νου, σε κάνουν να θες να σε προσέχεις λίγο περισσότερο.  Φταίει που οι αγκαλιές που σ’εχουν πάρει, σου ‘χουν θυμίσει το ότι είσαι κι εσύ κομμάτι μοναδικός και πολύτιμος.  Σα και τις στιγμές που χεις μοιραστεί μαζί τους.  Σα και τις ανάσες που τα έχεις αφήσει να σου κόψουν.

Ντύνεται και πάει στη κουζίνα.  Κρύο γάλα. Μεγάλη κούπα. Μπισκότα. Βιβλίο.  Μια ζακέτα για τις πρώτες ψύχρες στη διπλανή καρέκλα.  Μια ανάσα βαθιά.

Η Κυριακή δεν είναι μέρα για να βγεις.  Είναι βραδύ για να μπεις.  Μέσα σου.  Και να σου κάνεις παρέα.

Το μυαλό συνεχίζει να γυρνάει, να κανονίζει, να βάζει σε τάξη τις αυριανές δουλειές, να τακτοποιεί νοερά, μα κυρίως να συνεχίζει να θυμάται.  Κι είναι όμορφο όταν θυμάται τα «ξεκάθαρα» γιατί αυτά είναι που αξίζουν, ακόμα κι όταν δεν οδηγούν πουθενά.

Ξέρεις υπάρχει μια κατηγορία σχέσεων με ιδιαίτερη ονομασία.  Είναι  οι «Τόσο, Όσο».   Τις μοιράζονται άνθρωποι που δένουν μεταξύ τους, κολλάνε, αλληλοσυμπληρώνονται κι όμως για χ ή ψ λόγους δε μπορούν να είναι μαζί .  Νοιάζονται ο ένας για τον άλλο πολύ μα απλά δεν γίνεται  να έχουν τίποτα στέρεο και δηλωμένο.  Απλά μοιράζονται. Κουβέντες που δεν κάνουν κοιλιά πουθενά. Και βράδια.  Κι αγγίγματα.  Και στιγμές.  Υπέροχες στιγμές που έρχονται στο νου τις Κυριακές που «μπαίνεις» και κάνεις παρέα με τον εαυτό σου.   Κι αυτό είναι πολύ πιο αρκετό και τίμιο από διάφορα «δηλωμένα» κι «επίσημα» που βλέπεις να κυκλοφορούν γύρω σου χεράκι – χεράκι μες την υποκρισία.

Συνεχίζει να τρέχει το μυαλό της.  Μετά τα χεριά, θυμάται και το χαμόγελο κι αυτόματα χαμογελάει κι εκείνη.

Πάει να πιεί μια γουλιά γάλα και ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο.

«Μούτρο;  Τι κάνεις;»

«Καλώς το!  Τώρα σε σκεφτόμουν»

«Τι σκεφτόσουν δηλαδή;»

«Τίποτα το ιδιαίτερο….»

Μικρά ψεματάκια μεταξύ οικείων που ότι τους δένει είναι από μόνο του ιδιαίτερο.  Άλλωστε είπαμε, οι Κυριακές είναι για να «μπαίνεις» μέσα σου κι εκεί λες μόνο την αλήθεια.  Αυτοί που ξέρουν , δεν έχουν ανάγκη να την ακούσουν.  Τους φτάνει που είσαι εκεί και σηκώνεις το τηλέφωνο….

Για την Νανά…

nana

Το τελείωμα από το μέταλλο της χορδής μιας κιθάρας. Κίτρινα φύλλα που κουνιόνται στη πρώτη ψύχρα. Λίγα σύκα στο τραπέζι.  Πρέπει να φαγωθούν γιατί αλλιώς θα χαλάσουν.  Κάτι σαν τον χρόνο μου.  Έτσι κι αλλιώς θα τελειώσει.  Μόνο που αν δεν τον καλοξοδέψω, θα τον έχω στ’αλήθεια πετάξει.

Τη θυμάμαι όποτε σκέφτομαι τον χρόνο να γλιστράει σα νερό μέσα απ’τη χούφτα μου.  Τη φέρνω στο νου μου όπως της αρμόζει, όπως της αξίζει.  Γελαστή κι ελεύθερη.  Χαρούμενη να χορεύει μέσα στα πορτοκαλί μεταξωτά της.  Δε νομίζω πως γνώρισα άλλον άνθρωπο με μεγαλύτερη δίψα για ζωή, με περισσότερη αγάπη για τους γύρω της.  Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν αγάπησε ποτέ και τον εαυτό της με την ίδια θέρμη που αγάπησε όλους εμάς τους υπόλοιπους.

Αγέρωχη κι υπέροχη. Φτιαγμένη από εκείνη τη στόφα των γυναικών που όταν έμπαιναν σ’ένα δωμάτιο, τους άνηκαν μέχρι και τα τούβλα.  Άραγε ήξερε πως την έβλεπαν όλοι οι άλλοι ή όποτε κοίταγε τον εαυτό της στον καθρέφτη, έβλεπε μόνο τα λάθη της;  Δε θα μάθω ποτέ.  Δεν έχει σημασία πια άλλωστε.  Σημασία έχει πως όσα λάθη κι αν έκανε, βρήκε τον τρόπο να τα διορθώσει πριν φύγει.  Μεταξύ μας βρήκε τρόπο να διορθώσει και μερικά από τα δικά μας.

Στα τελειώματα μου είπε η μάνα μου πως είχε γεμίσει όγκους που τις πίεζαν σχεδόν όλα τα ζωτικά όργανα.  Ήθελα να της φωνάξω πως οι γιατροί έκαναν λάθος.  ΟΙ γιατροί έκαναν λάθος!!  Ο μεγαλύτερος όγκος που είχε μέσα της, ήταν η τεράστια καρδιά της που πίεζε για 63 παρά κάτι χρόνια τον θώρακά της.

Σε λίγο θα μπει Φθινόπωρο.  Ένα Φθινόπωρο που είναι στο χαλάκι της πόρτας μου εδώ και καιρό μιας που αυτό το καλοκαίρι δεν ήρθε ποτέ.  Πάω στοίχημα πως οι βροχές κι η ψύχρα θα πιάσουν από νωρίς φέτος μα εμένα δε με νοιάζει πια.  Αυτή η ζωή δε μου έδωσε πατέρα, μα μου χάρισε 3 μανάδες.  Σήμερα αποχαιρέτησα τη μία από αυτές.  Από σήμερα ορφάνεψα λιγάκι. Κι η ορφάνια, ασχέτως καιρού, κάνει ψύχρα από μόνη της…

Μαθήματα ανατομίας

πλατη

Τα τελευταία βράδια δε κοιμάμαι καλά.

Τα όνειρα είναι βαριά και μεγάλα και εμένα οι ώμοι μου μικροί κι ανυπόμονοι.

Δεν αναρωτιούνται πια.

Δε γέρνουν μπροστά.

Δε καμπουριάζουν.

Διψούν και μαζεύονται σα γάτας σε καυγά.

Κουράστηκαν να αφήνονται στη προσμονή και την ελπίδα των ματιών.

Δε λογαριάζουν την καρτερικότητα του θώρακα.

Δε συμπορεύονται με την αδυναμία της καρδιάς, δε θέλουν άλλο το βάρος της κατανόησής της.

Τους σπρώχνουν τ’αδέρφια τους οι πνεύμονες να σηκωθούν πιο ψηλά για καθαρό οξυγόνο,

μιας που τα ίδια κάνουν κι αυτοί στις μεγάλες ανάσες.

Με τραβάνε οι ώμοι μου τον τελευταίο καιρό.

Με σηκώνουν με τη βία.

Ζητούν, ξέρουν κι απαιτούν.

Μια επανάσταση 36 χρόνων ρουτίνας.

Έναν έρωτα 19 χρόνων ορμής.

Μια αγάπη 40 χρόνων τιμιότητας.

Έναν σεβασμό 50 χρόνων θαυμασμού.

Μια επίπονη ανάσα νεογέννητου.

Ό,τι μπόρεσα τους έδωσα μα ετούτοι εδώ τα θέλουν όλα και μ’έχουν τρομάξει.

Δε δίνουν πια δεύτερες ευκαιρίες.

Όσο κι αν σπαράζει η καρδιά, εκείνοι έμαθαν πια την πλάτη να γυρνάει…

Αρώματα σκέτα χωρίς τα χρώματα.

dragonfly

Τα καλοκαιριά τα μεσημέρια σ’αυτό τον τόπο μυρίζουν θυμάρι, ψοφίμι, καυτή άσφαλτο και άδειες φέτες από καρπούζι.

Τα βράδια πάλι έχουν άλλη μυρωδιά.  Μη με ρωτάς να πω ποια.  Μόνο το ούζο κρατάω.  Όλα τα άλλα που φτάνουν στα ρουθούνια μου είναι  λέξεις που δεν έχω βρει ή δε θα ξεστόμιζα.

Έχεις σκεφθεί άραγε πόσα προσπαθούμε να κρύψουμε οι άνθρωποι κι αυτά βρίσκουν τρόπο να μας ξεφεύγουν μέσα από τις δερματικές μας απολήξεις;

Το καλοκαίρι λένε οι περισσότεροι πως δε κάνουν κέφι ν’αγκαλιάζουν γιατί ζεσταίνονται κι ιδρώνουν.

Το καλοκαίρι τους απαντάω πως είναι για τους φοιτητές και τους δασκάλους.  Συμφωνούν χωρίς να πιάσουν την αλληγορία.

Τα καλοκαίρια είναι για τους δασκάλους και τους φοιτητές.

Για τους καθηγητές που διδάσκουν την ύλη τους μέσα από τις εκκρίσεις τους και γι’αυτούς που φοιτούν επιμελώς στις μυρωδιές των προφεσόρων τους.

Μεγάλο μάθημα η μυρωδιά.  Από κείνα που σου μένουν.  Σου εντυπώνεται στον εγκέφαλο σα δερματοστιξία.  Δεσμεύει θυλάκια από τη μνήμη σου και δημιουργεί απόλυτες συνειρμικές συνδέσεις.

Σήμερα μου μύρισαν γεμιστά κι ένιωσα τη μάνα μου.

Βουλιάζοντας σε μερικές αγκαλιές έχω μυρίσει το σπιτικό μου…