Πιστοποιητίκο Γεννήσεως

1919

 

 

Ο πατέρας μου εμένα πέθανε εδώ και χρόνια.
Τον έθαψαν τα ίδια του τα χέρια.
Τον έκλαψαν τα λόγια του.
Χρόνια ορφανή κι η λέξη.
Προσφυγάκι κι η ιδιότητα.
Μάθημα πρώτον
“Οι τίτλοι δεν αποδίδονται εκ γενετής”
Ο πατέρας μου εμένα πέθανε εδώ και χρόνια.
Δε γεννήθηκε ποτέ.
Δε τον έψαξα σε άλλους.
Ήμουν μάνα από μόνη μου….

Αυγουστιάτικη Παρακαταθήκη…

082016

 

Μια μέρα θα σας τη σκάσω μπαγάσικα!

Θα βουτήξω στη θάλασσα λίγο αφότου δω τις τελευταίες πατημασιές μου στην άμμο να χάνονται στα κύματα.

Έτσι, χωρίς ίχνος.

Μόνο τότε σας παρακαλώ.

Χαρίστε τα φουστάνια μου σε γελαστές ντουλάπες που θα μυρίζουν λεβάντα.

Δώστε τα βιβλία μου σε μυαλά ανοιχτά και διψασμένα.

Τις μουσικές και τις φωτογραφίες μου, συγχωρείστε με, μα θα τις πάρω μαζί μου.

Τα λόγια μόνο καύτε τα.

Και τα δικά μου που τόπο δεν έπιασαν.

Και τα δικά σας που ποτέ δε μου είπατε.

Βαρύ κι ανούσιο φορτίο οι κουβέντες που δε μοιράστηκαν.

Τα φιλιά που δε δόθηκαν.

Οι αγκαλιές που έμειναν αδειανές.

Δε νομίζετε;

 

Μην ανησυχείτε!

Τις θύμησες θα τις πνίξω στο τελευταίο μακροβούτι.

Κι όσες μείνουν ζωντανές, θα τις αφήσω να με κατοικήσουν σαν τις πεταλίδες στους βράχους.

Κι έτσι, σιγά σιγά, τα πνευμόνια θα γίνουν βράγχια και το δέρμα λέπια.

Κι ύστερα λαμπερό κι εξαγνισμένο αφρόψαρο, θα σβήνω κάποιων άλλων τις πατημασιές στην άμμο, κάποιον άλλο Αύγουστο…

Σημεία των Καιρών…

1

 

 

–   Όχι! Όχι σου λέω

Μη θάψεις τους νεκρούς

Μη ξεπλύνεις το αίμα

Μη καθαρίσεις τα πολύχρωμα, σκονισμένα μαντήλια

Μη κρύψεις το παιδί σε κόρφους τρομαγμένους

Μη χαμηλώσεις το βλέμμα

Μη στιβάξεις  τα όνειρα σε καταυλισμούς

Μη λουφάξεις στο σπίτι

Μη! Μη γελάσεις με τα δόντια σφιγμένα

Μη κατεβάσεις τη γροθιά

Μη φιλήσεις με το στόμα κλειστό

Μην ουρλιάξεις σιωπηλά

Μην αγκαλιάσεις με μονό το χέρι

Μη σκύψεις το κεφάλι

Μη γυρίσεις τη πλάτη

Κάπως θα πρέπει να τραντάξει τα σωθικά μας ετούτη εδώ η ολόλαμπρη φρίκη.

 

– Φοβάσαι;

 

– Όχι …. Πάνε πια μήνες που έχω τρομοκρατηθεί….

Ό,τι ένιωσες, το πληρώνεις ή το πληρώνεσαι με το χρόνο που ξόδεψες για να το νιώσεις….

Και σένα, αν με τα τόσα που περάσαμε
τίποτα μέσα σου δε σακατεύτηκε, μην πολυκαμαρώνεις.
Ίσως δεν είχες τίποτα να διακινδυνεύσεις.

Το Δέσιμο – Τίτος Πατρίκιος

Δε πα να λες εσύ…

 

 

12417924_10153813489648374_2991315049920373460_n

 

 

Η ζωή κυλάει και ξοδεύεται σε πόλεις βροχερές, σε διαδρομές μέσα σε τραίνα και λεωφορεία που μυρίζουν σκόρδο και παλιά μοκέτα.

Χάνεται στις κουβέντες των φίλων που ταξιδεύουν μέσα από σύρματα τις μικρές ώρες που κανείς δε κοιτάει.

Την παίρνει ο ύπνος ήσυχη μέσα στις αγκαλιές των εκείνων που ερωτεύονται κι έτσι νικούν κομμάτι κομμάτι τη φθορά.

Χαϊδεύεται στους οικογενειακούς καυγάδες που πάντα καταλήγουν στο «Να με πάρεις τηλέφωνο, ακούς;»

Ανασαίνει στις βαθιές βουτιές στο κενό  και στις επαναστάσεις.

Κυνηγάει με πείσμα ανεμόμυλους.

Ελπίζει στα καινούργια ξεκινήματα.

Προσμένει στις συναντήσεις μετά από καιρό και γελάει δυνατά στις αγκαλιές.

Θρέφεται από τις δημιουργικές διαφωνίες.

Ζεσταίνεται στις επανασυνδέσεις και διαγράφει με κόκκινο τις ανούσιες φαγωμάρες.

Μοιράζεται στο χρόνο που ξοδεύεις για κείνους που έγιναν πετσί σου.

Κρύβεται στα χαμόγελα που προκαλείς και σ’ότι  χαρίζεις χωρίς να σκεφτείς.

Κι όταν νομίζεις πως λιγοψυχάς, επιστρέφει γελώντας σ’αυτά που  σου προσφέρονται εκεί που δε το περιμένεις.

Λούζεται στα δάκρυα των λαθών σου για να βγει τριζάτη στην επόμενη προσπάθεια.

Είναι κοκέτα η ζωή.

Εμφανίζεται στους στίχους που αγαπάς και στις μουσικές που κάνουν τη καρδιά σου να χτυπάει δυνατά.

Τι κι αν άλλοι τα έχουν πει καλύτερα πριν από σενα;

Σου βαράει την πλάτη και σου θυμίζει πως υπάρχουν κι άλλοι σα κι εσένα εκεί έξω.

Κάνει εκκαθαρίσεις στις ψυχικές ντουλάπες και βγαίνει με τη ζακέτα στις πρώτες χειμωνιάτικες λιακάδες.

Φτύνει και βάζει χώμα στα γδαρμένα γόνατα της μετά από πτώσεις.

Ξανασηκώνεται και τρέχει σα τσόγλανος σε αλάνα.

Τραβιέται μπροστά και τραβάει κι εσένα μαζί της.

Εσένα που φοβάσαι  κι εμένα που φοβάμαι πιο πολύ.

Έδειχνα τόσα χρόνια το αστέρι σε ανθρώπους που κοιτάζαν  το δάχτυλο μέχρι που πιάστηκε το χέρι μου κι έτσι κι εγώ μόνο το δάχτυλο κοιτούσα μετά από λίγο.

Μα η ζωή είχε ήδη ονειρευτεί ολάκερους γαλαξίες.

Και ταξιδεύει ξανά.

Γιατί ξέρει πως μόνο τα βράχια της πτώσης έχουν όρια.

Ο ορίζοντας ποτέ…..

Merry και Pippin μη σου πω…

HMW_product_0006_grande

Αναβοσβήνουν τόσα φωτάκια γύρω μου καθημερινά που ξέχασα να ανάψω εκείνα του Δέντρου μέρες που είναι.  Φωτάκια στο κινητό από τις διάφορες ειδοποιήσεις. Το φωτάκι του Modem απέναντι από το κρεββάτι μου. Το φωτάκι του θερμοσίφωνα. Το φωτάκι του τηλεφωνητή. Κάτι άλλα ξέμπαρκα που έχω γύρω από μια μεταλλική ραφιέρα στη κρεββατοκάμαρα.

Χριστούγεννα πάλι κι αναρωτιέμαι πόσα φωτάκια έχω ανάψει για τη χρονιά που φεύγει.

Δε το χωνεύω το πολύ τεχνητό φως.  Δε ξέρω αν το ‘χω ξαναπεί αυτό, μα έχω αρχίσει να αντιπαθώ οτιδήποτε χρειάζεται να μπει στη «πρίζα» για να λάμψει.  Πιάνω τον εαυτό μου να μη δίνει ευκαιρίες πια.  Να μη «σπρώχνει» καταστάσεις, φιλίες, ανθρώπους.  Δε θέλω .

Ο χρόνος κυλάει και φεύγει και καλό είναι να κάνουμε αυτό που πραγματικά θέλουμε, δε νομίζεις;

Ξαπλώνω στα ροζ καρώ σκεπάσματά μου και γελάω που οι άντρες φίλοι μου με κοροϊδεύουν για τη μανία μου να γεμίζω τον τόπο δαντέλλες.  Ξεχνάνε ή μάλλον δε ξέρουν πως τα πιο σκοτεινά όνειρα γίνονται στα πιο λουλουδερά σεντόνια και πως τα πιο οριστικά και αμετάκλητα “Τέρμα!” έχουν ειπωθεί από στόματα που είχαν μουδιάσει να προφέρουν τη φράση «Συγνώμη.  Ας προσπαθήσουμε πάλι»

Με πιάνει μια αμηχανία τις γιορτές.  Θυμάμαι τις εποχές που ένα ροζ –φούξια κουτί με το χαρακτηριστικό, καλλιγραφικό Β ήταν αρκετό για να κάνει το κοριτσίστικο κομμάτι μου να χαίρεται για 15 μέρες συνεχόμενα.  Μα κι αυτό δε κράτησε πολύ.  Στα 10 μου ζήτησα από τον Αγιο Βασίλη να μου φέρει τη πρώτη μου γραφομηχανή και στα 12 είχα ήδη διαβάσει τα μισά βιβλία που ήταν  στα ράφια πάνω από το κρεββάτι μου.  Φάνηκε από νωρίς το κακό μα κανένας δεν έκανε κάτι.

Τώρα που το σκέφτομαι,  νομίζω πως το ½ της ζωής μου το έχω περάσει μέσα στο κάστρο του δωματίου μου, πάνω από χαρτιά με σημειώσεις κι ανοιχτά βιβλία.  Ακόμα και τώρα που εδώ και χρόνια μένω μόνη μου.

Όμως δεν είναι αυτό το θέμα.

Τις γιορτές λέει, πρέπει να τις περνάς  μ’αυτούς που αγαπάς.  Επίσης λέει, πρέπει να λες αλήθειες.  Ποιος το λέει;  Κι αυτός που το λέει, έχει σκεφτεί τις συνέπειες του να πεις αλήθειες σ’αυτούς που αγαπάς μέρες που το φαΐ κοντεύει να σου βγει από τα αυτιά;

Κι εγώ που λέω αλήθειες όλο το χρόνο και κυρίως σ’αυτούς που αγαπάω, γιατί πρέπει να ξαναλέω πάλι τα ίδια;  Γιατί ότι και να γίνει, πάντα τα ίδια λέω!  «Σ’αγαπάω», «Είμαι εδώ», «Μου λείπεις».

Ε λοιπόν το αποφάσισα!  Δε θα πω τίποτα! Και που τα λέω;  Δε ξέρω ποιοι τα λαμβάνουν υπόψη τους κι αν σημαίνει κάτι για δαύτους.  Άσε που έχω βαρεθεί να ακούω τον εαυτό μου να τα λέει!  Και δε με νοιάζει κιόλας!

Γιορτές κι όλοι αυτοί που θα θελα να δω, βρίσκονται μοιρασμένοι στα 4 σημεία του ορίζοντα.  Δε βαριέσαι.  Έτσι κι αλλιώς  τον εαυτό μου τον έχω κόψει σε τεύχη και τον έχω μοιράσει.  Οπότε κάνω Χριστούγεννα μετρημένη σε φύλλα, με την έκδοση στη κωλότσεπη του τζιν αυτών που πραγματικά νοιάζομαι. Τους τα χω πει, τα ξέρουν, τελεία.   Δεν έχει σημασία που δε θα είμαστε στο ίδιο τραπέζι.  Δεν με νοιάζει καν αν με σκέφτονται ή με νοιάζονται όσο εγώ.   Στη τελική αν το καλοσκεφτείς κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να νιώσει για σένα ότι νιώθεις εσύ γι’αυτόν  και κάπως έτσι γυρίζει ετούτη η γη και πάνε κι έρχονται  τα Χριστούγεννα χρόνια τώρα .  Άρα ως εδώ καλά.

Και παραπέρα πάλι καλά μιας και σκέφτομαι κι εκείνους που δεν κάνουν.  Με χαμηλή βαθμολογία από το Σεπτέμβρη και κόψιμο στις εξετάσεις του Δεκέμβρη, στο απουσιολόγιο για την καινούργια χρονιά καταχωρούνται σε εκείνους που απλά δε θα συνεχίσουν τη τάξη.

Κι εκεί που μετράω τους χρόνιους αριστούχους, τους τσαμπουκαλεμένους και με επικίνδυνη προοπτική νεοφερμένους, εκείνους που άξαφνα ξαναγράφτηκαν στο μάθημα  κι αρχίζω να λέω δυνατά τον κατάλογο με τα ονόματα, το μάτι κολλάει στο

«Τσουβαλίδου Αθηνά του Μάνθου»

Και δεν παίρνω απάντηση γιατί εδώ και κάποιους μήνες είναι απούσα.  Και θα είναι απούσα από εδώ και περά. Κι επειδή εκείνη είναι απούσα, κρατάω εγώ το απουσιολόγιο και φωνάζω δυνατά τον κατάλογο ενώ αυτό θα ήταν δουλειά του σπασίκλα της τάξης.  Μα ο Σπασίκλας αυτής της τάξης δε θα είναι πια εδώ.

Κι έτσι ξανάρχομαι στην αρχή όλου τούτου του γραπτού, εορταστικού παραληρήματος,

Στο ότι «Ο χρόνος κυλάει και φεύγει και καλό είναι να κάνουμε αυτό που πραγματικά θέλουμε, δε νομίζεις;»

Και να τον ξοδεύουμε εκεί που πραγματικά θέλουμε.

Και με αυτούς που θέλουμε.

Κι αν η πίστη μας έχει μείνει μισή, η όποια πίστη μας, σε ότι κι αν πιστεύαμε, ας πιστέψουμε λίγο παραπάνω ο ένας στον άλλο που διαλέξαμε γιατί μόνο αυτό έχουμε στ’αλήθεια…..

Καλή Χρονιά….

 

Πιάσε την κάμερα…

IMG_7566(FILEminimizer)

 

Ξέρεις τι είναι η ταχύτητα κλείστρου;

Σαν ερασιτέχνης φωτογράφος θα προσπαθήσω να στο πω όσο πιο απλά γίνεται.  Είναι η ταχύτητα με την οποία ανοιγοκλείνει το  «μάτι»  του φακού και φυλακίζει αυτό που θέλεις να τραβήξεις .  Το πόσο γρήγορα θα παγώσει ο χρόνος στην εικόνα.

Το πιασες;

Όχι, σε ρωτάω γιατί τώρα τελευταία νομίζω πως δε λειτουργούν μόνο οι φωτογραφικές μηχανές με αυτό τον τρόπο.

Έχει κι η καρδιά ταχύτητα κλείστρου κι αυτό είναι μεγάλη παγίδα.

Κάθε φωτογραφική μηχανή βλέπεις, έχει συγκεκριμένο αριθμό λήψεων που θα τραβήξεις και σου βγάλει άψογες φωτογραφίες.  Μόνο που το πότε θα αποφασίσεις να τραβήξεις  είναι καθαρά στο δάχτυλό σου.  Δίκη σου επιλογή εντελώς!

Η καρδιά φιλαρακό όμως δε λειτουργεί έτσι.

Πατάει το κουμπί όπου θέλει εκείνη.  Ανοιγοκλείνει το κλείστρο της όποτε γουστάρει αύτη και δε δίνει λογαριασμό σε κανένα.  Ξοδεύει τα πολύτιμα  «κλικ»  της και δε θα σε ρωτήσει κιόλας!  Και κάθε φορά στα λιγοστεύει κι εσύ μένεις απλώς να απλώς να καταμετράς.

Δε πα να της φωνάζεις ότι έτσι όπως τραβάει φωτογραφίες, λιγοστεύει το απόθεμά της;  Ότι μειώνει τα πλάνα και τα καρρέ;  Σκασίλα της ρε!  Είναι  «Μόρτης»  φωτογράφος η καρδιά κι όσο πιο πολύ λιγοστεύει τις λήψεις της, τόσο πιο επικίνδυνα  «κάδρα»  τραβάει.  Και σου γεμίζει μετά άλμπουμ ολόκληρα.  Κι όσο περνάει ο καιρός, ακόμα κι αυτά τα άλμπουμ αλλάζουν χαρακτήρα.  Δεν είναι εκείνα τα πλαστικά με τα λουλουδάκια.  Όχι!  Είναι βαριά και δερματόδετα, με χονδρό εξώφυλλο και τσιγαρόχαρτο ανάμεσα στα φύλλα τους.  Συμβαδίζουν βλέπεις και με το περιεχόμενό τους…

Δε με πιστεύεις;   Κλείσε τα μάτια σου για μια στιγμή.  Κάν’το!  Και τώρα ξανάνοιξέ τα!

Τι είδες με τα μάτια κλειστά;  Στιγμές σου δεν είδες;

Κι είναι κάτι στιγμές άλλες, διαφορετικές.  Στιγμές που έχεις κοιτάξει γύρω σου.  Έχεις παρατηρήσει αυτούς που είναι δίπλα σου κι ανάλογα με τη θέρμη στο στέρνο σου, έχεις ξανακλείσει τα μάτια για κλάσματα, προσπαθώντας να τους παγώσεις για πάντα στη μνήμη σου.  Συγχαρητήρια!  Μόλις πάτησε η καρδιά το κουμπί που σου ‘λεγα πιο πάνω.  Μόλις τράβηξες μια ψυχική φωτογραφία.  Και τώρα που ξέρεις, βιάζεσαι να ξανανοίξεις τα μάτια.  Για να ξαναβρεθείς μαζί τους στην ίδια διάσταση.  Κι ας είσαι φτιαγμένος από εκείνη τη στόφα που πάντα θα σε έχει να ακροβατείς ανάμεσα στο ωμό πραγματικό και στους λαβυρίνθους του μυαλού σου.

Έχω χρόνια μια φίλη που με ξέρει καλά.  Κάποτε γύρω στα 18 μου είχε πει πως σίγουρα στη ζωή μου μια μέρα θα γίνω πολύ ευτυχισμένη.  Την είχα ρωτήσει με απορία γιατί.

«Γιατί προσέχεις τα μικροπράγματα Στέλλα.  Σε κάνουν χαρούμενη κάτι σαχλαμάρες στις οποίες κανείς μας δε δίνει βάση»  Μου είχε απαντήσει.

Καθώς μεγαλώνω , καταλαβαίνω όλο και περισσότερο τι ήθελε να μου πει.  Πάντα πίστευα στο Θεό των μικρών πραγμάτων κι έτσι ακόμα και στις φωτογραφίες μου, εστίαζα στις λεπτομέρειες που δε προσέχει κανείς.  Γι’αυτό τραβάω και τα πορτραίτα μου με τον 55-200 φακό.  Γι’αυτό κι εξακολουθώ να ψάχνω την ομορφιά στις πιο σκοτεινές γωνίες.  Δε με νοιάζουν τα αψεγάδιαστα και τα συμμορφωμένα.  Δε μπορώ τα στρωμένα και τα εύκολα.  Γι’αυτό ίσως και πλέον δε λογαριάζω  τα ζόρικα  «κλικ» που τραβάει η κυρία μέσα, αριστερά.   Έτσι κι αλλιώς θα ξοδέψει τις λήψεις της όπου θέλει εκείνη κι εγώ μετά απλώς θα τακτοποιήσω το δερματόδετο άλμπουμ που λέγαμε.

Μόνο που τον τελευταίο καιρό με βομβαρδίζει με πλάνα τόσο γεμάτα ένταση και χρώμα, με εικόνες τόσο ζωντανές που έχω αρχίσει και νιώθω λίγο σα πολεμικός ανταποκριτής κι ώρες ώρες θέλω να κρυφτώ και να σταματήσουν οι λήψεις.  Είχα καιρό να βρεθώ σε χαράκωμα κι έχω ξεχάσει πώς να φυλάγομαι.  Μάλλον θα φταίει που δε ξέρω πόσα  “κλικ”  μου μένουν ακόμα.  Κι αν όσα μένουν, θα ‘ναι εξίσου σημαντικά. Γι’αυτό φοβάμαι…

Μη μου δίνεις σημασία!

Έτσι κι αλλιώς πάλι κλείνω τα μάτια.  Πλάνο;  Πάμε……

 

Στις επάλξεις! (Darling just don’t put down your guns yet)

army cooks-1-1

 

“Αν σ’αγαπούν, να μάθουν να το λένε

Κι αν δε στο πουν, να μάθεις να το κλέβεις»

Ναι;  Όχι!  Όχι ρε φίλε! Δε θέλω να κλέψω τίποτα!  Πόσο μάλλον κάτι που το αξίζω!  Δε θέλω κανένας να  «σπρώξει»  τον άνθρωπο που αγαπάω να δει αυτό που του χαρίζω απλόχερα.  Θέλω να το κερδίσω με το σπαθί μου!  Μόνο έτσι αξίζει και τιμάται η μάχη!  Γιατί μη γελιέσαι, για μάχη πρόκειται!  Μάχη επαναλαμβανόμενη και σκληρή.  Κι εγώ πλέον το στράτευμά μου δε το κατεβάζω εύκολα στο πεδίο.  Είναι πολύτιμο και βαρύ το πυροβολικό μου και παρά τις απώλειες που έχει δεχθεί τα τελευταία χρόνια, παραμένει ακόμα άρτια εκπαιδευμένο και ετοιμοπόλεμο.  Απλά πλέον δεν σπαταλάω τα πυρομαχικά μου δεξιά και αριστερά.

Κι όσο περιμένω την επόμενη μάχη για την οποία θα κρίνω πως αξίζει να ματώσω τη σημαία μου, όσο περιμένω κάποιος να με αγαπήσει, έμαθα κι εγώ να με αγαπάω λιγάκι.  Γι’αυτό δε θυσιάζω τους τοξότες και τους πυροβολητές μου με την πρώτη ανούσια εχθροπραξία.

Όταν ο «εχθρός» αξίζει τον κόπο όμως, τα πράγματα είναι αλλιώς.  Γιατί εκεί είναι δηλωμένη η αξία κι αυτή την αναγνωρίζω και την τιμώ.  Βγαίνω από το αμπαρωμένο οχυρό μου, γυαλίζω τις μπότες και τα σιρίτια της καλής στολής μου και βαράω προσοχή.

Κι εκεί γελάω κι ίσως και να εκνευρίζομαι και λίγο.  Γιατί δε καταλαβαίνω όλο αυτό με το «βάρος».

Τι πάει να πει πως σου είναι βάρος το να σου πω πως μου είσαι πολύτιμος;  Πως σημαίνεις πολλά για μένα;  Γιατί;  Επειδή σ’αγαπάω έτσι ακριβώς όπως είσαι;  Επειδή σου δίνω πάτημα για να συνεχίσεις να είσαι ο υπέροχος, γαμάτος άνθρωπος που έχω γνωρίσει;

Αν η αγάπη μου σε πιέζει να παραμείνεις αυτός ο  άνθρωπος, ε τότε κάν’το γαργάρα!  Είναι όμορφο να σε αγαπάνε, να σε νοιάζονται.  Να θέλουν και να μπορούν να δεθούν μαζί σου!  Τ’ακούς;  Είναι ζεστό κι οικείο κι υπέροχο!  Ειδικά σε μια εποχή που ο κόσμος «πεινάει» για αγάπη κι αυτή του την πείνα την ταΐζει με φασκόμηλο!  Γιατί ναι, το περιστασιακό σεξ χωρίς οικειότητα, το να βγεις για να πεις ότι βγήκες, το να έχεις έναν-δυο για να χασκογελάς άνευ ουσίας σε φάση  «τα λέγαμε», είναι φασκόμηλο, μη γελιέσαι!

Εγώ λοιπόν δεν έχω χρόνο πια για φασκόμηλο!  Δε παίρνω τηλέφωνο για ευχές όταν δε το νιώθω.  Δε κρατάω επαφή για να σκοτώσω απλά τη μοναξιά μου.  Δεν έχω πλέον κανένα θέμα μαζί της.  Κάνω καλή παρέα με την πάρτη μου.  Έχω επίγνωση του menu μου και δε το μοιράζω σε ανθρώπους με λογική fast food.

Μάλλον θα φταίει και το ότι τίναξα τη μέχρι τώρα ζωή μου και την όποια σιγουριά της στον αέρα για να γίνω chef και να γεμίζω στομάχια με νοστιμιές.  Να γαργαλάω ηδονικά ουρανίσκους με γεύσεις που κρύβουν μαγεία.

Κι οι ανθρώπινες σχέσεις εκτός από «μάχη», θα έπρεπε να είναι και μαγειρική.  Γεμάτες από αλάτι, πιπέρια, γλυκά υλικά, λίγο ξινό για την αλλαγή κι ακόμα και λίγο πικρό για το ξέπλυμα της γλώσσας.

Κι εσύ ακόμα θέλεις να γεμίσεις το σαρκίο σου απλά με φασκόμηλο;

Εξακολουθείς να θέλεις να κατεβάσεις τα έρμα τα φαντάρια σου σε κάθε μικροπρόκληση;

Αγχώνεσαι γιατί ένα άλλο πλάσμα σου δίνει την αξία που σου αρμόζει;

Buckle up Soldier!

Είσαι άνθρωπος ή αμοιβάδα;;;;

Εδώ έχουμε πόλεμο λέμε!!

Σκέψου λοιπόν την τύχη σου αν σε αυτή την εκστρατεία σου τύχει και στρατιωτικός μάγειρας…..

Νιαούριστε μαζί μας

10410220_10152850093873374_658047981989295765_n

Σκέφτομαι εδώ και μέρες να πάρω μια γάτα.  Είναι καινούργιο το σπίτι, καινούργια κι η ίδια μου η ζωή πια και μέχρι να τα συνηθίσω, χρειάζομαι λίγη συντροφιά παραπάνω.  Ένα χάδι στα πόδια μου τώρα που κρυώνει ο καιρός.  Τουλάχιστον μέχρι να φανείς εσύ.  Αν φανείς εσύ.   Γιατί αν φανείς εσύ ξέρω τι θα γίνεται.  Θα ακουμπάω τα κρύα μου πέλματα  πάνω στα σκληρά καλάμια σου κι έτσι θα μοιραζόμαστε τις μικρές, οικίες, γλυκές δυσφορίες του χειμώνα.  Κι εσύ θα κοροϊδεύεις  τις παιδικές μου κάλτσες.   Κι εγώ θα σε λέω «χαλβά».   Κι εσύ θα με κοιτάς και καλά αγριεμένα.  Κι ύστερα θα γελάμε.  Και μετά θα το βουλώνουμε. Και θα κοιτιόμαστε κατάματα.  Όπως κοιτιόμαστε κάθε φορά που βλεπόμαστε.  Με εκείνο το ύφος του «έχω τόσα πράγματα να σου πω μα δε στα λέω ακόμα.  Προς το παρόν αναρωτιέμαι αν είσαι αυτό που δείχνεις» .

Αυτός ο χειμώνας που θα ρθει, δε θα ναι σα τους άλλους στο πα;  Το ξέρω!  Το νιώθω!  Ίσως γιατί εγώ δεν είμαι πια αυτή που νόμιζα πως ήμουν.  Κι εγώ κι όλοι οι άλλοι.  Είμαι αυτή που πάντα ήμουν πραγματικά.   Και τώρα που γύρισα ξανά στην αφετηρία, λες κι έπαιζα Monopoly, νιώθω όπως ένιωθα όταν τελείωσα το σχολείο.  Νιώθω πως τώρα η ζωή αρχίζει πάλι από την αρχή.

Ετούτη η στιγμή.  Ετούτος ο χρόνος.  Αυτή η γειτονιά  Αυτή η πόλη  Αυτές οι αποφάσεις.  Ετούτα τα όνειρα.  Αυτές οι προσμονές.  Να τι κρατάω.  Εκείνες τις πληγές.  Τις άλλες απογοητεύσεις.  Εκείνα τα κλάματα.  Τις άλλες αναβολές.  Εκείνους τους καυγάδες.  Τα άλλα κακά μαντάτα.  Εκείνα τα φαντάσματα.  Να τι αφήνω πίσω μου.  Και στέκομαι μπροστά στην πόρτα μιας καινούργιας, μυρωδάτης αρχής.

Σα το παιδάκι περιμένω τη συνέχεια κι ίσως να ‘ναι αυτό ακριβώς που κάνει τους γύρω μου να νομίζουν πως έχω παντελή έλλειψη του κινδύνου.  Μα δεν είναι έτσι.  Η ζωή δε βγαίνει αν ταμπουρωθείς πίσω από τα άσχημα που σου έτυχαν.  Κι η ανθρώπινη επαφή δεν ανθίζει αν στέκεις με το δάχτυλο στη σκανδάλη μπροστά από τον καθένα που θέλεις να σε πλησιάσει!

Δε στο κρύβω πως έχω φάει πάρα πολλές φορές τα μούτρα μου έχοντας αυτά τα μυαλά, μα τέτοια ήμουν και τέτοια θα μείνω.  Κι εκεί πιστεύω πως είναι κι η μεγαλύτερη μου νίκη απέναντι σε όλα τα άσχημα.  Το ότι όσο κι αν μεγαλώνω, αρνούμαι πεισματικά να χάσω την καλή μου πρόθεση και προαίρεση.

Συνεχίζω να πιστεύω στο καλό που κρύβεται στα σωθικά των ανθρώπων.  Γιατί τα σωθικά είναι σχεδόν πάντα ζεστά.  Και στα ζεστά μόνο καλό φωλιάζει.

Συνεχίζω να αγαπάω και να εμπιστεύομαι αυτούς που διαισθάνομαι πως θα γίνουν φίλοι μου από τα πρώτα λεπτά.  Γιατί  η φιλία είναι χημεία!  Κι η χημεία είναι θέμα δευτερολέπτων!

Συνεχίζω να θέλω  να ερωτεύομαι αγόρια χωμάτινα, με ζόρικα βλέμματα που μαρτυράνε πως ίσως και να έχουν ζήσει κάπως όπως εγώ.  Γιατί όταν με παίρνουν αγκαλιά, μυρίζει βροχή.  Κι αυτό είναι μαγεία!  Κι η μαγεία απλά συμβαίνει!

Συνεχίζω να ελπίζω πως όλα καλά θα πάνε, γιατί κάθε μέρα έχω την ευκαιρία να διορθώσω ό,τι διορθώνεται, να αφήσω πίσω μου ό,τι καταστράφηκε και να κάνω ξανά όσα καινούργια ξεκινήματα χρειάζονται, μέχρι να πετύχω σωστά τη «συνταγή».

Δεν είναι όλα καλά κι ούτε θα γίνουν, δεν έχω τέτοιες γελοίες αυταπάτες.  Μα αν δεν αφήσεις σ’ όλα τα παραπάνω  χρόνο και χώρο για να ανασάνουν, δεν είναι σα να ενδίδεις στη γύρω μιζέρια και δυστυχία;   Σα να γίνεσαι ένα με το «τέρας»;  .  Κι αν γίνει έτσι, τότε όλοι μας καταλήγουμε μίζεροι, στερημένοι και μόνοι.  Ξεραμένοι κι άνυδροι, γεμάτοι πίκρα κι απωθημένα.  Σπορά αυτόφυτης μα κυρίως σπαρμένης εξωτερικής δυστυχίας και κακίας.  Πίστεψέ με, έχω γνωρίσει ένα δυο τέτοιους  ανθρώπους και το θέαμα δεν ήταν καθόλου ωραίο.

Για όλα τα παραπάνω κι όχι μόνο, επιμένω στο να θέλω να βλέπω την ομορφιά στα πράγματα γύρω μου όσο δύσκολο κι αν γίνεται αυτό.  Γιατί ομορφιά κρύβεται παντού αρκεί να αφήσεις το μάτι σου να την ψάξει.   Ομορφιά είναι σε μια πυκνοκατοικημένη γειτονιά του κέντρου,  το να μαζεύω τα απλωμένα μου  γιατί το πάει για βροχή και την ίδια ώρα να κάνουν το ίδιο άλλοι δυο τρεις από τα γύρω μπαλκόνια.  Κι έτσι όπως είναι μισάνοιχτες οι μπαλκονόπορτες μας, να ανταλλάσουμε τις μυρωδιές από τα τσουκάλια μας, μαζί με τις καλημέρες, τα χαμόγελά μας και τα λίγα νέα μας.  Ομορφιά είναι το χαμόγελο της μαμάς μου κάθε φορά που βγαίνει χαρούμενη από τη θεραπεία της.  Ομορφιά είναι η φάτσα της κολλητής μου που μαρτυράει τη χαρά της τώρα που γύρισα Αθήνα.  Ομορφιά είναι η χροιά της φωνής της μαμάς της αδερφής μου κάθε φορά που θα με πάρει τηλέφωνο να δει τι κάνω.  Ομορφιά είναι το άγχος της αδερφής μου για την καινουργια της σχολή. Ομορφιά είναι να έρχομαι να σε δω κι ας έχουμε αρπαχτεί μέσω μηνυμάτων δυο μέρες πριν.  Γιατί ναι! Είναι όμορφο να σε βλέπω, ειδικά όταν με κοιτάς με εκείνο το βλέμμα του «Τώρα εσύ ή με δουλεύεις ή όντως είσαι έτσι».

Κατάλαβες Μούργο;  Αν κατάλαβες, έχω πολλά ζευγάρια με αστείες κάλτσες για να κοροϊδεύεις.  Αν δε κατάλαβες, δε με βλέπω να γλυτώνω τη γάτα.  Αν και τώρα που το σκέφτομαι, γάτα λέω να πάρω έτσι κι αλλιώς.  Μια γκρινιάρα σα κι εσένα….

Μου μυρίζει θαύμα γεύση

Μου μυρίζει θαύμα γεύση

«Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού.   Ουδείς ασφαλέστερος εχθρός εκ του ευεργετηθέντος αχάριστου.  Ουδείς αναμάρτητος.  Ουδείς αναντικατάστατος.»

Ωπα, ωπα! Φρένο εδώ!! Όχι και ουδείς αναντικατάστατος!!!  Υπάρχουν και πράγματα που δεν αντικαθιστούνται.  Τα ρεβίθια, τα γεμιστά και η κοτόσουπα αυγολέμονο της μαμάς μου ας πούμε δεν έχουν αντικαταστάτη!  Είναι αυτούσιες, ατράνταχτες και αδιαμφισβήτητες γευστικές αξίες!  Αποτελούν γλωσσικά αξιώματα!  Δεν αγγίζονται, δεν πειράζονται και δεν χωράνε τράτο για συζήτηση.  Μονάχα απολαμβάνονται την κατάλληλη στιγμή και κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες και διαπραγματεύσεις.  Διότι πάντα έχουμε διαπραγματεύσεις όταν ζητάω από την Πάστα Φλώρα να μου φτιάξει ένα από τα τρία προαναφερθέντα, μικρά γαστριμαργικά της θαύματα.  Συνήθως το σκληρό χαρτί μου είναι το πόσο καιρό έχει να με δει ή το αν έχω κάνει κάτι που μου ζήτησε ή το πιο σημαντικό από όλα, το αν έχω να φέρω δικό μου tupper.   Διότι μη γελιέσαι μικρέ μου αναγνώστη,  Joey Tribbiani does not share food κι η Πάστα Φλώρα δε δανείζει τα tupper της!!

Όμως παραδέξου το κι εσύ.  Τόση ώρα που με διαβάζεις, σίγουρα έχει πάει ο νους σου σε όλα εκείνα τα φαγητά που σου μυρίζουν «μανούλα».  Κι εκεί ακριβώς κρύβεται και η μαγεία του φαγητού μιας και η γεύση (όπως και η όσφρηση – αδελφή αίσθηση έτσι κι αλλιώς) είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μνήμη άρα και με το συναίσθημα.

Με τη πρώτη μπουκιά αν κλείσεις τα μάτια, μπορείς να σε δεις ηλιοκαμένο πιτσιρίκι σε μια αυλή καλοκαίρι ή βαριεστημένο έφηβο σε κάποιο βαρετό χειμωνιάτικο οικογενειακό τραπέζι, ή σουρωμένο φοιτητή να ξεπαγιάζεις έξω από μια καντίνα.

Η γεύση κρύβει μνήμες γιατί η γεύση είναι μνήμες.  Η γεύση είναι όλα τα συναισθήματα που έβαλε μαζί με τα μπαχαρικά, τα λάδια και τα βούτυρα μέσα στη κατσαρόλα του αυτός που σου μαγείρεψε κι ας μη τον ήξερες.  Ίσως γι’αυτό και το φαγητό να είναι άψογο στα πραγματικά καλά εστιατόρια, μιας που καλά εστιατόρια είναι αυτά που τα δουλεύουν άνθρωποι που στ’αλήθεια αγαπάνε αυτό που κάνουν κι όχι αυτά που έχουν ακριβούς καταλόγους και δυσνόητα μενού.  Ίσως γι’αυτό το συσσίτιο της Κοινωνικής Κουζίνας να είναι πιο νόστιμο, μιας που κλείνει μέσα του όλη την ανθρωπιά που αρνούμαστε πεισματικά να χάσουμε κόντρα στα σημεία των καιρών.  Ίσως γι’αυτό η πρόχειρη μακαρονάδα που θα σου φτιάξει την πρώτη φορά που θα σου μαγειρέψει σπίτι του να είναι μαγική, μιας που έχει μαριναριστεί με το άγχος και την προσμονή του να σε περιποιηθεί.

Ναι η γεύση είναι μνήμη και συναίσθημα και τρόπος να αγγίξεις τα σωθικά του άλλου κυριολεκτικά και μεταφορικά.  Ακόμα και στο φιλί γεύση δε προσδίδεις;  Όσο πιο πολλά νιώθεις, τόσο πιο γευστικό είναι.   Κι ανάλογα με τη στιγμή, αλλάζει και χαρακτήρα.   Γλυκό στις καλημέρες, καυτό στις καύλες (εδώ τα λέμε με το όνομα τους τα πράγματα!  Αν δεν αντέχεις τη ζέστη βγες απ’τη κουζίνα μου!), πικρό στους αποχωρισμούς.

Το θέμα λοιπόν δεν είναι τόσο τα υλικά που θα βάλεις στο τσουκάλι σου (και στο λέω εγώ αυτό που σήμερα ξόδεψα μια μικρή περιουσία στην Ευριπίδου για μπαχάρια, αλλαντικά και τυριά), αλλά το τι θα νιώθεις όση ώρα κρατάς την κουτάλα και τα ανακατεύεις.  Εκεί είναι το μυστικό.  Στο τι νιώθεις!! Πάντα και μόνο στο τι νιώθεις!!

Στη ζωή μου έχω ερωτευθεί ανθρώπους, βιβλία, ταινίες, μουσικές.  Ο τελευταίος μου έρωτας ήταν μια πόλη.  Μια πόλη που θα την κουβαλάω μέσα μου για πάντα.  Ξέρεις πότε σιγουρεύτηκα πως δεν θα μπορέσουμε να «μείνουμε» μαζί;   Όταν έμαθα πως άνθρωποι που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σ’αυτή δεν έβαζαν τραπεζαρία στα σαλόνια τους για να μη χρειαστεί να τραπεζώνουν συγγενείς και γνωστούς…

Γι’αυτό σου λέω, το φαγητό είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλή γέμιση για το σαρκίο σου.  Είναι μαγεία κι αγάπη κι έρωτας και μνήμη (ναι θα το πω ξανά μέχρι να το εμπεδώσεις).  Για μένα είναι και σημείο αναφοράς και αναγνώρισης αυτών που νιώθω για τους ανθρώπους μου.  Όσο πιο πολύ ασχοληθώ με το τι θα μαγειρέψω για κάποιον, τόσο πιο πολύ με νοιάζει αυτός ο άνθρωπος.  Κι όσο πιο πολύ με νοιάζει, τόσο πιο πολύ θέλω να του μαγειρεύω.  Ίσως γι’αυτό και να αποφάσισα να γίνω chef τελικά, επειδή είναι κι αυτός ένας τρόπος για να βγάλω αγάπη.  Ίσως γι’αυτό κι όταν με ρωτάνε τα υλικά για μια συνταγή, λέω πρώτα από όλα πως βάζουμε αγάπη!

Όμως είπαμε!  Όσα πτυχία ή «Χρυσούς Σκούφους» κι αν πάρω, Ρεβίθια, Γεμιστά και Κοτόσουπα Αυγολέμονο θα είναι πάντα off limits!  Αυτά πάντα θα μυρίζουν «Μανούλα»….