Κυριακή των Βαΐων

 

Κυριακή των Βαϊων

Φύλα τα βάγια σου για την επόμενη φορά.
Εδω σεβόμαστε το καθημερινό θαύμα.
Δε χαιρεταμε αυτούς που προδώσαμε
Τους λέμε Καλημέρα στο καθρέφτη τα πρωινά.
Τους παραδώσαμε κάποτε σ’ εκείνους που τους πρόδωσαν χωρίς αντίτιμο.
Έμειναν τα 30 αργύρια σε κάποιο πουγκί να θυμίζουν το κίνητρο.
Μα εμείς φορέσαμε τη κόκκινη κορδέλα στο λαιμό.
Κάναμε στην άκρη τον λευκό γιακά, κοιτάξαμε κατάματα με όση αγάπη μας είχε μείνει κι είπαμε σιγά, σχεδόν μητρικά

“Μην αργείς, χτύπα”.

Καμία έκπληξη.

Το ήξεραν και εκείνοι.
Κράδαιναν το μαχαίρι εδώ και καιρό.

“Μα δε μπορώ αλλιώς” μας είπαν.

“Το ξέρω” τους απαντήσαμε και σκυψαμε προσφέροντας τους λευκούς λαιμούς μας.

Κι ύστερα χτύπησε η πέτρα κι άνοιξε στα δύο.
Τινάχτηκε από πάνω μας η σκόνη.
Κι εμείς σχεδόν γυμνοί από αντοχή κι από ντροπή κοντοσταθήκαμε στο κατώφλι.

Στο μνήμα ή στο φως να περπατήσουμε;

Στα σπάργανα, μωρό νεογέννητο που σπαράζει
Είδαμε το χέρι που απλώθηκε μπροστά μας σα ρώγα από μαστό μητρικό.
Με τόση εξάντληση, με τόση πείνα πως να κάνουμε βήμα;

Στο μνήμα ή στο φως να περπατησουμε;

Ανάσταση πριν απ’τη Λύτρωση ποιος έζησε για να τ’ομολογήσει;

– Μα για τη Λύτρωση δεν γίνηκε η Ανάσταση;

Τόση ουσία πως να τη σηκώσει μια γκρίζα ως τώρα ζωη;

Κι εκείνη η επανάσταση που λέγανε πως ηττήθηκε, πως καταφέρνει να ανασταίνεται κάθε χρόνο πριν το Μεγάλο Σάββατο για όσους μνημονεύουν τους Μπελογιάννηδες της δικής τους ζωής;

Κι ο έρωτας πως γίνεται από Τιμωρός άξαφνα Σωτήρας;

Κι αν το Θάμα είναι Τώρα, Εδώ, ανάμεσα μας σε τούτη εδώ τη σπίθα, πως γίνεται να περιφερόμασταν σα τα ψοφιμια τόσο καιρό;

Πως να τα δεχθούμε έτσι χωρίς μια στάλα αμφισβήτησης;

Ο ίδιος ο Θωμάς ζήτησε να θέσει τον δάκτυλον επί των τύπων των ήλων κι ας δειπνησε και περπάτησε σιμά Του.
Ποια είμαστε εμείς για να πράξουμε κάτι λιγότερο από ετούτη τη Αγία καχυποψία;

Κι ύστερα είναι κι εκείνος ο θυμός του Πέτρου για όσα του είχαν τύχει μέχρι εκείνη τη στιγμη.

Πώς να δεχθούμε λοιπόν αδιαμαρτύρητα ετούτη τη ξαφνική ευφορία;

Να είσαι σίγουρος πως θα σου πλύνω τα πόδια με δάκρυα ανακούφισης και στοργής και θα στα σκουπίσω με τα μπλεγμένα, ξέπλεκα μαλλιά μου, μ’αυτό δε θα μερέψει ακόμα τους φόβους μου.

Λάζαροι που κατέβηκαν στα σκοτάδια πριν σπάσει η πέτρα και κοντοστέκονται πριν βγουν ξανά στο φως.

Ας είναι!

 

-Πίστευε και μη, ερεύνα!

 

Όχι! Πίστη τυφλή από εδώ και πέρα.
Αλλιώς ας μείνουμε για πάντα τυφλοί.

Γι’αυτό σου λέω.
Φύλα τα βάγια σου για άλλη φορά.
Τώρα πια χαιρετιόμαστε αλλιώς και μοιραζόμαστε το γαϊδουράκι, μαζί με το ψωμί, τα ψάρια και το στρώμα μας….

Κυριακή των Βαΐων
Ξημερώνει Μεγάλη Βδομάδα…….

 

 

Κάτωχρος κι εξαντλημένος ο Ιησούς στάθηκε κοντά στον τάφο.
“Λάζαρε, βγες έξω”, φώναξε. Όλοι περίμεναν. Κι ο φτωχός
νεκρός, που ένιωσε ότι εδώ στον τάφο του παίζεται η τύχη του
κόσμου, τί να ΄κανε; Η γη είχε χαθεί,
πως θ΄ άφηνε χωρίς ανάσταση έναν ολάκερο ουρανό…

Τάσος Λειβαδίτης.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s