του Γ….

FB_IMG_1445076031432-1

Είναι κάτι βράδια ήρεμα, νωχελικά, σχεδόν χαμογελαστά.  Βράδια που όλο και κάτι καταφέρνω να τσιμπήσω.  Μετά θα πλύνω τα πιάτα και θα ταϊσω και τον Γκάβακα κι ύστερα θα ξαπλώσω και θα χαζέψω ή θα διαβάσω.

Ψέματα!  Δε μπορώ να διαβάσω.  Δε μπορώ να συγκεντρωθώ ακόμη κι έτσι απλά τελειώνω τη μια σειρά μετά την άλλη και κανονίζω τις δουλειές της επόμενης μέρας ανάμεσα στις πολιορκητικές φιλοδοξίες του Ragnar Lothbrooke και στον τελευταίο βασιλιά της Αγγλίας από τον οίκο των York.

Κάτι τέτοια βράδια τα φοβάμαι πιο πολύ από όλα.  Μου δημιουργούν στιγμιαία την ψευδαίσθηση πως το χειρότερο έχει περάσει.  Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο ψέμα.  Γιατί  η θλίψη είναι ο μεγαλύτερος φασίστας!  Ανασυγκροτείται, επιστρέφει κι επιβάλλεται  με φόρα σα κύμα ορμητικό εκεί που δε το περιμένεις  και με κάνει να αναρωτιέμαι πόσο συναισθηματικό φασισμό μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος που νιώθει τα πάντα με την ορμή ενός εφήβου, κουβαλώντας τις φθορές ενός ηλικιωμένου.

Δεν έχω βρει την απάντηση ακόμα.  Γενικώς δεν έχω απαντήσεις τον τελευταίο καιρό.  Αναρωτιέμαι και αμφισβητώ τα πάντα.  Ακόμα και τον κοινό μας χρόνο.  Ξέρεις, εκείνον που περάσαμε μαζί.  Θυμάσαι;  Ε ακόμα κι αυτός δεν ξέρω αν τελικά υπήρξε ποτέ.  Δε ξέρω αν συμβαδίσαμε, αν συμπορευτήκαμε ποτέ.

Ο χρόνος και το συναίσθημα βλέπεις είναι προσωπικό ταμείο του καθενός κι έτσι ένα μήνα μετά δεν έχω ιδέα τι ένιωσες εσύ και δε θα μάθω και ποτέ.  Ή μάλλον ξέρω, γιατί αν είχες νιώσει έστω και κάτι από όλα όσα είπες, θα ήσουν εδώ.  Κι ακόμα και αν έφευγες στην αρχή από φόβο, θα έβρισκες το θάρρος να γυρίσεις πίσω.  Κι έτσι κι εγώ δε θα έγραφα ετούτες εδώ τις γραμμές κι ούτε θα σκαρίφιζα ιστορίες.  Θα τις ζούσα δίπλα σου.  Κι ο χρόνος μου θα κύλαγε ίσως παράλληλα με τον δικό σου.  Όπως είχαν κυλήσει κι οι ζωές μας μέχρι να συναντηθούμε.  Με παράλληλες πληγές, με παρόμοιες απώλειες, με κοινά σημεία αναφοράς.  Και δε θα χρειαζόταν τώρα να φωνάζω στο κενό που μου άφησες, ούτε θα το χάιδευα για να ξεγελάσω μέσα μου το μέγεθός του.  Μα κυρίως δε θα αναρωτιόμουν αν το κομμάτι του δικού μου χρόνου που αποφάσισα να σου χαρίσω,  ήταν καλοξοδεμένο ή πεταμένο στα σκουπίδια.  Δυσκολεύομαι να καταλήξω κι ίσως να μη καταλήξω και ποτέ.

Συνεχίζω να μη μιλάω σε κανένα για σενα και για μας.  Στην αρχή οι περισσότεροι ρωτάγανε.  Πρώτα εμένα και μετά τον Ψηλό.  Ούτε σ’αυτόν τα έχω πει όλα.  Τι να πω άλλωστε;  Σάμπως ξέρω;  Ώρες ώρες νομίζω πως τα φαντάστηκα όλα.  Πως ίσως και να μη συναντηθήκαμε ποτέ και πως όλο αυτό το «κινηματογραφικό» που έζησα ένα μήνα, ήταν απλά δημιούργημα της μοναχικής , ερασιτεχνικής, συγγραφικής μου παράνοιας.  Κι ύστερα με θυμάμαι να κρύβω τη ζακέτα σου, ξέρεις εκείνη τη γκρι ζακέτα που μου άφησες και λέω «Οκ!  Δε θα μου φορέσουν το άσπρο πουκαμισάκι που δένει πίσω ακόμα».

Όπως και να χει, τώρα έγινες κι εσύ φάντασμα.  Ήρθες, είδες κι έφυγες χωρίς δεύτερη σκέψη κι εγώ έμεινα με το κενό που λέγαμε πριν κι ένα σωρό ερωτηματικά μαζεμένα.  Το αστείο είναι πως πιο πολύ αναρωτιέμαι για το αν είσαι καλά κι αν τώρα πια χαμογελάς περισσότερο.  Είναι κάπως παρήγορο μετά από τόση θλίψη, τουλάχιστον ο ένας από τους δυο μας να είναι καλά.  Όλες τις υπόλοιπες ερωτήσεις στο κεφάλι μου κοιτάω να τις αποφεύγω.  Ειδικά εκείνη που με τρομάζει πιο πολύ.  Εκείνη που ρωτάει με ηρεμία ψυχρού εκτελεστή «Φαντάζεσαι να ήταν αυτός ο άνθρωπος σου;»   Τι να απαντήσω εδώ μου λες;  Δε πρόλαβα να καταλάβω.  Κι αυτό που με φοβίζει περισσότερο είναι το ενδεχόμενο του να ήσουν γιατί δε μου έδωσες  χρόνο για να το μάθω.  Το διαφημιστικό δείγμα δωρεάν που μου πρόσφερες, αυτό έδειχνε πάντως.  Τι να πω λοιπόν και τι να συζητήσω;  Με ποιόν;  Ποιος θα καταλάβει;  Όλοι θα με πουν υπερβολική.  Μπορεί κι εσύ ο ίδιος τώρα πια. Κι εγώ θα πρέπει πάλι να ξανασυστηθώ στους γύρω μου λέγοντας πως τους ανθρώπους που αφήνω πλέον να με πλησιάσουν, δε τους παίρνω στην πλάκα, τους τιμάω και τους έχω ψηλά, αλλιώς δεν έχει αξία να τους αφήσω να έρθουν κοντά.  Όμως το να πρέπει να επαναλαμβάνω το ποια είμαι, με κουράζει αφόρητα σαν ιδέα κι έτσι δεν λέω κουβέντα.  Τους αφήνω όλους να λένε με ύφος επίκουρου πως πρέπει να συνέλθω κι από μέσα μου λέω ήρεμα «ρε δε με παρατάς κι εσύ;».

Πριν από μια βδομάδα σε έσβησα από παντού.  Θυμάμαι που μου είπες πως ήθελες να μιλάμε.  Να λέμε τι ακριβώς;  Εσύ έκρινες πως θα είσαι καλύτερα μακριά μου κι εγώ ξέρω πως δε θα είμαι καλά χωρίς εσένα.  Άρα;  Τι διαφορετικό λοιπόν θα σου απαντούσα κάθε φορά που θα με ρώταγες τι κάνω;  Τι θα μπορούσαν να πουν δυο άνθρωποι που ένιωσαν ή έστω ξεκίνησαν τόσο έντονα μετά το «χαμό»;  Πώς θα ήταν δυνατόν μετά από αυτό, να γίνεις για μένα απλώς ένας αριθμός σε μια ηλεκτρονική λίστα;  Όχι!  Αν ήταν να ξαναμιλήσουμε, θα ήταν επειδή θα είχες κάτι να μου πεις.  Κι εσύ ότι είχες να πεις, από ότι φάνηκε, το είπες.

Τώρα που τα ξαναδιαβάζω ρωτάω τον εαυτό μου τι σημασία έχει τελικά.  Ότι έγινε, έγινε.  Ο Βάζελος συνεχίζει να πηγαίνει μέτρια, τούτος ο κόσμος συνεχίζει να πηγαίνει κατά διαόλου  κι η γη γυρίζει, κι η γη γυρίζει.  Χέστηκε το σύμπαν για τα δικά μου χαμένα κομμάτια κι ας ήταν για μένα πλέον συλλεκτικά μιας που στα 30φεύγα τα συγκεκριμένα τα είχα μετρημένα στα δάχτυλα ενός χεριού.  Το μόνο που δεν υπολόγισα ήταν το πόσο μπορεί να σκοτώσει η καλοσύνη των ξένων κάτι τέτοιες ώρες. Θα αναρωτιέσαι τι εννοώ.  Προχθές, 7 του μήνα και δυο μήνες μετά, πήγα από το βιβλιοπωλείο στη Ζωοδόχο Πηγή.  Ήθελα τα βιβλία του Χρόνη για μένα αυτή τη φορά.  Ο κυρ Αχιλλέας με αναγνώρισε με το που μπήκα.  Θυμόταν που τα έψαχνα εναγωνίως  εκείνο το απόγευμα του Γενάρη και με ρώτησε τι κάνεις.   Του είπα πως χαθήκαμε…  «Λυπάμαι πολύ παιδί μου» μου είπε με μια στοργή σχεδόν πατρική…

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s