Να σου πω ένα παραμύθι;…

fairytales«Μου φαίνεται πως συνήθισα πια.  Συνήθισα να σε αγαπάω από μακριά. Να φέρνω στο μυαλό τη φιγούρα σου και να ξέρω πως κάπου εκεί έξω είσαι.  Μιλάς, περπατάς, γελάς, νευριάζεις, σκορπάς το χρόνο σου και που και που συναντιόμαστε και λέμε κι οι δυο μας καμιά κουβέντα.   «Επαφή να κρατάω» δε λέει και το τραγουδάκι της αχώνευτης , κουλτουρέ μαντάμας;  Τι σημασία έχει που δεν είμαστε μαζί;  Το τι νιώθει ο καθένας από μας, είναι δικό του ταμείο.

Να κάτι τέτοια σκέφτομαι τα πρωινά του Σαββάτου που ξυπνάω πιο αργά και κοιτάω τη γεμάτη εργένικα, γυναικεία cliché ζωή μου.  Λουλούδια στο σπίτι μου, χοντρές κάλτσες και υπερμεγέθη πυτζάμες από την εποχή που ήμουν άλλη τόση και λίγο ακόμη, αγκαλιά με μια κούπα από ζεστό οτιδήποτε, μιας που 38 χρόνια τώρα καφέ δε πίνω ή πίνω σπάνια.

Τι σημασία έχει τώρα πια άλλωστε;  Εγώ σε ευγνωμονώ που υπάρχεις ακόμα εδώ, μέσα μου μετά από τόσο καιρό έστω και σα μια φιγούρα.  Είναι πολύ πιο έντιμο αυτό.  Βλέπεις ανέκαθεν είχα  τη βαθειά πεποίθηση πως τα παραμύθια είναι αλήθεια.  Μόνο που καθώς μεγάλωνα, κατάλαβα ποια παραμύθια είναι αλήθεια.  Ξέρεις αυτά που μας έλεγαν όταν ήμασταν μικροί δεν ήταν ακριβώς ψέματα αλλά ας πούμε πως μας έκρυβαν όλη την εικόνα.  Δηλαδή ποτέ δε μάθαμε πως μετά το γοβάκι , η Σταχτοπούτα έβγαλε κιρσούς με το καθαρίζει το παλάτι του καλού της και στο τέλος πάλι στο τζάκι κοιμόταν μήπως βρει λίγη ησυχία.  Η Χιονάτη μετά το μήλο έβαλε καμιά 20αριά κιλά από τα μαγειρέματα για τόσα στόματα κι η Ωραία Κοιμωμένη σπατάλησε όλη την υπόλοιπη ζωή της προσπαθώντας να επικοινωνήσει με έναν άνθρωπο που την έβλεπε όμορφη μόνο όταν κοιμόταν ενώ οι υποχρεώσεις της αυλής της, της είχαν στερήσει ανεπιστρεπτεί τον ύπνο της πια.  Να σου πω και τη μαύρη μου αλήθεια, ποτέ δε μου άρεσαν ούτε με τράβηξαν οι παραπάνω κυρίες.  Εγώ από παιδί αγαπούσα τα καταραμένα παραμύθια. Εκείνα με το άσχημο τέλος μιας και η αλήθεια είναι πως το μόνο ζευγάρι που κράτησε την αγάπη του αιώνια, στα δικά μου βιβλία,  ήταν το Μολυβένιο Στρατιωτάκι κι η Μπαλαρίνα κι η μόνη ηρωίδα που έκανε κάτι χωρίς αντάλλαγμα ήταν η γυναίκα του Πρωτομάστορα που δέχθηκε να την χτίσουν μέσα στο γεφύρι.

Είμαστε αχόρταγα πλάσματα οι άνθρωποι να ξέρεις. Αχόρταγα κι Αχάριστα.  Πάντα κάτι θα μας λείπει, όλα τα καλά του κόσμου να έχουμε. Πάντα θα θέλουμε κάτι παραπάνω.  Και στο λέω εγώ που οι περισσότεροι μου φίλοι με κράζουν νυχθημερόν για την ολιγάρκεια μου.   Τίποτα δε μας είναι αρκετό και τίποτα δε μας φτάνει.  Και όταν νομίσουμε πως τα έχουμε όλα, μπαίνει το τέρας της ρουτίνας ανάμεσά μας και τα τινάζουμε όλα στον αέρα γιατί έχουμε βαρεθεί ή η το «κότερο» που βαφτίσαμε ζωή, μπάζει από παντού νερά.

Γι’αυτό καμιά φορά χαίρομαι μαζοχιστικά που σ’αγαπάω από απόσταση.  Γιατί δε φθείρεσαι, παραμένεις ο ίδιος που γνώρισα πριν από τόσο καιρό κι ακόμα κουβαλάω και τιμάω μέσα μου σα κάτι ιερό κι αμόλυντο.  Πάω στοίχημα πως θα με έβρισκες υπερβολική όμως δεν είναι έτσι.   Και δεν είναι πως σε έχω φτιάξει στο μυαλό μου όπως ήθελα ή όπως σε φαντάστηκα.  Τα ξέρω τα στραβά σου πια κι έτσι η εικόνα είναι καθαρή και χωρίς φίλτρα.  Όμως είσαι πάντα εκεί, το ίδιο τραχύς, το ίδιο αγριεμένος, το ίδιο τρωτός.  Βλέπεις;  Δεν αλλάζει κάτι.  Εσύ θα συνεχίσεις να μου χαρίζεις ομπρέλες για την ψυχρολουσία που θα μου ρίξεις μετά κι εγώ θα συνεχίζω να στρώνω «λιβάδια» στο κρεββάτι που θα σε κοίμιζα αν με έχεις αφήσει. Κι αυτό είναι το μόνο μου παράπονο τόσο καιρό μετά ρε γαμωτό! Το ότι δε κοιμηθήκαμε ούτε ένα βράδυ αγκαλιά.  Δε πειράζει ,  είπαμε τα αληθινά παραμύθια δεν έχουν χαρούμενο τέλος κι αυτό είναι που τα κάνει κι όμορφα….»

Έκλεισε το αρχείο με τις φωτογραφίες κι έσβησε τον υπολογιστή.  Μέσα καλοκαιριού πια κι η ζέστη τη κούραζε αφάνταστα.  Τελικά όσο αλάτι κι αν έριχνε πίσω από τον “κόρφο” της, κάθε φορά που μαγείρευε, δε κατάφερνε να “ξορκίσει το κακό”.  Πλησίαζε τουλάχιστον η άδεια της κι εκείνη ήλπιζε στο άδεια της ψυχής της έστω και για λίγο.  Για εκείνες τις λίγες μέρες που θα γινόταν αφρόψαρο του Αυγούστου και θα χανόταν σ’ ένα μικρό μπαλκονάκι με θέα τη θάλασσα κάπου στην Εύβοια….

Advertisements

6 thoughts on “Να σου πω ένα παραμύθι;…

  1. Σε βρηκα πάλι σε εκείνο το σταυροδρομι που ειτε πας δεξιά ειτε πας αριστερά. Οπως την πρωτη φορά που σε χαζεψα και μπηκα στον κοπο να σε διαβασω. Τοτε εκανα δεξια και περιμενα…ματαια. Ισως επειδή ειμαι ψεύτικος. Σημερα έκανα αριστερά κατα λάθος, απο βαρεμάρα αλλα σε αναγνωρισα εκεινο το νανοσεκοντ. Τώρα… το μετάνιωσα…και στο λεω εδώ

  2. Μετάνιωσα για το οτι πηγα αριστερά αυθόρμητα χωρις να μπορω να σε ξαναχαζεψω. Δυστυχώς ειναι μη αναστρέψιμη εκεινη τη στιγμη η απόφαση

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s