My own private caravan….

o-MOVING-OUT-facebook-01

«Μια κούτα, κι άλλη μια, κι άλλη μια.  Τουλάχιστον αυτή τη φορά είναι οργανωμένο το έγκλημα.  Γράφει απέξω σε κάθε μια για ποιο δωμάτιο προορίζεται.  Αυτή εδώ ας  πούμε γράφει «Κουζίνα».  Άρα το πιο πιθανό είναι να είναι γεμάτη κατσαρολικά ή πιατικά.  Κουράστηκα όμως και λέω να κάτσω λίγο.  Έτσι οκλαδόν μέσα στη μέση του χαμού αγκαλιά με κούπα κρύο γάλα.  Να κοιτάξω πάλι τους χάρτινους  «πύργους»  ή μάλλον καλύτερα τους χάρτινους  «πολιορκητικούς κριούς» της ζωής μου.  Πλέον μόνο αυτή η ονομασία ταιριάζει.  Δεν είναι απλά κουτές γεμάτες πράγματα, αλλά πολεμικές μηχανές που καταστρέφουν με βία ότι δε μου κάνει και βοηθούν με μεθοδικότητα το στήσιμο του νέου οχυρού!  Ξέρω, ξέρω! Ακούγομαι ετοιμοπόλεμη κι ίσως έτσι να είναι πια.  Μετά από 15 χρόνια συμβιβασμένης  ενήλικης ζωής και μιας εφηβείας που κύλισε σαν απόγευμα μεσήλικα, στα 30 φεύγα ήρθε μια καθυστερημένη επανάσταση που τα σάρωσε όλα συθέμελα.  Δε μου άφησε χώρο για τίποτα.

Τρίτη μετακόμιση λοιπόν μέσα στην ίδια χρονιά.  Και πάντα μια μετακόμιση είναι αφορμή για μια καινούργια αρχή, για ένα νέο ξεκίνημα.  Μια ευκαιρία για ολική διαγραφή όσων δεν άξιζαν και μια ευλαβική διαφύλαξη όσων είχαν σημασία.  Μαζεύεις, ξεσκαρτάρεις, πετάς και πακετάρεις.  Έτσι πάει. Κι όσο πιο μεγάλος κάνεις αλλαγές, τόσο πιο συνειδητοποιημένος είσαι.  Ξέρεις τι σου κάνει και τι όχι κι έτσι δεν σκορπάς πια τον πολύτιμο χρόνο σου δίνοντας χρόνο.  Γιατί πια ξέρεις πως δεν έχεις χρόνο.  Για πράγματα, καταστάσεις, ανθρώπους, δουλειές και ζωές που δεν αξίζουν, που δεν είσαι εσύ, Όχι δεν έχεις χρόνο!  Στη ζωή μας έτσι κι αλλιώς θα συμβιβαστούμε για τόσα άλλα επειδή τα συναισθηματικά μας δεσίματα θα μας το επιβάλλουν.  Ας είναι λοιπόν οι συμβιβασμοί μας για εκεί που επιλέξαμε κι όχι για εκεί που βρεθήκαμε.

Δε ξέρω τι θα βρω κι εδώ, τι θα μου ξημερώσει.  Δε φοβάμαι πια όμως.  Η ζωή είναι μια εύπλαστη οντότητα.  Θα πάρει την ιδιότητα και τον χαρακτήρα που εσύ θα της δώσεις, τη χρήση που εσύ θα της αποδώσεις.   Σα το σκρίνιο που έχω στο σαλόνι μου ας πούμε.  Άλλοι θα έβαζαν το καλό τους σερβίτσιο μα εγώ προτίμησα τις καφασωτές βιτρίνες του να τις κάνω βιβλιοθήκη.  Έτσι για να βλέπει με την πρώτη όποιος έρχεται σπίτι μου, τι έχει βάλει το χεράκι του για να γίνω το πλάσμα που χει μπροστά του.   Άχρηστες πληροφορίες ίσως και να μου πεις.  Βλέπεις σε μια εποχή που οι περισσότερες κοιτάνε να φτιάξουν τον κώλο τους, εγώ κοίταξα να φτιάξω όσο μπορώ το μυαλό μου.  Μα δεν έχει σημασία πια.  Ευτυχώς που δε γεννήθηκα όμορφη!  Ξέρεις τι βάσανό θα ήταν κι αυτό;;»

Αφήνει την κούπα στην άκρη και φοράει μια ζακέτα.  Εδώ είναι βοράς κοπελιά!  Δεν αστειευόμαστε με τον καιρό.  Ανοίγει άλλη μια κούτα.

11988451_10153586621358374_284172312995898762_n

«Κοιτά να δεις!  Είχα ξεχάσει πως την είχα εκτυπώσει ετούτη εδώ τη φωτογραφία.  Εκείνο το πρωί μου ήταν εύκολο να διαβάζω για ήττες.  Φταίει που είχα ξυπνήσει με τον αέρα της νίκης μετά από πολύ καιρό.  Κι ενώ δε μετράω νίκες πια, εδώ και καιρό έχω πάψει να ξυπνάω ηττημένη.  Τώρα που το σκέφτομαι, είναι κι αυτό μια νίκη από μόνη της.

Ουφ!  Λάθος κούτα άνοιξα όμως και δεν ήθελα να βγάλω τα βιβλία από τώρα.  Ξέρω μπορεί και να ακούγομαι κάπως όμως τι να κάνω;  Έτσι έμαθα.  Οι δουλειές πρέπει να γίνονται με μια σειρά γιατί αλλιώς χάνεται η μπάλα.  Ειδικά σε τέτοιες φάσεις.  Φάνταζεσαι να άνοιγα τα ρούχα τώρα;  Μέσα στο χαμό θα είχα και τη Frida Kahlo να μου ζητάει πίσω τα φουστάνια της»

Γενικά με τα σπίτια της έχει πάντα ένα θέμα.   Όλα πρέπει να είναι στη θέση τους κι όπως πρέπει.  Όλα σε τάξη.  Κι όλα κρυφά περιμένουν όπως και κείνη.  Για εκείνο το ένα πράγμα που θα μπει απρόσκλητο με τις μπάντες και τα θα κάνει όλα μπάχαλο, όλα λίμπα.  Κάτι σαν εκείνο το χούι που έχει και δεν μπορεί να κάτσει στο τραπέζι ή να πέσει για ύπνο αν δεν είναι τα πιάτα πλυμένα κι ο νεροχύτης καθαρός.  Της γκρίνιαζαν όλοι οι πρώην πως ήταν ψυχαναγκαστική.  Όλοι εκτός από έναν.  Εκείνος ήξερε πως όταν ήταν στο σπίτι μόνοι τους, εκείνη πάντα έπλενε τα πιάτα χωρίς να φοράει εσώρουχο.  Κι έτσι ερχόταν κάθε φορά πίσω της κι έβαζε το χέρι του ανάμεσα από τα πόδια της.  Έκανε τα μαλλιά της στην άκρη και ψιθύριζε στο αυτί της  «Μπουτάκια μου» με ορμή και κατέληγαν κάθε φορά να κάνουν έρωτα ανάμεσα στις σαπουνάδες και τα νερά.  Όσες φορές είχε γίνει αυτό – κι ήταν αρκετές στ’αλήθεια –  ποτέ δεν είχε σιχτιρισεί για το χάλι της κουζίνας και στο τέλος έτρωγαν πάντα κρύο το φαγητό χαμογελώντας σα δεκάχρονα.  Μαζί του ίσως να ήταν κι η τελευταία φορά που είχε νιώσει πως είναι σπίτι της.  Κι έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε.  Όμως είπαμε, δε μετράει πια ήττες.  Γεμίζει κούτες, οπλίζει χάρτινους πολιορκητικούς κριούς και προχωράει μπροστά.  Εδώ και καιρό ξέρει, νιώθει, ψάχνει, αναζήτα, μυρίζει και γεμίζει το μέσα της.  Και πού θα πάει;  Θα τη βρει την άκρη.  Τουλάχιστον έχει μάθει πια να μη ξοδεύει τον χρόνο της και να μην ξοδεύεται κι η ίδια.

«Σπίτι είναι εκεί που είναι η καρδιά.  Γι’αυτό μάλλον κι εγώ είμαι ακόμα άστεγο.  Δε ξέρω που θα την αφήσω να ριζώσει στο τέλος.  Δε θα με ρωτήσει κιόλας !  Πάντα έκανε ό,τι ήθελε αυτή.  Υποθέτω λοιπόν πως εκείνη ξέρει κι όταν έρθει η ώρα, θα μου πει. Βλέπεις δε θέλω πια άλλα συναισθηματικά μνημόσυνα!  Δε θέλω άλλες κατά παραγγελία λύπες.  Τιμή να αποδώσω σε ότι πέρασε κι άξιζε ναι!  Μα ως εκεί.  Μόνο για να μου θυμίζει τι γεύση έχει η ευτυχία μιας που την έχω δοκιμάσει.  Τώρα πια θέλω ταξίδι κι αναζήτηση!   Μέχρι τότε έτσι θα ζούμε,  εγώ κι αυτή η αιμάτινη αντλία που χω πάνω αριστερά στο θώρακα.  Θα ταξιδεύουμε, θα μαθαίνουμε, θα σκαρώνουμε ιστορίες και θα γεμίζουμε εικόνες, μυρωδιές, χαρακιές και γεύσεις   Έτσι ακριβώς, σα νεράιδες τσιγγάνες…»

ΥΓ:  Αφιερωμένο

Στον Άγγελο που νιώθει και ξέρει

Στο Γιάννη που διψάει για αγάπη, νόημα κι αλήθεια

Στη Χρύσα που αγαπάει κι αγκαλιάζει από μακριά

Advertisements

Κυριακή απόγευμα….

milk-and-cookies

«Τι σκέφτομαι κάθε φορά που βγαίνω ή μπαίνω στο σπίτι μου;  Κάθε φορά που σηκώνομαι από το τραπέζι που τα πίνω με τους φίλους μου;  Κλειδιά, κινητό, λεφτά, ώρα.  ‘Όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά.  Όμως κάθε φορά βουτάω το χέρι μέσα στη πελώρια ή στη μικρή τσάντα μου και ψάχνω μηχανικά για όλα αυτά, εκτός από την ώρα.  Εκείνη θα τη δω στο χέρι μου κι ύστερα ίσως να τη μετρήσω και στα πρόσωπα αυτών που είναι γύρω μου.  Φαίνεται καθαρά στα χαρακτηριστικά τους αν τους φτάνει ή αν θέλουν κι άλλη για εκεί που βρίσκονται ή για εκεί που θέλουν να πάνε.

Κλειδιά, κινητό, λεφτά, ώρα.  Είμαι ήδη σπίτι άρα τα κλειδιά θα είναι σίγουρα πάνω στην πόρτα.  Κινητό κατά πάσα πιθανότητα στον φορτιστή.  Λεφτά δεν χρειάζομαι τούτη τη στιγμή.  Ώρα για μπάνιο.»

Σκόρπιες σκέψεις καθώς το τελετουργικό της Κυριακής έρχεται στο τέλος του.

«Κυριακή απόγευμα συνήθως θα με βρεις να σιδερώνω. Την ευχαριστιέμαι αυτή τη δουλειά κι ας τη μισούν οι περισσότερες. Εγώ βλέπεις κάθε φορά που περνάω το πυρωμένο σίδερο πάνω από τις τσαλάκες και βλέπω τα υφάσματα να ισιώνουν, σκέφτομαι νωχελικά πως κάποια μέρα, έτσι μαγικά θα ισιώσουν κι όλα τα στραβά και τσαλακωμένα της δικιάς μου ζωής. Κι όποτε κάνω αυτή τη σκέψη, θυμάμαι αυτόματα εκείνη τη συμμαθήτρια στο λύκειο που πάλευε χρόνια να χάσει βάρος. Κάποια στιγμή σα χοντρό παιδάκι, είχε πασαλειφτεί ολόκληρη με το υγρό για τα πιάτα γιατί είχε ακούσει στη διαφήμιση πως «καίει τα λίπη».  Πάντα όποτε τη φέρω στο νου μου μες τη πρασινάδα του καθαριστικού, γελάω δυνατά.  Βλέπεις υπάρχει μαγικό σίδερο για τις τσαλάκες της ζωής μας όσο το υγρό για τα πιατά αδυνατιζεί γιατί καίει τα λίπη!
Σε κάποια άλλη ζωή, σε μιαν άλλη χρονική περίοδο, ίσως τέτοια ώρα να γύρναγα με μαζεμένο το παρασόλι μου από την εσπερινή βόλτα για καφέ και υποβρύχιο στο Πέραν. ‘Όμως σ’αυτήν εδώ τις Κυριακές συνήθως σιδερώνω κι έχει κι αυτό την πλάκα του»

Ψιθυρίζει στον εαυτό της καθώς γδύνεται για να μπει στη μπανιέρα.  Ευλαβικά διπλωμένα σορτσάκι και μακώ πάνω στο επιπλάκι του μπάνιου.  Τα πιάτα στον νεροχύτη πλυμένα, καθαρά τα σεντόνια, στρωμένα.  Γενικώς τα πάντα στη θέση τους.  Ίσως να την πεις και οριακά ψυχαναγκαστική, όμως δεν είναι έτσι.

Τραβάει την κουρτίνα του μπάνιου κι ανοίγει το νερό.  Πέφτει καυτό στο κεφάλι και τους ώμους της.  Κολλάνε τα βρεγμένα μαλλιά στη μέση της  κι εκείνη μένει ακίνητη για αρκετή ώρα περιμένοντας από το νερό που γλιστρά στην αποχέτευση, να πάρει μαζί του και τις έννοιες της.  Σκύβει και κοιτάει το κορμί της καθώς πλένεται.  Ξέρει απέξω κάθε του ατέλεια, κάθε ουλή, κάθε ραγάδα του.

«Οι άνθρωποι μεγαλώνουμε και φθειρόμαστε.  Λογικό είναι.  Τη εξωτερική φθορά την ξέρω γιατί δεν υπήρξα ποτέ αψεγάδιαστη.  Την εσωτερική τρέμω»  Λέει ξανά στον εαυτό της.   Ξεκινάει να λούζει τα μαλλιά της και χαζεύει το περίγραμμα της φιγούρας της στα πλακάκια.  Όλοι της οι άντρες ήταν πάντα πιο μεγαλόσωμοι από εκείνη.  Εδώ που τα λέμε σχεδόν όλος ο κόσμος είναι πιο μεγαλόσωμος από εκείνη κι αυτό είναι κάτι που τη διασκεδάζει.  Αυτό και τα μούτρα σχεδόν όλων όταν λέει την ηλικία της.   Θυμήθηκε εκείνο το βράδυ πριν από χρόνια στη Μαβίλη.  Μεγάλη παρέα, σχεδόν όλοι συνομήλικοι.  Γέλαγαν δυνατά με το πόσο ήταν και το πόσο έδειχναν.  Στο πόσο ένιωθαν, δεν είχε γελάσει κανείς.

Κλείνει το νερό, βγαίνει από τη μπανιέρα και τυλίγεται  με μια πετσέτα.  Με τα μαλλιά της να στάζουν, παίρνει μια κρέμα κι αρχίζει να την απλώνει στα πόδια της με μηχανικά χάδια που δε βγάζουν κάποιο συναίσθημα.  Καθώς κοιτάει αφηρημένα τα χέρια της,  θυμάται την τελευταία φορά που κάποιος την πήρε αγκαλιά κι έχωσε τη μουσούδα του μέσα στη κλείδα της.  Όμορφη εικόνα κι όμορφη θύμηση μιας και υπάρχουν και κάτι χέρια που σα τα φέρεις στο νου, σε κάνουν να θες να σε προσέχεις λίγο περισσότερο.  Φταίει που οι αγκαλιές που σ’εχουν πάρει, σου ‘χουν θυμίσει το ότι είσαι κι εσύ κομμάτι μοναδικός και πολύτιμος.  Σα και τις στιγμές που χεις μοιραστεί μαζί τους.  Σα και τις ανάσες που τα έχεις αφήσει να σου κόψουν.

Ντύνεται και πάει στη κουζίνα.  Κρύο γάλα. Μεγάλη κούπα. Μπισκότα. Βιβλίο.  Μια ζακέτα για τις πρώτες ψύχρες στη διπλανή καρέκλα.  Μια ανάσα βαθιά.

Η Κυριακή δεν είναι μέρα για να βγεις.  Είναι βραδύ για να μπεις.  Μέσα σου.  Και να σου κάνεις παρέα.

Το μυαλό συνεχίζει να γυρνάει, να κανονίζει, να βάζει σε τάξη τις αυριανές δουλειές, να τακτοποιεί νοερά, μα κυρίως να συνεχίζει να θυμάται.  Κι είναι όμορφο όταν θυμάται τα «ξεκάθαρα» γιατί αυτά είναι που αξίζουν, ακόμα κι όταν δεν οδηγούν πουθενά.

Ξέρεις υπάρχει μια κατηγορία σχέσεων με ιδιαίτερη ονομασία.  Είναι  οι «Τόσο, Όσο».   Τις μοιράζονται άνθρωποι που δένουν μεταξύ τους, κολλάνε, αλληλοσυμπληρώνονται κι όμως για χ ή ψ λόγους δε μπορούν να είναι μαζί .  Νοιάζονται ο ένας για τον άλλο πολύ μα απλά δεν γίνεται  να έχουν τίποτα στέρεο και δηλωμένο.  Απλά μοιράζονται. Κουβέντες που δεν κάνουν κοιλιά πουθενά. Και βράδια.  Κι αγγίγματα.  Και στιγμές.  Υπέροχες στιγμές που έρχονται στο νου τις Κυριακές που «μπαίνεις» και κάνεις παρέα με τον εαυτό σου.   Κι αυτό είναι πολύ πιο αρκετό και τίμιο από διάφορα «δηλωμένα» κι «επίσημα» που βλέπεις να κυκλοφορούν γύρω σου χεράκι – χεράκι μες την υποκρισία.

Συνεχίζει να τρέχει το μυαλό της.  Μετά τα χεριά, θυμάται και το χαμόγελο κι αυτόματα χαμογελάει κι εκείνη.

Πάει να πιεί μια γουλιά γάλα και ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο.

«Μούτρο;  Τι κάνεις;»

«Καλώς το!  Τώρα σε σκεφτόμουν»

«Τι σκεφτόσουν δηλαδή;»

«Τίποτα το ιδιαίτερο….»

Μικρά ψεματάκια μεταξύ οικείων που ότι τους δένει είναι από μόνο του ιδιαίτερο.  Άλλωστε είπαμε, οι Κυριακές είναι για να «μπαίνεις» μέσα σου κι εκεί λες μόνο την αλήθεια.  Αυτοί που ξέρουν , δεν έχουν ανάγκη να την ακούσουν.  Τους φτάνει που είσαι εκεί και σηκώνεις το τηλέφωνο….