Για την Νανά…

nana

Το τελείωμα από το μέταλλο της χορδής μιας κιθάρας. Κίτρινα φύλλα που κουνιόνται στη πρώτη ψύχρα. Λίγα σύκα στο τραπέζι.  Πρέπει να φαγωθούν γιατί αλλιώς θα χαλάσουν.  Κάτι σαν τον χρόνο μου.  Έτσι κι αλλιώς θα τελειώσει.  Μόνο που αν δεν τον καλοξοδέψω, θα τον έχω στ’αλήθεια πετάξει.

Τη θυμάμαι όποτε σκέφτομαι τον χρόνο να γλιστράει σα νερό μέσα απ’τη χούφτα μου.  Τη φέρνω στο νου μου όπως της αρμόζει, όπως της αξίζει.  Γελαστή κι ελεύθερη.  Χαρούμενη να χορεύει μέσα στα πορτοκαλί μεταξωτά της.  Δε νομίζω πως γνώρισα άλλον άνθρωπο με μεγαλύτερη δίψα για ζωή, με περισσότερη αγάπη για τους γύρω της.  Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν αγάπησε ποτέ και τον εαυτό της με την ίδια θέρμη που αγάπησε όλους εμάς τους υπόλοιπους.

Αγέρωχη κι υπέροχη. Φτιαγμένη από εκείνη τη στόφα των γυναικών που όταν έμπαιναν σ’ένα δωμάτιο, τους άνηκαν μέχρι και τα τούβλα.  Άραγε ήξερε πως την έβλεπαν όλοι οι άλλοι ή όποτε κοίταγε τον εαυτό της στον καθρέφτη, έβλεπε μόνο τα λάθη της;  Δε θα μάθω ποτέ.  Δεν έχει σημασία πια άλλωστε.  Σημασία έχει πως όσα λάθη κι αν έκανε, βρήκε τον τρόπο να τα διορθώσει πριν φύγει.  Μεταξύ μας βρήκε τρόπο να διορθώσει και μερικά από τα δικά μας.

Στα τελειώματα μου είπε η μάνα μου πως είχε γεμίσει όγκους που τις πίεζαν σχεδόν όλα τα ζωτικά όργανα.  Ήθελα να της φωνάξω πως οι γιατροί έκαναν λάθος.  ΟΙ γιατροί έκαναν λάθος!!  Ο μεγαλύτερος όγκος που είχε μέσα της, ήταν η τεράστια καρδιά της που πίεζε για 63 παρά κάτι χρόνια τον θώρακά της.

Σε λίγο θα μπει Φθινόπωρο.  Ένα Φθινόπωρο που είναι στο χαλάκι της πόρτας μου εδώ και καιρό μιας που αυτό το καλοκαίρι δεν ήρθε ποτέ.  Πάω στοίχημα πως οι βροχές κι η ψύχρα θα πιάσουν από νωρίς φέτος μα εμένα δε με νοιάζει πια.  Αυτή η ζωή δε μου έδωσε πατέρα, μα μου χάρισε 3 μανάδες.  Σήμερα αποχαιρέτησα τη μία από αυτές.  Από σήμερα ορφάνεψα λιγάκι. Κι η ορφάνια, ασχέτως καιρού, κάνει ψύχρα από μόνη της…

Μαθήματα ανατομίας

πλατη

Τα τελευταία βράδια δε κοιμάμαι καλά.

Τα όνειρα είναι βαριά και μεγάλα και εμένα οι ώμοι μου μικροί κι ανυπόμονοι.

Δεν αναρωτιούνται πια.

Δε γέρνουν μπροστά.

Δε καμπουριάζουν.

Διψούν και μαζεύονται σα γάτας σε καυγά.

Κουράστηκαν να αφήνονται στη προσμονή και την ελπίδα των ματιών.

Δε λογαριάζουν την καρτερικότητα του θώρακα.

Δε συμπορεύονται με την αδυναμία της καρδιάς, δε θέλουν άλλο το βάρος της κατανόησής της.

Τους σπρώχνουν τ’αδέρφια τους οι πνεύμονες να σηκωθούν πιο ψηλά για καθαρό οξυγόνο,

μιας που τα ίδια κάνουν κι αυτοί στις μεγάλες ανάσες.

Με τραβάνε οι ώμοι μου τον τελευταίο καιρό.

Με σηκώνουν με τη βία.

Ζητούν, ξέρουν κι απαιτούν.

Μια επανάσταση 36 χρόνων ρουτίνας.

Έναν έρωτα 19 χρόνων ορμής.

Μια αγάπη 40 χρόνων τιμιότητας.

Έναν σεβασμό 50 χρόνων θαυμασμού.

Μια επίπονη ανάσα νεογέννητου.

Ό,τι μπόρεσα τους έδωσα μα ετούτοι εδώ τα θέλουν όλα και μ’έχουν τρομάξει.

Δε δίνουν πια δεύτερες ευκαιρίες.

Όσο κι αν σπαράζει η καρδιά, εκείνοι έμαθαν πια την πλάτη να γυρνάει…