Χαμένοι Βόλοι! Δίδεται Αμοιβή!

lost_marbles_by_cpagan415-d363x5s

 

Ήρθε πάλι χθες αργά.  Στην αρχή δεν την άκουσα.  Με είχε πάρει ο ύπνος από νωρίς και δεν την κατάλαβα όταν χτύπησε για πρώτη φορά με τα φτεράκια της  το τζάμι.  Ποίος ξέρει  πόση ώρα χτύπαγε μέχρι να τη πάρω  χαμπάρι.  Αν κρίνω από τα νεύρα της, μάλλον πολλή. Άνοιξα νυσταγμένη ακόμα τη μπαλκονόπορτα και μπήκε μέσα σα σίφουνας , γεμίζοντας το πάτωμα χρυσόσκονη.

– Τι θα γίνει;  Πόσο ακόμα θα σε περιμένουμε;

– Πάλι τα ίδια θα λέμε;  Αφού δε μπορώ να έρθω και το ξέρεις…

– Λες βλακείες!!  Όλοι μπορούν να έρθουν!! Και να πω πως δεν ξέρεις  το δρόμο…  Έκτος κι αν τόσα χρόνια που έχεις να έρθεις, τον ξέχασες…  Αυτό είναι;!  Τον ξέχασες  έτσι δεν είναι; Μας  Ξέχασες!!!

– Τι λες;; Δεν ξέχασα, εγώ δε ξεχνάω  ποτέ και τίποτα!  Πόσο μάλλον  Εσάς!!  ‘Αλλου  είναι το πρόβλημα

– Πού είναι το πρόβλημα;;

– Το πρόβλημα είναι  πως εδώ κι αρκετό καιρό έχω χάσει τους  βόλους μου.

Έκανε ένα βήμα πίσω και με κοίταξε στεναχωρημένη.  Κι ήταν εκείνη η στεναχώρια η πολύ στενάχωρη.  Ναι, ναι η πολύ στενάχωρη σου λέω!  Εκείνη που σε πιάνει όταν σου λένε κάτι κακό κι εσύ νιώθεις δυο φορές  θλίψη γιατί δεν μπορείς να κάνεις  τίποτα για να βοηθήσεις.  Ε μ’αυτή τη στεναχώρια με κοίταξε…

– Κατάλαβες τώρα μικρή μου γιατί δεν έρχομαι;  Έχασα τους βόλους μου και δε μπορώ να πετάξω.  Ούτε που θυμάμαι που τους είδα για τελευταία φορά.  Έφαγα  τον κόσμο!  Και χθες που άλλαξα θέση στα έπιπλα και τα βιβλία του δωματίου μου, δε βρήκα τίποτα!!  Κι οκ, εντάξει τους παλιούς τους έχασα!  Μη νομίσεις όμως πως δεν έκανα προσπάθεια να βρω καινούργιους!  Αλήθεια σου λέω.  Τον τελευταίο χρόνο ειδικά, ψάχνω παντού!!

Στην αρχή έκανα μια προσπάθεια σ’εκείνο το παλιό μαγαζί στα δυτικά.  Πήρα το Νοέμβριο ένα τηλέφωνο αλλά εδώ και  5 χρόνια άλλαξε η διεύθυνση και το καινούργιο αφεντικό ασχολείται με άλλα εμπορεύματα.  Άσε που μόνο που δε μ’ έβρισε  όταν του είπα γιατί τον ήθελα.

Μετά έκανα παρέα για λίγο καιρό μ’ ένα αγόρι που έμοιαζε πολύ και στον Peter.  Κι ήταν όμορφα.  Βρισκόμασταν , γελάγαμε, κάναμε βουτιές στις γύρω θάλασσες κι ύστερα αλλάζαμε ιδέες κι εντυπώσεις για τους σκοτεινούς βυθούς από τους οποίους είχαμε καταφέρει να βγούμε αναπνέοντας δυνατά. Για λίγο νόμισα πως είχα ξαναβρεί κάποιους από τους βόλους μου.  Μέχρι που ξαφνικά τον κάλεσαν σε πάρτυ με τούρτα.  Κι ήταν τόση η πείνα του για γλυκό που άρχισε να γεμίζει το στόμα του με τεράστια κομμάτια.  Δε με άκουγε πια όταν του μίλαγα, μόνο κουνούσε το κεφάλι του καταφατικά κάνοντας πως με άκουγε ενώ το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν το να μπουκώσει κι άλλο το λαίμαργο στόμα του με τούρτα.  Άρχισε να παχαίνει και σε λίγο δε μπορούσε ούτε να κουνηθεί από την καρέκλα του.  Κυρίως όμως δεν ήθελε.  Εγώ όπως ξέρεις, έχω δύσκολο στομάχι και τα πολλά γλυκά δε τα μπορώ.  Έτσι τον άφησα να συνεχίσει το γευστικό του ταξίδι.  Άσε που μάλλον μόνο αυτό ήθελε από την αρχή, να γίνει ένα παχουλό αγοράκι με μάγουλα γεμάτα τούρτα.

Χώθηκα ξανά στα βιβλία και τις μουσικές μου.  Άρχισα να περιμένω την Άνοιξη, σκεφτόμουν τα λουλουδερά μακριά φουστάνια μου, ονειρευόμουν το πρώτο παγωτό μηχανής και το πρώτο δροσερό κύμα στα γυμνά πατουσάκια μου κι έτσι ξαφνικά, για λίγο μόνο, ένιωσα πως τα πόδια μου είχαν αρχίσει να μην ακουμπούν το πάτωμα.  Για λίγο ήμουν ξανά στον αέρα.

Πήρα τα πάνω μου, πήρα μια βαθιά ανάσα, πήρα θάρρος κι είπα πως θα τους ξαναμαζέψω τους βόλους μου, που θα μου πάει;

Στα μέσα του Απρίλη κιόλας είχα ταξίδι όμορφο.  Ξέρεις, από κείνα που αγγίζουν τη δική μου ψυχή.  Γέμισα εικόνες και συναισθήματα.  Πιάστηκε το δάχτυλο μου να «παγώνω» στιγμές και μ’εκείνο το μαραφέτι που φοβάσαι όταν στο δείχνω.  Κι ήταν κι άλλοι, πολλοί γύρω μου, έμοιαζαν με εμένα, χαμογέλαγαν  ζεστά και μου ήταν  αρκετό μόνο να τους «παγώνω» για λίγο στην εικόνα που ζωγράφιζα.  Είχα μάθει πια, τους έβλεπα και τους ένιωθα κοντά μου από μακριά.  Μου αρκούσε αυτό.  Τις φοβάμαι τις κοντινές αποστάσεις, οδηγούν σε πτώσεις, κυρίως στα μάτια μου.  Το «από μακριά»  μου αρκούσε.  Γύρισα πίσω κι όταν ξεκίνησα να φτιάχνω τις «ζωγραφιές» που είχα κάνει στο ταξίδι, ξάφνου τα πόδια μου ήταν λίγο ακόμα πιο ψηλά από το πάτωμα.   Κι έτσι όπως κοίταγα τις ζωγραφιές μου, μια άρχισε να ζωντανεύει, να μου μιλά, να με πλησιάζει.  ‘Άπλωσε τα χέρια της και με γέμισε χρώματα.  Ούτε που κατάλαβα πως την είχα αφήσει να με ακουμπήσει.  Κι όμως αυτή είχε ήδη αρχίσει να με βάφει με φωτεινά και ζεστά χρώματα. Μέχρι να προφτάσω όμως να νιώσω τις πινελιές, εκείνη άρχισε να γίνεται μουντή, γκρι ώσπου στο τέλος έγινε κατάμαυρη και μουτζούρωσε και το δικό μου χαρτί.  Δε βαριέσαι, άλλος ένας βόλος χαμένος.   Έπεσαν ξανά τα πέλματά μου στο πάτωμα.

Και μη μου πεις για εκείνους τους δυο εφεδρικούς  που κρατάω για ώρα ανάγκης.  Αυτούς τους δυο τους χάρισα πριν από δέκα μέρες.  Τους χρειάστηκε κάποιος  δικός μου περισσότερο από μένα.   Δεν τους ήθελε για να πετάξει, μα για να σηκωθεί από το πάτωμα που τον έριξαν. Πώς να τους κράταγα;  Έτσι κι αλλιώς δεν μου έφταναν για να πεταξώ μικρή μου Tink…..

Γι’αυτό σου λέω, πώς να ρθω;  Δεν έχω πια βόλους…..

 

ΥΓ:  Για όλα τα “Wondering Boys and Girls” εκεί έξω….

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s