Στο λόγο μου!

Image

Σήμερα λέω να ορκιστώ

Στα μεγάλα φιλιά που κάθε φορά θέλω να είναι από έναν και μόνο, τον εκάστοτε «Έναν» μέχρι να μου δείξει κι αυτός πως ήταν απλά «άλλος ένας».

Στο καλοκαίρι που κάθε φορά λέω πως αυτή τη χρονιά θα ναι το καλύτερο, μέχρι να λαχταρήσω  το Σεπτέμβρη.

Στο γέλιο το δυνατό που κάνει το στομάχι να πονάει, μέχρι να σκεφτώ πως πρέπει να σταματήσω μη και μου βγει ξινό.

Στους φίλους που βαφτίζω με τέτοια λαχτάρα «οικογένεια», μέχρι να γίνουν γνωστές φυσιογνωμίες που πέρασαν τυχαία από το απέναντι πεζοδρόμιο.

Στις προσδοκίες μου που είναι πάντα δυο φορές το μπόι μου, μέχρι να τις βάλει στο κρεββάτι του Προκρούστη η πραγματικότητα.

Στο εφηβικό παρουσιαστικό μου που ξεγελάει ακόμα κι εμένα καμιά φορά, μέχρι να το σφαλιαρίσει το συνταξιούχο εσωτερικό μου.

Στις χαρές  που τις αφήνω κάθε φορά να μου δώσουν το λόγο τους πως θα μείνουν αυτή τη φορά, μέχρι σαν άπιστοι σύζυγοι να μου αφήσουν ενοχλητικά τις παντόφλες τους στο μπάνιο ως μοναδικό αποδεικτικό πως για λίγο ήταν όντως εδώ.

Στα χάδια που θέλω να δώσω και να πάρω, μέχρι να γίνουν τα χεριά βαρίδια που δεν μπορούν να σηκωθούν.

Στο χρόνο που λέω πως είναι στάσιμος, μέχρι να κοιτάξω την ώρα και να πεταχτώ βίαια από το κρεββάτι μου.

Στις πεταλούδες που φωλιάζει ο ενθουσιασμός  στο στομάχι μου, μέχρι να μου πέσουν βαριές και να βγουν βίαια από το στόμα.

Στις σφιχτές αγκαλιές που μου κόβουν την ανάσα, μέχρι να γίνουν θηλιά γύρω από το λαιμό μου ή να εξαφανιστούν αφήνοντας κενό.

Στη ελπίδα που φαντάζει στα μάτια μου ζωηρό κοριτσάκι, μέχρι να την δω ξερή κι άνυδρη μεσήλικα που κουράστηκε να περιμένει.

Στον Άγιο Ιούδα το Θαδδαίο, τον προστάτη των απελπισμένων και των χαμένων σκοπών.

Στην ατέρμονη επανάληψη όλων των παραπάνω……..

 

Alice από που πάνε για το Kansas;

Image

‘Εχω να πατήσω το πόδι μου εκεί χρόνια.  Αλήθεια εσύ θυμάσαι καθόλου από πού ξεκίνησες;  Εγώ τι να σου πω;  Μεταξύ  μας δε ξέχασα και ποτέ.  Απλά καμιά φορά βοηθάει το να μη το πολυσκέφτομαι.  Είμαστε άλλωστε τόσο μακριά από εκεί τώρα πια.  Δε ξέρω αν θα ωφελούσε και κάπου το να το πολυσκεφτόμαστε.

Τώρα πια είμαστε εδώ.  Εδώ και χρόνια είμαστε εδώ.  Εσύ σε ένα κουραστικό τσάι Μη-Γεννεθλίων κι εγώ σε ένα μακρύ δρόμο με κίτρινα τούβλα.  Χαζεύω  τις κόκκινες μπαλαρίνες μου κάθε μέρα ξέρεις.  Παλιότερα χτύπαγα με μανία τις φτέρνες μου για να με γυρίσουν πίσω όμως δε με πήγαν πουθενά αλλού.  Ίσως να φταίει που όσο κι αν μεγάλωσα, εγώ έμεινα πεισματικά με τις μπαλαρίνες μου όταν όλοι γύρω μου ήθελαν να βάλω 12πόντα κόκκινα λουστρίνια.  Δεν είμαι εγώ γι’αυτά.  Όπως εσύ δεν είσαι για την αυλή της Κόκκινης Βασίλισσας.  Κι αυτό το Λαγό πως τον αντέχεις ήθελα να ξερα!  Πάντα με το ρολόι στο χέρι!  Τι εμμονή κι αυτή με τον χρόνο και τις τυπικότητες;   Δε τον βαριέσαι;   Εγώ είμαι σίγουρη πως αν ήμουν στη θέση σου, θα του είχα δώσει το ρολόι του να το φάει.   Αλλά έτσι μάθαμε θα μου πεις.  Εσύ να αντέχεις το Λαγό, εγώ να περπατάω αδιαμαρτύρητα πάνω στα κίτρινα τούβλα.  Κι είναι αργά να αλλάξουμε Alice.  Ίσως να μην υπάρχει και λόγος πια.

Εσύ συνήθισες τις ασυναρτησίες του Καπελά κι εγώ κατάλαβα πως οι Τενεκεδένιοι που με πλησιάζουν κατά καιρούς, δε θα αποκτήσουν ποτέ καρδιά!  Τα Λιοντάρια θα τα παίρνω πάντα για περιστασιακά κατοικίδια μιας που δεν έχουν το θάρρος ούτε νερό να βρουν για τον εαυτό τους κι εσύ δε θα κοπανήσεις ποτέ τα ενοχλητικά Δίδυμα Tweedledee και Tweedledum όσο κακότροπα κι αν γίνουν.

Κι ύστερα τι να αλλάζαμε και για ποιο λόγο;  Εμείς έτσι φτιαχτήκαμε κι έτσι είμαστε κι όταν ο κόσμος γύρω αλλάζει, καλό είναι να μένει και κάτι σταθερό, έτσι δεν είναι;  Το μόνο που με ενοχλεί είναι που τώρα τελευταία κουράστηκα να περπατάω.  Έλα παραδέξου το!  Κι εσύ έχεις κουραστεί να μπουκώνεσαι προκειμένου να μικρύνεις ή να μεγαλώσεις ανάλογα με τις πόρτες που πρέπει να ανοίξεις  μικρή μου.  Η δική σου προσαρμοστικότητα κι η δική μου αντοχή μας έφαγαν λέμε.  Κουράστηκα Alice κι έχουν αρχίσει να με χτυπάνε κι οι κόκκινες μπαλαρίνες μου όπως κι εσένα έχει αρχίσει εδώ και καιρό να σε βαραίνει το στομάχι σου.

Ξέρω πως το Kansas  είναι χιλιόμετρα μακριά πια κι ακόμα και να γυρίσω πίσω, τίποτα δε θα είναι όπως το θυμάμαι.  Το ίδιο συμβαίνει και σ’εσένα μη νομίζεις.  Αλλά και τούτες εδώ οι διαδρομές μας νομίζω πως μας κούρασαν πια.  Κι αφού εμείς δεν αλλάζουμε,  μήπως να αλλάζαμε διαδρομές;  Δε βαρέθηκες κάθε φορά να βουτάς στην λαγότρυπα;   «I’ve finally decided my future lies beyond the yellow brick road»….

Με πολλή αγάπη,

Dorothy

 

Πάστα Φλώρα Αγάπη μου!

Image

-Σύμφωνα με τα νέα συνταξιοδοτικά σχέδια έχω άλλα 35 χρόνια δουλειάς εκεί μέσα!  Άσε, σύγκρυο με πιάνει στη σκέψη!

– Σε 35 χρόνια εγώ θα είμαι σκόνη….

Και ξαφνικά η προοπτική μου απέναντι στο χρόνια μισθωτής σκλαβιάς άλλαξε 180 μοίρες.  Το μόνο που ήθελα ήταν να παγώσει ο χρόνος αυτή τη στιγμή.  Εκείνη ήρεμη να σιδερώνει κι εγώ να κάθομαι απέναντι της στον καναπέ μιλώντας της για το οτιδήποτε κι ας έχω μπροστά μου αλλά 35 χρόνια στο γραφείο.

Τη σκέφτομαι πολλές φορές μέσα στη μέρα. Όλο για κάτι θα χρειαστεί να μιλήσουμε, να διαφωνήσουμε, να φαγωθούμε, να κανονίσουμε.  Είναι εκεί με την ίδια συνέπεια που είναι κι η οδοντόβουρτσα μου στο ποτηράκι του μπάνιου που με περιμένει πάντα στην ίδια θέση ακόμα κι αν πλύνω μόνο μια φορά τα δόντια μου.  Δεν έχει σημασία πόσες φορές θα πλύνω τα δόντια μου, είναι πάντα εκεί στο ίδιο ποτηράκι.   Το ίδιο κι εκείνη.  Είναι πάντα εκεί ακόμα κι όταν δεν είναι γιατί έχω θυμώσει ή γιατί βαριέμαι να σηκώσω το τηλέφωνο ή γιατί είμαι έξω ή γιατί κάτι άλλο κάνω.  Είναι εκεί!

Αυτό το «Εκεί» έχει μια τόσο ψευδεπίγραφη μονιμότητα γιατί σε 35 χρόνια δε θα είναι εκεί.  Και τότε τι θα κάνω;  Σε ποια αγκαλιά θα φωλιάσω τότε;  Με ποιόν θα αρπαχτώ όταν θα έχω νεύρα;  Σε ποιόν θα πω «Ωχού!!! Σιγά μη καταλάβαινες»;  Ποιος θα μου πει να πάρω ζακέτα γιατί κάνει ψύχρα;  Κι είναι τόσο άδικο αυτό άμα το καλοσκεφτείς γιατί γεννήθηκα και ήταν «Εκεί».  Τη βρήκα έτοιμη να με περιμένει.   Δεν έχω περάσει μια μέρα χωρίς αυτή  κι έτσι πως είναι δυνατόν σε 35 χρόνια να μην είναι «Εκεί»;

Είναι η Μαμά μου! Η  Μαμά μου! Η «Πάστα Φλώρα» και 37 χρόνια τώρα είναι «Εκεί»!  Κι ας μην ζήσαμε την άκρως συμβατική οικογενειακή ζωή.  Κι ας ήρθαν έτσι τα πράγματα που μοιάζουν οι ισορροπίες κι η σχέση μας περισσότερο με αυτή που έχουν αδέρφια μεταξύ τους. Δεν έχει σημασία πια.  Ό,τι κι αν γίνει, είναι η Μαμά μου κι εγώ συνειδητοποιώ πως είμαι πολύ δεμένη μαζί της , περισσότερο από όσο νόμιζα ή πίστευα.  Την αγαπάω, την κουβαλάω μέσα μου, της θυμώνω, την απορρίπτω κατά καιρούς, τη νταντεύω, τη παρηγορώ, τσακώνομαι μαζί της και κυρίως όμως την έχω δεδομένη όπως κάθε παιδί!  Κι όλα αυτά σε μία ατελείωτη επανάληψη!

Έτσι είναι θα μου πεις κι έτσι πρέπει να είναι  γιατί αυτή είναι κι η φυσική ροή των πραγμάτων.  Όμως σε ένα κόσμο που αλλάζει  απίστευτα κι σε ένα χρόνο που κυλάει αδυσώπητα, εγώ καταλαβαίνω  πια πως θέλω κι άλλο χρόνο μαζί της, θέλω κι άλλο «Εκεί», θέλω κι άλλη φαγωμάρα, κι άλλη αγάπη, κι άλλη αγκαλιά, κι άλλη παρηγοριά, κι άλλο καταφύγιο! Θέλω να παγώσει ο χρόνος!

Η Ματίνα στην «Πρόβα του νυφικού» λέει σε κάποια στιγμή στον Γιατρό πως το χρέος απέναντι στους γονείς μας το ξεπληρώνουμε στα δικά μας παιδιά μα εγώ κάπου διάβασα τώρα τελευταία και την εξής φράση «Μεγαλώνεις.  Και γίνεσαι εσύ ο γονιός  των γονιών σου πριν καν γίνεις ο γονιός των παιδιών σου».  Δε ξέρω τι ισχύει γιατί δεν έχω παιδιά κι ίσως να μην κάνω και ποτέ.  Τη Μαμά μου όμως την έχω νταντέψει.  Ίσως και να μην είναι ό,τι καλύτερο αυτό όμως εμένα αυτό μου έτυχε κι ενώ δε θα το ήθελα για τα δικά μου υποθετικά παιδιά, δε θα το άλλαζα πια.  Έτσι μας ήρθαν τα πράγματα κι έτσι μεγαλώσαμε πιασμένες χέρι –χέρι οι δυο μας.  «Εκεί», «Εδώ», «Τώρα», «Μέσα μου»…

Με έχει παροτρύνει, με έχει αποκαρδιώσει, με έχει αγαπήσει, με έχει θυμώσει, με έχει αποθαρρύνει , με έχει στηρίξει, με έχει κριτικάρει, με έχει επιβραβεύσει, με έχει γεμίσει, με έχει αδειάσει.

Την έχω θεοποιήσει, την έχω απορρίψει, την έχω λατρέψει, την έχω αντιπαθήσει, της έχω φωνάξει, την έχω παρηγορήσει, την έχω αναζητήσει, την έχω αποφύγει.

Σημασία έχει πια ένα και μόνο πράγμα, πως τη βλέπω σαν άνθρωπο κι όχι σαν την υπερηρωίδα που νόμιζα πως είναι όταν ήμουν μικρή.  Κι αυτό με κάνει να την αγαπάω ακόμα περισσότερο από τότε που έμοιαζε στα μάτια μου βουνό ακλόνητο.  Φαντάζεσαι να ήταν;  Τι απίστευτο βάρος που θα ήταν κάτι τέτοιο για τις δικές μου πλάτες;  Άλλωστε τους ανθρώπους αξίζει να τους αγαπάς  για τα ευάλωτα και τρωτά σημεία τους, για την Αχίλλειο Πτέρνα τους κι όχι για την χρυσή πανοπλία τους.  Έτσι εκτιμάς καλύτερα κι όλα όσα έχουν κάνει για σένα, όλα όσα έχουν βρει τον τρόπο να σου προσφέρουν μέσα στην όποια αδυναμία τους.

Ειδικά εκείνη που ήταν ανέκαθεν «Εκεί», μιας που πρώτα μυρίζεις το Πλάσμα. Μετά αγαπάς τη Μαμά. Ύστερα συγκρούεσαι με τον Άνθρωπο. Κάποια στιγμή καταλαβαίνεις τη Γυναίκα. Στο τέλος όμως λατρεύεις τη Μάνα …..

Χαμένοι Βόλοι! Δίδεται Αμοιβή!

lost_marbles_by_cpagan415-d363x5s

 

Ήρθε πάλι χθες αργά.  Στην αρχή δεν την άκουσα.  Με είχε πάρει ο ύπνος από νωρίς και δεν την κατάλαβα όταν χτύπησε για πρώτη φορά με τα φτεράκια της  το τζάμι.  Ποίος ξέρει  πόση ώρα χτύπαγε μέχρι να τη πάρω  χαμπάρι.  Αν κρίνω από τα νεύρα της, μάλλον πολλή. Άνοιξα νυσταγμένη ακόμα τη μπαλκονόπορτα και μπήκε μέσα σα σίφουνας , γεμίζοντας το πάτωμα χρυσόσκονη.

– Τι θα γίνει;  Πόσο ακόμα θα σε περιμένουμε;

– Πάλι τα ίδια θα λέμε;  Αφού δε μπορώ να έρθω και το ξέρεις…

– Λες βλακείες!!  Όλοι μπορούν να έρθουν!! Και να πω πως δεν ξέρεις  το δρόμο…  Έκτος κι αν τόσα χρόνια που έχεις να έρθεις, τον ξέχασες…  Αυτό είναι;!  Τον ξέχασες  έτσι δεν είναι; Μας  Ξέχασες!!!

– Τι λες;; Δεν ξέχασα, εγώ δε ξεχνάω  ποτέ και τίποτα!  Πόσο μάλλον  Εσάς!!  ‘Αλλου  είναι το πρόβλημα

– Πού είναι το πρόβλημα;;

– Το πρόβλημα είναι  πως εδώ κι αρκετό καιρό έχω χάσει τους  βόλους μου.

Έκανε ένα βήμα πίσω και με κοίταξε στεναχωρημένη.  Κι ήταν εκείνη η στεναχώρια η πολύ στενάχωρη.  Ναι, ναι η πολύ στενάχωρη σου λέω!  Εκείνη που σε πιάνει όταν σου λένε κάτι κακό κι εσύ νιώθεις δυο φορές  θλίψη γιατί δεν μπορείς να κάνεις  τίποτα για να βοηθήσεις.  Ε μ’αυτή τη στεναχώρια με κοίταξε…

– Κατάλαβες τώρα μικρή μου γιατί δεν έρχομαι;  Έχασα τους βόλους μου και δε μπορώ να πετάξω.  Ούτε που θυμάμαι που τους είδα για τελευταία φορά.  Έφαγα  τον κόσμο!  Και χθες που άλλαξα θέση στα έπιπλα και τα βιβλία του δωματίου μου, δε βρήκα τίποτα!!  Κι οκ, εντάξει τους παλιούς τους έχασα!  Μη νομίσεις όμως πως δεν έκανα προσπάθεια να βρω καινούργιους!  Αλήθεια σου λέω.  Τον τελευταίο χρόνο ειδικά, ψάχνω παντού!!

Στην αρχή έκανα μια προσπάθεια σ’εκείνο το παλιό μαγαζί στα δυτικά.  Πήρα το Νοέμβριο ένα τηλέφωνο αλλά εδώ και  5 χρόνια άλλαξε η διεύθυνση και το καινούργιο αφεντικό ασχολείται με άλλα εμπορεύματα.  Άσε που μόνο που δε μ’ έβρισε  όταν του είπα γιατί τον ήθελα.

Μετά έκανα παρέα για λίγο καιρό μ’ ένα αγόρι που έμοιαζε πολύ και στον Peter.  Κι ήταν όμορφα.  Βρισκόμασταν , γελάγαμε, κάναμε βουτιές στις γύρω θάλασσες κι ύστερα αλλάζαμε ιδέες κι εντυπώσεις για τους σκοτεινούς βυθούς από τους οποίους είχαμε καταφέρει να βγούμε αναπνέοντας δυνατά. Για λίγο νόμισα πως είχα ξαναβρεί κάποιους από τους βόλους μου.  Μέχρι που ξαφνικά τον κάλεσαν σε πάρτυ με τούρτα.  Κι ήταν τόση η πείνα του για γλυκό που άρχισε να γεμίζει το στόμα του με τεράστια κομμάτια.  Δε με άκουγε πια όταν του μίλαγα, μόνο κουνούσε το κεφάλι του καταφατικά κάνοντας πως με άκουγε ενώ το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν το να μπουκώσει κι άλλο το λαίμαργο στόμα του με τούρτα.  Άρχισε να παχαίνει και σε λίγο δε μπορούσε ούτε να κουνηθεί από την καρέκλα του.  Κυρίως όμως δεν ήθελε.  Εγώ όπως ξέρεις, έχω δύσκολο στομάχι και τα πολλά γλυκά δε τα μπορώ.  Έτσι τον άφησα να συνεχίσει το γευστικό του ταξίδι.  Άσε που μάλλον μόνο αυτό ήθελε από την αρχή, να γίνει ένα παχουλό αγοράκι με μάγουλα γεμάτα τούρτα.

Χώθηκα ξανά στα βιβλία και τις μουσικές μου.  Άρχισα να περιμένω την Άνοιξη, σκεφτόμουν τα λουλουδερά μακριά φουστάνια μου, ονειρευόμουν το πρώτο παγωτό μηχανής και το πρώτο δροσερό κύμα στα γυμνά πατουσάκια μου κι έτσι ξαφνικά, για λίγο μόνο, ένιωσα πως τα πόδια μου είχαν αρχίσει να μην ακουμπούν το πάτωμα.  Για λίγο ήμουν ξανά στον αέρα.

Πήρα τα πάνω μου, πήρα μια βαθιά ανάσα, πήρα θάρρος κι είπα πως θα τους ξαναμαζέψω τους βόλους μου, που θα μου πάει;

Στα μέσα του Απρίλη κιόλας είχα ταξίδι όμορφο.  Ξέρεις, από κείνα που αγγίζουν τη δική μου ψυχή.  Γέμισα εικόνες και συναισθήματα.  Πιάστηκε το δάχτυλο μου να «παγώνω» στιγμές και μ’εκείνο το μαραφέτι που φοβάσαι όταν στο δείχνω.  Κι ήταν κι άλλοι, πολλοί γύρω μου, έμοιαζαν με εμένα, χαμογέλαγαν  ζεστά και μου ήταν  αρκετό μόνο να τους «παγώνω» για λίγο στην εικόνα που ζωγράφιζα.  Είχα μάθει πια, τους έβλεπα και τους ένιωθα κοντά μου από μακριά.  Μου αρκούσε αυτό.  Τις φοβάμαι τις κοντινές αποστάσεις, οδηγούν σε πτώσεις, κυρίως στα μάτια μου.  Το «από μακριά»  μου αρκούσε.  Γύρισα πίσω κι όταν ξεκίνησα να φτιάχνω τις «ζωγραφιές» που είχα κάνει στο ταξίδι, ξάφνου τα πόδια μου ήταν λίγο ακόμα πιο ψηλά από το πάτωμα.   Κι έτσι όπως κοίταγα τις ζωγραφιές μου, μια άρχισε να ζωντανεύει, να μου μιλά, να με πλησιάζει.  ‘Άπλωσε τα χέρια της και με γέμισε χρώματα.  Ούτε που κατάλαβα πως την είχα αφήσει να με ακουμπήσει.  Κι όμως αυτή είχε ήδη αρχίσει να με βάφει με φωτεινά και ζεστά χρώματα. Μέχρι να προφτάσω όμως να νιώσω τις πινελιές, εκείνη άρχισε να γίνεται μουντή, γκρι ώσπου στο τέλος έγινε κατάμαυρη και μουτζούρωσε και το δικό μου χαρτί.  Δε βαριέσαι, άλλος ένας βόλος χαμένος.   Έπεσαν ξανά τα πέλματά μου στο πάτωμα.

Και μη μου πεις για εκείνους τους δυο εφεδρικούς  που κρατάω για ώρα ανάγκης.  Αυτούς τους δυο τους χάρισα πριν από δέκα μέρες.  Τους χρειάστηκε κάποιος  δικός μου περισσότερο από μένα.   Δεν τους ήθελε για να πετάξει, μα για να σηκωθεί από το πάτωμα που τον έριξαν. Πώς να τους κράταγα;  Έτσι κι αλλιώς δεν μου έφταναν για να πεταξώ μικρή μου Tink…..

Γι’αυτό σου λέω, πώς να ρθω;  Δεν έχω πια βόλους…..

 

ΥΓ:  Για όλα τα “Wondering Boys and Girls” εκεί έξω….

Παραμύθια για μεγάλα παιδιά

IMG_20120914_132825

Κλειδιά στο χέρι, κοιτάει το ρολόι βιαστικά. “Θα αργήσω! Χέσ’το! Έχω ήδη αργήσει”.  Τελευταίες ματιές. “Τράβηξα τις κουρτίνες, έκλεισα το θερμοσίφωνα. Τα σκουπίδια μην ξεχάσω να πετάξω!”.

Κλείνει την πόρτα, διπλοκλειδώνει.  Τρέχει στο δρόμο. “Γαμώτο! Πάει το λεωφορείο! Τρέχουμε τώρα μέχρι το σταθμό”.  Χτυπάει το τηλέφωνο και ψάχνει στο χάος της τσάντας της.  “Έλα! Μ’ακούς; Στο δρόμο είμαι! Θα σε πάρω από το μετρό για να ξεκινήσεις! Φιλιά”. Τα ακουστικά βαθιά χωμένα στ’αυτιά και η ένταση στο full.

Αποβάθρα ντυμένη στη νωχελική διάθεση του απογευματινού σαββατιάτικου Ιούλιου.  Δε θα θελες να σαι κάπου αλλού.  Βαγόνι και κάθισμα.  Χαζεύει έξω από το παράθυρο και σκαλώνει στο είδωλο στο τζάμι. Ανοίγει κουβέντα μαζί του κρυφά μέσα στους λαβυρίνθους του μυαλού της.

“Τελικά αυτή εδώ η ζωή είναι ένα απέραντο προαύλιο συνοικιακού γυμνάσιου.  Μόνο μια φάση υπάρχει σε τούτη εδώ τη ζήση, μια απέραντη εφηβεία.  Ο άνθρωπος απλά μεγαλώνει κι αλλάζει η θεματολογία της έννοιας του.  Κατά βάθος πάντα ίδια παραμένει η προσέγγιση.  Κι όσο μεγαλώνει, τόσο πιο πολύ πεισμώνει.  Πεισμώνει και αγανακτεί γιατί σύμφωνα με τη θεωρία νο. 3 μου, Όσο μεγαλώνεις, η ανάγκη του να ενθουσιαστείς πραγματικά με κάτι είναι αντιστρόφως ανάλογη με τη συχνότητα αυτών που θα βρεθούν για να σε ενθουσιάσουν… Κι όταν τα βρεις, σα διψασμένο γαϊδούρι, πέφτεις με τα μούτρα κάτω από την πρόφαση πως τώρα μεγάλωσες και αντιμετωπίζεις σοβαρά τα πράγματα.. Τι Μπούρδες Νταρλινγκ!!! Αφού τον όρο ενήλικας τον χρησιμοποιεί μόνο η ταυτότητά σου και η ληξιαρχική πράξη γεννήσεώς σου κι εσύ στο βάθος, ο ίδιος πεινασμένος για κάτι-οτιδήποτε πιτσιφρίγκος παραμένεις. Μόνο που στο σχολείο ήσουν και πιο τίμιος! Ήξερες που ήθελες να βάλεις εαυτόν και που να τον ξοδέψεις!  Δε συμβιβαζόσουν κι ούτε διπλωματούσες εις βάρος αυτού που ήθελες να γίνεις!  Ένιωθες με ποιούς κόλλαγες, ποιούς αντιπαθούσες, τι μουσική άκουγες και που ήθελες να είσαι τα Σάββατα.  Δεν έκανες πίσω για να είσαι αρεστός!

Τώρα στα ‘ενήλικά’ σου, παραδέξου το, το κάνεις έστω και λίγο.  Οπότε γιαλαντζί έφηβος ξανά.  Δίψα με λεκιασμένη τιμιότητα.  Κόφτο! Μπορείς! Αφού τώρα πια ξέρεις ρε γαμώτο ποιος είσαι! Γιατί στην ευχή πάσχισες με τέτοια λύσσα να γίνεις κάτι που χρονιά μετά προσπαθείς να καλουπώσεις Βλακάκο; Τσάμπα τόσος κόπος να πάει, δεν είναι κρίμα;  Αφού ξέρεις, νιώθεις, γνωρίζεις τι σε τραβάει και τι δεν αντέχεις, τι σε συγκινεί και τι δε μπορείς να ανεχθείς. Γιατί σεμεδάκι κάλυψης; Αφού αυτός είσαι, αυτά αγαπάς, αυτά σε τραβάνε! Από τους μαλλιάδες που ερωτεύεσαι, μέχρι τα βιβλία που διαβάζεις.  Από τα τακούνια που δεν φοράς, μέχρι τη μουσική που αγαπάς. Από την εθνική σου συνείδηση, μέχρι την πολιτική σου πεποίθηση. Ο,τι και να κάνεις, πάντα εκεί θα γυρνάς, εκεί θα είναι η βάση σου. Αφού έτσι σ’ανάθρεψες γιατί να σ’αρνηθείς;  Αφού αυτά θα ψάχνεις πάντα με την ίδια δίψα, με την ίδια λυσσά μικρέ πιτσιφρίγκο ετών …άντα.”

– Επόμενη Στάση Δάφνη

“Επόμενη Στάση Ζωή Μανίτσα! Άντε μπράβο! Και μη σκιάζεσαι, πάντα Ιστορία θα γράφεις 20άρια και Άλγεβρα θα πηγαίνεις αδιάβαστη γιατί έτσι είσαι….. Τι λέω; Γαμώτο! Ξέχασα να την πάρω να της πω πως φτάνω!… -Ελα μ’ακους; Δεν έχω σήμα ρε πούστη μου! Είμαι μετρό! Ναι φτάνω σε λίγο”

“Και αδιάβαστη και αργοπορημένη! Τέλεια!”

Κατέβηκε τρέχοντας από το βαγόνι. Έπρεπε να προλάβουν και το σούπερ μάρκετ ανοιχτό.  Το βράδυ προέβλεπε μαγειρέματα, οινοποσίες και αμπελοφιλοσοφία μέχρι τελικής πτώσεως στην ταράτσα… Ωπα! Κάπως έτσι δε πέρναγαν τα Σάββατα και στα 17 τους;  Είδες που έρχεσαι στα λόγια μου;  Μια ατέλειωτη εφηβεία λέμεεεεεεεε……………..