Dracarys!!!

IMG_20130710_160249.jpg

Καθάρισα τον πάγκο και μάζεψα τα σκουπίδια. Εστρώσα το κρεββάτι και μάζεψα ότι ρούχα είχαν μείνει από χθες στο πάτωμα.  Το μπλουζάκι το φόραγα ακόμα.  Είχε τη μυρωδιά, εκείνη την “καταραμένη” μυρωδία.  Όμοια μ’εκείνη που μυρίζα κάθε φορά που ξάπλωνε πάνω μου.

Τράβηξα τις κουρτίνες και μπήκε απότομα φως.  Σάββατο σήμερα κι η φασαρία από το δρομό έμπαινε ευχάριστα απρόσκλητη από τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα. Έκλεισα ασυναίσθητα τα μάτια μου για λίγο.  Καμιά είκονα, καμιά ανάμνηση.  Μόνο η μυρωδιά, αυτή η ίδια μυρωδιά.  Τα ξανάνοιξα απότομα και βιαστικά άναψα τον θερμοσύφωνα. Γύρισα στο δωμάτιο και ξάπλωσα στο στρωμένο κρεββάτι.

“Τι περίεργο! Τσίτα τα σκεπάσματα κι όμως πάλι στο βαθούλωμα που σκάρωσε η πλατή του.  Πάλι εκεί βρήκα να ξαπλώσω.”

Γύρισα ανάσκελα και κοίταξα το ταβάνι. Ήθελα ένα γεμάτο μισάωρο μέχρι να ζεσταθεί το νερό.  Κόλλησα τα μάτια μου στην οροφή και όλα άρχισαν να “παίζουν” σα ταινία μπροστά μου.

Παρασκευή μες τη μαύρη νύχτα χτύπησε το κουδούνι. Ούτε που σκέφτηκα να ρωτήσω ποιος είναι.  Ανοίξα μηχανίκα την πόρτα κι ούτε που κοίταξα ποιός ήταν.

-Θα σε σκοτώσουν καμιά μέρα έτσι όπως ανοίγεις χωρίς να ρωτάς.

Σηκώσα τα μάτια μου και τον κοίταξα που έσταζε.

-Μη σκας! Εσύ θα σκοτωθείς έτσι όπως οδηγείς με τη μηχανή μες τη βροχή.  Τι ώρα είναι;;

-Αργάμιση. Τι θα γίνει Μινιατούρα; Στη πόρτα θα μ’έχεις; Στάζω..Κα…

-Μη πεις τη συνέχεια να χαρείς, καταντάει γελοία αυτή η εξυπνάδα. Πέρνα μέσα και πρόσεχε μη μου γεμίσεις νερά το χαλί.

Μπήκε και πέταξε κλασσικά το μπουφάν της μηχανής στο πάτωμα.

-Πεινάω, θα μαγικομαγειρέψεις τίποτα από κεινα τα δικά σου; Ξέρεις από κεινα που σκαρώνεις με ένα αυγό και μια τομάτα κι αναρωτιέμαι κάθε φορά πως σου βγήκε πάλι κατί τόσο διαφορετικό;

-Σταμάτα να με γλύφεις να χαρείς.  Τι έγινε κι είσαι νηστικός τέτοια ώρα εσύ;

-Να σταματήσω να σε γλύφω; Να και κάτι που δε μου έχει πει γυναίκα ξανά. (Άρχισε να γελάει δυνατά σα παιδάκι)

-Μμμμ εξυπνάδες! Άντε να χαθείς ρε ζωντόβολο! (‘Αρχισα να γελάω μαζί του κι εγώ)

Κάθησε στο τραπέζι της κουζίνας και έγω έπιασα τα μαλλιά μου ψήλα.   Πάντα το έκανα αυτό όταν σκεφτόμουν.  Πάντα με κοροΪδευε και για τα μαλλιά και για το ότι σκεφτόμουν.

-Για να σε δω! Ετοιμαζόσουν να βγείς; Βαμμένη και με ίσιο μαλλί;

-Όχι, για την ακριβεία δεν έχω πολλή ώρα που γύρισα ‘Ηταν τα εγκαίνια της έκθεσης σήμερα…

-Ποιάς έκθεσης;

-Εκείνης που μου έιχες υποσχεθεί πως θα ερχόσουν…(είπα ανέκφραστα χωρίς καν να γυρίσω να τον κοιτάξω)

-Ωχ! Ναι! Σήμερα ήταν ρε Μινιατούρα; Σόρρυ μωρέ… Είχαμε πρόβες ως αργά…. Ξέρεις πως είναι αυτά. (Το σταμάτησε, ούτε τον εαυτό του δεν έπειθε)

-Πόσα χρόνια γνωριζόμαστε Αλέξανδρε;

-Πολλά ρε Μινιατούρα.

-Με βάση αυτά τα πολλά χρόνια λοιπόν, το πίστεψα αυτό που μόλις έιπες;

-Όχι;….

-Κάτσε σαν άνθρωπος, τα αυγά είναι έτοιμα.  (Του είπα χαμογελώντας)

Κάθισε κανονικά στην καρέκλα κι άρχισε να παιδεύεται με τα μαλλιά του που ακόμα έσταζαν κι έμπαιναν στα μάτια του.

-Εσύ δε θα φας; Ελά ρε Μινιατουράκι άρχισες πάλι τις αηδίες; Μισή έχεις μείνει.

-Να βάλω κρασί; θες;

-Θα πιείς μαζί μου;

-Ναι…. Αλλά θα το ανοίξεις εσύ.

‘Εβγαλα το μπουκάλι από το ψυγείο και πηγα να κάτσω απέναντι του.

-Ανάκριση θα μου κάνεις; Εδώ δίπλα μου να μη τεντώνω και το χέρι μου πολύ για να σου γεμίσω το ποτήρι. Το τράβηξα σήμερα στη πρόβα γαμώτο και με πονάει.

-Στη πρόβα ή όταν τράβαγες τα μαλλιά της Μελίνας στα καμαρίνια; (Τον ρώτησα χαμογελώντας πονηρά.  Άρχισε να γελάει)

Ούτε που θυμάμαι πόσα χρόνια γνωριζόμασταν.  Ειχε έρθει μια μέρα στη τράπεζα να ανοίξει ένα λογαριασμό και μου έιχε πιάσει την κουβέντα. Ξανάρθε την επόμενη για κάτι συμπληρωματικά χαρτιά λίγο πριν κλεισει το κατάστημα. Κάπου είχα να πάω μετά μες το άγχος και προσφέρθηκε να με πετάξει με τη μηχανή.  The rest is history.  Καφέδες, κουβέντες, σινεμά, μαγειρέματα, οι πρεμιέρες του στην Επίδαυρο, διακοπές και ψυχοθεραπεία όποτε χώριζε. Κολλητοί.  Τα γνωστά.  Και τα άγνωστα δηλαδή ή έστω εκείνα που δεν συζητάγαμε ποτέ ή μάλλον εκείνο… Είχε ξεκινήσει πριν από δυο χρόνια μετά από εκείνο το πάρτυ του Θωμά όταν είπε πως θα κοιμόταν σπίτι μου επειδή είχε παραπιεί.  Ούτε που κατάλαβα πως βρεθήκαμε αγκαλιά στο πάτωμα.  Είχα πιεί κι εγώ.  Βλακείες! Και να μην έιχα πιεί, δε θα είχα δύναμη να τον σταματήσω.

“Ρε εσύ είσαι Δρακάκι! Μόνο που τη φωτιά σου τη κρατάς καλά κρυμμένη! Κανείς δε στο χει έτσι κοριτσάκι όπως δείχνεις!”  Μου έιχε πει την επόμενη μέρα καθώς ντυνόταν.  Με είχε φιλήσει στο μέτωπο, έιχε πιεί και δυο γουλιές καφέ κι έιχε φύγει.  Δε το συζητήσαμε ποτέ. Δε χρειαζόταν.  Νόμιζα πως ήταν ένα βράδυ και τίποτα άλλο.  Όμως εκείνος δε συμφωνούσε κι έτσι κάθε φορά που η μοναξιά ή η βαρεμάρα του χτύπαγε κόκκινο, έστελνε μήνυμα τις πιο άκυρες ώρες. Πάντα το ίδιο μήνυμα “Είμαι από κάτω, στα κάτω μου. ‘Ανοιξε”. Κι άνοιγα. Κάθε φορά. Γιατί κάθε φορά έλεγα στον εαυτό μου πως είχε έρθει μόνο για να μιλήσουμε, για να αράξουμε. Και κάθε φορά την επόμενη μέρα έφευγε βιαστικά με δυό γουλιές καφέ κι ένα φιλί στο μέτωπο. Κι ύστερα όλα όπως πριν. Κολλητοί…. Αυτή τη Παρασκευή δεν έιχε μήνυμα όμως άρα όλα βάσει προγράμματος.

-Και για πες λοιπόν, πως πήγε η έκθεση;

-Δε μου λες καλύτερα πως πήγε η πρόβα; Αφού και να στα πω, αν δε μου πεις πρώτα τα δικά σου, δε θα με προσέχεις όταν θα σου μιλάω.

-Έλα ρε Μινιατούρα! Δεν έιμαι τόσο ρεμάλι πια…. Κοίτα, η πρόβα πήγε καλά.  Είχαμε κάποιες διαφωνίες σχετικά με τη χορογραφία αλλά δεν θα επιμείνω γιατί σήμερα μου είπε πως θα με βάλει Κορυφαίο του χορού και ξέρεις τι σημαίνει αυτό έτσι; Του χρόνου Λυρική!!!

-Πολύ χαίρομαι!  Να υποθέσω πως τα μαλλιά σου δε θα τα κόψεις τελικά όπως σου είχε ζητήσει;

-‘Οχι!! Εκεί δε κάνω πίσω!!

-Ναι μικρέ μου Σαμψών! Μη και χάσεις τη δύναμή σου.

-‘Ελα αφού κι έσυ γι’αυτό μου κάθεσαι.

Ήταν η πρώτη φορά που έκανε πλάκα γι’αυτό. Δεν απάντησα τίποτα.  Ξαφνικά ήταν εκεί, ανάμεσα μας από μια ηλίθια πλάκα.

-Φάε και αν θες έχει ζεστό νέρο.  Στάζεις και καλό θα ήταν να άλλαζες ρούχα.  Έχω εκείνη τη φόρμα και το φούτερ σου.

-Οκ Μινιατουράκι πάω.

Μπούκωσε την τελευταία πηρουνιά.

-Το κρασί θα το τελειώσουμε μέτα. Ναι;

Δε μάζεψα τα πιάτα, δεν έκανα τίποτα. Κοίταγα το φυλλάδιο από την έκθεση, την πρώτη μου έκθεση.  Αν δεν ήταν εκείνος να με σπρώξει να στείλω δουλειά μου, δε θα την είχα κάνει ποτέ.  Γι΄αυτό ήθελα να είχε έρθει .  Το είχε ξεχάσει……

-Θα μου χτενίσεις τα μαλλιά; (Ανάσα πίσω από το λαιμό μου.)

-Σου χω πει να μη το κάνεις αυτό! Εμφανίζεσαι σα φάντασμα και μου κόβεις το αίμα! Βλαμμένο!

Άρχισε να γελάει δυνάτα!!

Σηκώθηκα να πάω να φέρω τη βούρτσα και με βούτηξε.

-Απόψε δεν έχω πιεί κι ούτε έστειλα μήνυμα.  Είπε και με κοίταγε μες τα μάτια.

-Και;…. Απάντησα ανέκφραστα

-Απόψε δεν έχω πιεί κι ούτε έστειλα μήνυμα. Ξαναείπε

Από κει κι έπειτα σταμάτησε να μιλάει. Κι εγώ.  Είχαμε ξαναβρεθεί σε αυτό το σημείο αρκετές φορές αλλά απόψε δεν ήταν το ίδιο.  Απόψε δεν είχε πιεί κι ούτε είχε στείλει μήνυμα.  Απόψε όμως κι εγώ είχα ανοίξει χωρίς να ξέρω και κυρίως χωρίς να με νοιάζει.

Γυμνοί στο κρεββάτι μου μετά από ώρα θα ψάχναμε να βρούμε την ανάσα μας.  Ήταν η πρώτη φορά που δεν γύρισα να τον κοιτάξω.  Ξαπλωμένη μπρούμυτα είχα βουλιάξει το προσώπο μου μες τους διπλωμένους αγκώνες μου.  Άρχισε να μου χαϊδευει την ιδρωμένη πλάτη. Δε κουνήθηκα.

-Δε θα πεις κάτι;

-Τι θέλεις να πω;

-Δε ξέρω… Κάτι….’Ακουσες αυτό που σου είπα πριν; Απόψε δεν έχω πιει, ούτε έστειλα μήνυμα…

-Αλέξανδρε γιατί ήρθες απόψε; Ρώτησα και τον κοίταξα ανέκφραστα.

-Απόψε θα σου έλεγα ένα παραμύθι

-Δράκο θα είχε;

-Τους φοβάσαι;

-Όχι! Αυτούς που σκοτώνουν τους δράκους φοβάμαι….

-Σωστά γιατί εσύ είσαι Δρακάκι… Μόνο που δε βγάζεις φλόγα, εμένα δε θα με έκαιγες ποτέ, έτσι δεν είναι;

-Αλέξανδρε φύγε! Είπα ήρεμα

-Τι;……

-Φύγε.

-Τι λες; Γιατί να φύγω; Δεν άκουσες τι σου είπα πριν;

-Ακούσα… Γι’αυτό θέλω να φύγεις… Γιατί έσυ είσαι από εκείνους που σκοτώνουν τους Δράκους….

Σηκώθηκε και ντύθηκε.  Με κοίταξε λες και κάτι ήθελε να μου πει.  Τον κοίταξα λες και ήθελα κάτι να του πω. Ήθελε κάτι να μου πει. Ήθελα κάτι να του πω.  Έβαλε δυο δάχτυλα στο στόμα του κι ύστερα τα ακούμπησε στα χείλια μου.  Άκουσα την πόρτα να κλείνει.  Πήγε 6 το πρωϊ όταν κατάφερα να κοιμηθώ.

‘Οταν σηκώθηκα, βρήκα το μπλουζάκι του αφημένο στην άκρη του κρεββατιού.  Το φόρεσα.

Σε λίγο θα έμπαινα για μπάνιο, θα έφευγε κι η μυρωδιά.  Και για ότι δεν θα έβγαινε με το νερό, θα έβγαινε αργά ή γρήγορα με άλλους τρόπους.  Κάποιοι Δράκοι άλλωστε δε βγάζουν φωτιά κι από τα ρουθούνια τους;………….

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s