Η Αλίκη στη Χώρα των Μουντρούχων

Image

-Ξυπνητήρια, λεωφορεία, προθεσμίες, λογαριασμοί, φωνές, στριμμένες φάτσες, άγχος, κρίση, λεφτά που δε φτάνουν.…

«Πάμε να φύγουμε Αλίκη! Έχουμε ήδη αργήσει!»

-Δε με πειράζει τίποτα από όλα αυτά κ. Λαγέ, αλήθεια!  Όλα αυτά τα παλεύω ή τα αγνοώ.

«Πάμε να φύγουμε Αλίκη σου λέω! Έχει περάσει η ώρα!»

-Γκρίζες μέρες, αυτοκίνητα που μόνο κορνάρουν, άνθρωποι που δεν προχωρούν, ζωές εγκλωβισμένες.  Ούτε αυτό με πειράζει.

«Αλίκη προχώρα! Το ρολόι μου δε κάνει ποτέ λάθος»

-Μονόχνοτες διαθέσεις, σκυθρωπές συμπεριφορές, ευθείες γραμμές, ούτε ελπίδα, ούτε απελπισία, μια ευθεία χωρίς καμιά διατάραξη.

«Α δε με ακούς κι η ώρα περνάει Αλίκη!»

-Μια ανάσα κι αυτή κοφτή. Χαμόγελο μονό για το τυπικό σαν την απάντηση στο «καλά είσαι;».

«’Έχουμε αργήσει Αλίκη! Πόσες φορές θα στο πω;»

-Όλα όπως πρέπει, όλα «καλά», όλα τακτοποιημένα, όλα ήσυχα! Αχ! Κύριε Λαγέ κι όλα αυτά τα αντέχω!

«Αλίκη!!!»

-Αλήθεια σου λέω τα αντέχω! Τα αντέχω όταν μεγαλώνει η μέρα, όταν μπαίνουν οι πρώτες λιακάδες  με τις μπάντες, όταν ακούω τους φίλους μου να γελάνε, όταν ανοίγω το ραδιόφωνο και παίζει το τραγούδι που αγαπάω.

«Μόνος μου μιλάω μα τη φουντωτή ουρά μου!»

-Και θα τα άντεχα ακόμα περισσότερο αν….  Μη με τράβας Κύριε Λαγέ!!

«Μα έχουμε αργήσει μικρό μου κορίτσι! Έχουμε αργήσει σου λέω!»

-Μα εγώ είπα πως θα περιμένω…

«Πόσο θα περιμένεις ακόμα Αλίκη;  Ακόμα να μάθεις;  Μη περιμένεις τίποτα!! Όσο περιμένεις, τόσο θα αργείς!!! Έχεις καιρό για χάσιμο αλήθεια;;»

-Μα δε γίνεται Κύριε Λαγέ!! Μια μέρα θα βγω από το γραφείο και θα είναι εκεί! Στην απέναντι γωνία, στη μάντρα της Φειδίου και θα με περιμένει.  Θα σηκώσει το κεφάλι και θα χαμογελάει πονηρά. Κι εγώ…

«Κι εσύ τι μικρή Αλίκη;  Εσύ τι;»

-Εγώ θα κάτσω απέναντι να κοιτάω τον ουρανό που θα χει γίνει πορτοκαλί και θα μυρίζω τον αέρα που θα ναι σα γιασεμί και θα κοιτάω τις πέτρες που πριν σκάσουν στο πεζοδρόμιο, θα γίνονται χρυσόσκονη και θα ακούω τις κιθάρες που θα παίζουν παντού…

«Αλίκη… Αχ μικρή Αλίκη έχουμε αργήσει…Αλλά ίσως και να μην έχει σημασία πια. Όσο κι αν αργήσαμε, εσύ πάντα θα είσαι μικρή και θα ενθουσιάζεσαι με τα μπρελόκ σε σχήμα Mini Cooper. Θα γελάς δυνατά κυρίως με τα χάλια σου. Θα γιορτάζεις με διπλή χαρά τα Μη-γενέθλια σου κι όταν σε παραζορίζει η εκάστοτε Κόκκινη Βασίλισσα, ακόμα κι όταν θα νομίζεις πως δεν έχεις άλλη αντοχή, θα βγαίνει στεντόρεια η φωνή της δύναμής που νόμιζες πως έχεις χάσει και θα της ουρλιάζει «Off with Your head Missy!»  Γιατί τελικά ο Γάτος του Cheshire ίσως και να χει δίκιο ξέρεις.  Εμείς εδώ είμαστε όλοι λίγο τρελοί κι εσύ περισσότερο από εμάς από ότι φαίνεται! Αλλιώς δε θα ήσουν εδώ τώρα να με ακούς και να ονειρεύεσαι πορτοκαλί ουρανούς και χρυσόσκονες στη Πανεπιστημίου, ούτε θα πίστευες ακόμα σε παραμύθια  Γι’αυτό σου λέω Μικρή μου Αλίκη, έχουμε αργήσει αλλά δεν έχει πια σημασία.  Απ’ότι φαίνεται εσύ είσαι πάντα στην ώρα σου γιατί ακόμα περιμένεις τη χαρά να φανεί στην απέναντί μάντρα της Φειδίου….»

 

Dracarys!!!

IMG_20130710_160249.jpg

Καθάρισα τον πάγκο και μάζεψα τα σκουπίδια. Εστρώσα το κρεββάτι και μάζεψα ότι ρούχα είχαν μείνει από χθες στο πάτωμα.  Το μπλουζάκι το φόραγα ακόμα.  Είχε τη μυρωδιά, εκείνη την “καταραμένη” μυρωδία.  Όμοια μ’εκείνη που μυρίζα κάθε φορά που ξάπλωνε πάνω μου.

Τράβηξα τις κουρτίνες και μπήκε απότομα φως.  Σάββατο σήμερα κι η φασαρία από το δρομό έμπαινε ευχάριστα απρόσκλητη από τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα. Έκλεισα ασυναίσθητα τα μάτια μου για λίγο.  Καμιά είκονα, καμιά ανάμνηση.  Μόνο η μυρωδιά, αυτή η ίδια μυρωδιά.  Τα ξανάνοιξα απότομα και βιαστικά άναψα τον θερμοσύφωνα. Γύρισα στο δωμάτιο και ξάπλωσα στο στρωμένο κρεββάτι.

“Τι περίεργο! Τσίτα τα σκεπάσματα κι όμως πάλι στο βαθούλωμα που σκάρωσε η πλατή του.  Πάλι εκεί βρήκα να ξαπλώσω.”

Γύρισα ανάσκελα και κοίταξα το ταβάνι. Ήθελα ένα γεμάτο μισάωρο μέχρι να ζεσταθεί το νερό.  Κόλλησα τα μάτια μου στην οροφή και όλα άρχισαν να “παίζουν” σα ταινία μπροστά μου.

Παρασκευή μες τη μαύρη νύχτα χτύπησε το κουδούνι. Ούτε που σκέφτηκα να ρωτήσω ποιος είναι.  Ανοίξα μηχανίκα την πόρτα κι ούτε που κοίταξα ποιός ήταν.

-Θα σε σκοτώσουν καμιά μέρα έτσι όπως ανοίγεις χωρίς να ρωτάς.

Σηκώσα τα μάτια μου και τον κοίταξα που έσταζε.

-Μη σκας! Εσύ θα σκοτωθείς έτσι όπως οδηγείς με τη μηχανή μες τη βροχή.  Τι ώρα είναι;;

-Αργάμιση. Τι θα γίνει Μινιατούρα; Στη πόρτα θα μ’έχεις; Στάζω..Κα…

-Μη πεις τη συνέχεια να χαρείς, καταντάει γελοία αυτή η εξυπνάδα. Πέρνα μέσα και πρόσεχε μη μου γεμίσεις νερά το χαλί.

Μπήκε και πέταξε κλασσικά το μπουφάν της μηχανής στο πάτωμα.

-Πεινάω, θα μαγικομαγειρέψεις τίποτα από κεινα τα δικά σου; Ξέρεις από κεινα που σκαρώνεις με ένα αυγό και μια τομάτα κι αναρωτιέμαι κάθε φορά πως σου βγήκε πάλι κατί τόσο διαφορετικό;

-Σταμάτα να με γλύφεις να χαρείς.  Τι έγινε κι είσαι νηστικός τέτοια ώρα εσύ;

-Να σταματήσω να σε γλύφω; Να και κάτι που δε μου έχει πει γυναίκα ξανά. (Άρχισε να γελάει δυνατά σα παιδάκι)

-Μμμμ εξυπνάδες! Άντε να χαθείς ρε ζωντόβολο! (‘Αρχισα να γελάω μαζί του κι εγώ)

Κάθησε στο τραπέζι της κουζίνας και έγω έπιασα τα μαλλιά μου ψήλα.   Πάντα το έκανα αυτό όταν σκεφτόμουν.  Πάντα με κοροΪδευε και για τα μαλλιά και για το ότι σκεφτόμουν.

-Για να σε δω! Ετοιμαζόσουν να βγείς; Βαμμένη και με ίσιο μαλλί;

-Όχι, για την ακριβεία δεν έχω πολλή ώρα που γύρισα ‘Ηταν τα εγκαίνια της έκθεσης σήμερα…

-Ποιάς έκθεσης;

-Εκείνης που μου έιχες υποσχεθεί πως θα ερχόσουν…(είπα ανέκφραστα χωρίς καν να γυρίσω να τον κοιτάξω)

-Ωχ! Ναι! Σήμερα ήταν ρε Μινιατούρα; Σόρρυ μωρέ… Είχαμε πρόβες ως αργά…. Ξέρεις πως είναι αυτά. (Το σταμάτησε, ούτε τον εαυτό του δεν έπειθε)

-Πόσα χρόνια γνωριζόμαστε Αλέξανδρε;

-Πολλά ρε Μινιατούρα.

-Με βάση αυτά τα πολλά χρόνια λοιπόν, το πίστεψα αυτό που μόλις έιπες;

-Όχι;….

-Κάτσε σαν άνθρωπος, τα αυγά είναι έτοιμα.  (Του είπα χαμογελώντας)

Κάθισε κανονικά στην καρέκλα κι άρχισε να παιδεύεται με τα μαλλιά του που ακόμα έσταζαν κι έμπαιναν στα μάτια του.

-Εσύ δε θα φας; Ελά ρε Μινιατουράκι άρχισες πάλι τις αηδίες; Μισή έχεις μείνει.

-Να βάλω κρασί; θες;

-Θα πιείς μαζί μου;

-Ναι…. Αλλά θα το ανοίξεις εσύ.

‘Εβγαλα το μπουκάλι από το ψυγείο και πηγα να κάτσω απέναντι του.

-Ανάκριση θα μου κάνεις; Εδώ δίπλα μου να μη τεντώνω και το χέρι μου πολύ για να σου γεμίσω το ποτήρι. Το τράβηξα σήμερα στη πρόβα γαμώτο και με πονάει.

-Στη πρόβα ή όταν τράβαγες τα μαλλιά της Μελίνας στα καμαρίνια; (Τον ρώτησα χαμογελώντας πονηρά.  Άρχισε να γελάει)

Ούτε που θυμάμαι πόσα χρόνια γνωριζόμασταν.  Ειχε έρθει μια μέρα στη τράπεζα να ανοίξει ένα λογαριασμό και μου έιχε πιάσει την κουβέντα. Ξανάρθε την επόμενη για κάτι συμπληρωματικά χαρτιά λίγο πριν κλεισει το κατάστημα. Κάπου είχα να πάω μετά μες το άγχος και προσφέρθηκε να με πετάξει με τη μηχανή.  The rest is history.  Καφέδες, κουβέντες, σινεμά, μαγειρέματα, οι πρεμιέρες του στην Επίδαυρο, διακοπές και ψυχοθεραπεία όποτε χώριζε. Κολλητοί.  Τα γνωστά.  Και τα άγνωστα δηλαδή ή έστω εκείνα που δεν συζητάγαμε ποτέ ή μάλλον εκείνο… Είχε ξεκινήσει πριν από δυο χρόνια μετά από εκείνο το πάρτυ του Θωμά όταν είπε πως θα κοιμόταν σπίτι μου επειδή είχε παραπιεί.  Ούτε που κατάλαβα πως βρεθήκαμε αγκαλιά στο πάτωμα.  Είχα πιεί κι εγώ.  Βλακείες! Και να μην έιχα πιεί, δε θα είχα δύναμη να τον σταματήσω.

“Ρε εσύ είσαι Δρακάκι! Μόνο που τη φωτιά σου τη κρατάς καλά κρυμμένη! Κανείς δε στο χει έτσι κοριτσάκι όπως δείχνεις!”  Μου έιχε πει την επόμενη μέρα καθώς ντυνόταν.  Με είχε φιλήσει στο μέτωπο, έιχε πιεί και δυο γουλιές καφέ κι έιχε φύγει.  Δε το συζητήσαμε ποτέ. Δε χρειαζόταν.  Νόμιζα πως ήταν ένα βράδυ και τίποτα άλλο.  Όμως εκείνος δε συμφωνούσε κι έτσι κάθε φορά που η μοναξιά ή η βαρεμάρα του χτύπαγε κόκκινο, έστελνε μήνυμα τις πιο άκυρες ώρες. Πάντα το ίδιο μήνυμα “Είμαι από κάτω, στα κάτω μου. ‘Ανοιξε”. Κι άνοιγα. Κάθε φορά. Γιατί κάθε φορά έλεγα στον εαυτό μου πως είχε έρθει μόνο για να μιλήσουμε, για να αράξουμε. Και κάθε φορά την επόμενη μέρα έφευγε βιαστικά με δυό γουλιές καφέ κι ένα φιλί στο μέτωπο. Κι ύστερα όλα όπως πριν. Κολλητοί…. Αυτή τη Παρασκευή δεν έιχε μήνυμα όμως άρα όλα βάσει προγράμματος.

-Και για πες λοιπόν, πως πήγε η έκθεση;

-Δε μου λες καλύτερα πως πήγε η πρόβα; Αφού και να στα πω, αν δε μου πεις πρώτα τα δικά σου, δε θα με προσέχεις όταν θα σου μιλάω.

-Έλα ρε Μινιατούρα! Δεν έιμαι τόσο ρεμάλι πια…. Κοίτα, η πρόβα πήγε καλά.  Είχαμε κάποιες διαφωνίες σχετικά με τη χορογραφία αλλά δεν θα επιμείνω γιατί σήμερα μου είπε πως θα με βάλει Κορυφαίο του χορού και ξέρεις τι σημαίνει αυτό έτσι; Του χρόνου Λυρική!!!

-Πολύ χαίρομαι!  Να υποθέσω πως τα μαλλιά σου δε θα τα κόψεις τελικά όπως σου είχε ζητήσει;

-‘Οχι!! Εκεί δε κάνω πίσω!!

-Ναι μικρέ μου Σαμψών! Μη και χάσεις τη δύναμή σου.

-‘Ελα αφού κι έσυ γι’αυτό μου κάθεσαι.

Ήταν η πρώτη φορά που έκανε πλάκα γι’αυτό. Δεν απάντησα τίποτα.  Ξαφνικά ήταν εκεί, ανάμεσα μας από μια ηλίθια πλάκα.

-Φάε και αν θες έχει ζεστό νέρο.  Στάζεις και καλό θα ήταν να άλλαζες ρούχα.  Έχω εκείνη τη φόρμα και το φούτερ σου.

-Οκ Μινιατουράκι πάω.

Μπούκωσε την τελευταία πηρουνιά.

-Το κρασί θα το τελειώσουμε μέτα. Ναι;

Δε μάζεψα τα πιάτα, δεν έκανα τίποτα. Κοίταγα το φυλλάδιο από την έκθεση, την πρώτη μου έκθεση.  Αν δεν ήταν εκείνος να με σπρώξει να στείλω δουλειά μου, δε θα την είχα κάνει ποτέ.  Γι΄αυτό ήθελα να είχε έρθει .  Το είχε ξεχάσει……

-Θα μου χτενίσεις τα μαλλιά; (Ανάσα πίσω από το λαιμό μου.)

-Σου χω πει να μη το κάνεις αυτό! Εμφανίζεσαι σα φάντασμα και μου κόβεις το αίμα! Βλαμμένο!

Άρχισε να γελάει δυνάτα!!

Σηκώθηκα να πάω να φέρω τη βούρτσα και με βούτηξε.

-Απόψε δεν έχω πιεί κι ούτε έστειλα μήνυμα.  Είπε και με κοίταγε μες τα μάτια.

-Και;…. Απάντησα ανέκφραστα

-Απόψε δεν έχω πιεί κι ούτε έστειλα μήνυμα. Ξαναείπε

Από κει κι έπειτα σταμάτησε να μιλάει. Κι εγώ.  Είχαμε ξαναβρεθεί σε αυτό το σημείο αρκετές φορές αλλά απόψε δεν ήταν το ίδιο.  Απόψε δεν είχε πιεί κι ούτε είχε στείλει μήνυμα.  Απόψε όμως κι εγώ είχα ανοίξει χωρίς να ξέρω και κυρίως χωρίς να με νοιάζει.

Γυμνοί στο κρεββάτι μου μετά από ώρα θα ψάχναμε να βρούμε την ανάσα μας.  Ήταν η πρώτη φορά που δεν γύρισα να τον κοιτάξω.  Ξαπλωμένη μπρούμυτα είχα βουλιάξει το προσώπο μου μες τους διπλωμένους αγκώνες μου.  Άρχισε να μου χαϊδευει την ιδρωμένη πλάτη. Δε κουνήθηκα.

-Δε θα πεις κάτι;

-Τι θέλεις να πω;

-Δε ξέρω… Κάτι….’Ακουσες αυτό που σου είπα πριν; Απόψε δεν έχω πιει, ούτε έστειλα μήνυμα…

-Αλέξανδρε γιατί ήρθες απόψε; Ρώτησα και τον κοίταξα ανέκφραστα.

-Απόψε θα σου έλεγα ένα παραμύθι

-Δράκο θα είχε;

-Τους φοβάσαι;

-Όχι! Αυτούς που σκοτώνουν τους δράκους φοβάμαι….

-Σωστά γιατί εσύ είσαι Δρακάκι… Μόνο που δε βγάζεις φλόγα, εμένα δε θα με έκαιγες ποτέ, έτσι δεν είναι;

-Αλέξανδρε φύγε! Είπα ήρεμα

-Τι;……

-Φύγε.

-Τι λες; Γιατί να φύγω; Δεν άκουσες τι σου είπα πριν;

-Ακούσα… Γι’αυτό θέλω να φύγεις… Γιατί έσυ είσαι από εκείνους που σκοτώνουν τους Δράκους….

Σηκώθηκε και ντύθηκε.  Με κοίταξε λες και κάτι ήθελε να μου πει.  Τον κοίταξα λες και ήθελα κάτι να του πω. Ήθελε κάτι να μου πει. Ήθελα κάτι να του πω.  Έβαλε δυο δάχτυλα στο στόμα του κι ύστερα τα ακούμπησε στα χείλια μου.  Άκουσα την πόρτα να κλείνει.  Πήγε 6 το πρωϊ όταν κατάφερα να κοιμηθώ.

‘Οταν σηκώθηκα, βρήκα το μπλουζάκι του αφημένο στην άκρη του κρεββατιού.  Το φόρεσα.

Σε λίγο θα έμπαινα για μπάνιο, θα έφευγε κι η μυρωδιά.  Και για ότι δεν θα έβγαινε με το νερό, θα έβγαινε αργά ή γρήγορα με άλλους τρόπους.  Κάποιοι Δράκοι άλλωστε δε βγάζουν φωτιά κι από τα ρουθούνια τους;………….

Σ’αυτό το κόσμο όσοι αγαπούνε, έχουν βρώμικα All Star

Image

Έγλυψα τα δάχτυλά μου ασυναίσθητα.

«Υπάρχει κάτι απίστευτα ερωτικό στο να τρως με τα δάχτυλα. Κάτι σαν εκείνη τη μικρή διαστροφή που κρύβεται στο πληθυντικό της ευγένειας στις συνομιλίες μεταξύ ατόμων κοντινής ηλικίας την ώρα που ψιλοφλερτάρουν. Λες και παίρνεις μέρος σε σκηνή από τις Επικίνδυνες Σχέσεις!»

Κάτι τέτοια σκεφτόμουν στιγμές σαν κι αυτές και συνήθως χάζευα βυθισμένη.

Τώρα όμως μάλλον το είχα παρακάνει γιατί το μισό σοκολατάκι είχε ήδη λιώσει στα δάχτυλά μου κι αναγκαστικά τα ξανάβαλα στο στόμα σχεδόν μηχανικά.

Πάντα έπαιζα με τα δάχτυλα και το στόμα μου.  Όταν ήμουν αμήχανη, έκανα γκριμάτσες.  Όταν σκεφτόμουν, έσμιγα και κούναγα πέρα δώθε τα χείλια μου. Όταν ήθελα κάτι ή μάλλον κάποιον, δάγκωνα το κάτω χείλος μου κι όταν του μίλαγα, έβαζα πάντα τα δάχτυλα μου μπροστά στο στόμα μου λες κι ήθελα να σταματήσουν, να προλάβουν όποια λέξη πήγαινε να βγει ενώ δεν έπρεπε.  Αν έβλεπες τα χέρια μου, θα καταλάβαινες πόσο αστείο ήταν αυτό.  Μικρά χέρια και λεπτά δάχτυλα.  Τι να πρωτοπρολάβουν από το χείμαρρο;

-Κοιτάς τον άλλο στα μάτια ε; (Με είχε ρωτήσει όταν είχαμε βρεθεί)

-Πάντα!  Είναι το πρώτο πράγμα από τα τρία που προσέχω με τη πρώτη στους ανθρώπους.

-Τα άλλα δύο;

-Η σειρά πάει ως εξής Μάτια, όχι γιατί «καθρεφτίζουν την ψυχή του άλλου» και τέτοια αφόρητα κλισέ, αλλά γιατί μου αρέσει να κοιτάω τις αντιδράσεις τους σε αυτά που μου λέει ο άλλος.  Χέρια, γιατί κάποια στιγμή ίσως και να με αγγίξουν και θα θελα να ξέρω πως θα είναι.  Δεν είναι το άγγιγμα που φαντάζομαι, αυτό δε μπορείς να το καταλάβεις ποτέ. Τα πιο σκληρά χαστούκια μου τα έδωσαν χέρια «πιανίστα». Στη όψη τους επικεντρώνομαι.

– Και το τρίτο;

– Τα παπούτσια.

-Μου κάνεις πλάκα;  (μου είχε πει γελώντας μηχανικά)

– Καθόλου!  Αν το καλοσκεφτείς, τα παπούτσια είναι το τελείωμα, η κατακλείδα του άλλου.  Είναι αυτό που ολοκληρώνει την όψη του και ορίζει το μόνο κομμάτι γης που του ανήκει.  Το μόνο χωράφι μας, είναι αυτό που ορίζουν οι σόλες των παπουτσιών μας Φάτσα!  Άρα τα παπούτσια που φοράμε λένε πολύ περισσότερα από όσα νομίζεις…

Είχαν περάσει μήνες από εκείνη τη κουβέντα, από εκείνη τη βόλτα, από εκείνη την Κυριακή.  Η ζωή κύλαγε χωρίς αλλαγές και λογικό ήταν.  Δεν είχε συμβεί και καμιά κοσμογονία εκείνο το απόγευμα, ούτε είχαμε βρει το βαθύτερο νόημα της ζωής σε εκείνη τη συζήτηση. Συναντηθήκαμε, περπατήσαμε, μιλήσαμε και δε ξαναβρεθήκαμε ποτέ.

Δε τον είχα ξαναφέρει  στο νου μου από τότε, δεν υπήρχε λόγος. Απλά καθώς συνέχιζα να γλύφω το δάχτυλό μου, κοίταξα τα χέρια μου και για κλάσματα τον θυμήθηκα.

-Στεφανία; Θες άλλο ένα; Έλα μωρέ δύο της ντροπής έχουν μείνει.

-Μπα, αρκετή σοκολάτα για σήμερα Φαίη.  Φύλαξε τα για αύριο.

Έκλεισα τον υπολογιστή και ξεκίνησα να μαζεύω το γραφείο μου.  Φόρεσα το παλτό μου και βγήκα στο δρόμο.  Συννεφιά και κρύο, η άνοιξη αργούσε ακόμα.

«Μη βρέξει γαμώτο, σιχαίνομαι να ανοίγω ομπρέλα, άσε που πάλι την ξέχασα»

Κλασσική Στεφανία.  Χώρο στις τεράστιες τσάντες ακόμα και για μένα  την ίδια αλλά ποτέ για μια ομπρέλα. Στυλό, τετράδια, μια πούδρα, ένα βιβλίο, ένα λιποζάν, καραμέλες κανέλα, ακόμα και η μηχανή μου αλλά ποτέ ομπρέλα.  Όπως και ποτέ χαρτομάντιλα.  Άλλος ένας λόγος για να βάζω τα δάχτυλα στο στόμα.

Άρχισα να περπατάω μέσα στο κρύο.  Τουλάχιστον είχε μεγαλώσει η μέρα κι έτσι η συννεφιά γινόταν πιο ανεκτή. Περπάταγα κι ονειρευόμουν τον ερχομό της εποχής του φουστανιού «τεντόπανο».

«Να έρθει καλοκαίρι, να ξαναβάλω τα λουλουδερά μου μωρέ, πολύ μαυρίλα αυτός ο χειμώνας φέτος»

Χωρίς να το καταλάβω, είχα φτάσει στη στάση.  Μια οι σκέψεις, μια τα ακουστικά στα αυτιά, κάτι το μηχανικό της συνήθειας, ούτε που το κατάλαβα για πότε ήρθε και το λεωφορείο.

Ανέβηκα και χώθηκα σε μια γωνιά.  Πολλής κόσμος και στριμωξίδι, τα καλά αυτής της ώρας.  Ζορίστηκα αλλά κατάφερα να βγάλω το βιβλίο μου κι άρχισα να χάνομαι.  Μάταιος ο κόπος!  Αδύνατον να συγκεντρωθώ! Τόση φασαρία πέρναγε μέσα από τα ακουστικά μου και έπιασα τον εαυτό μου να έχει διαβάσει την ίδια πρόταση πάνω από δέκα φορές.  Έκλεισα το βιβλίο και προσπάθησα να χωθώ ακόμα πιο βαθιά στη γωνιά μου.

“Αν χτυπήσει τώρα το τηλέφωνο την έκατσα! Δεν έχω χώρο ούτε για φτέρνισμα”

Πριν προλάβω να τελειώσω τη σκέψη μου, με πρόλαβε το απότομο φρενάρισμα του οδηγού.  Ψιλοπανικός, φωνές, βρισίδια, ακόμα χειρότερο στριμωξίδι, κάτι πατάτες που τρέχαν να γλυτώσουν από τις σακούλες μιας κοκκινομάλλας “μεγαλοκοπέλας της παλιάς Αθήνας” που μύριζε πατσουλί.  Κι εκεί που προσπαθούσα να ξαναβρώ την ισορροπία μου, ξαφνικά ένας έντονος πόνος στο πόδι!  Σήκωσα το βλέμμα και πριν προλάβω να πω κάτι με είχε προλάβει εκείνος.

-Σόρρυ!!!  Σε ξενύχιασα ε?

-Δε πειράζει, συμβαίνουν αυτά καμιά φορά..

-Ναι, τα φυρίκια γίνονται φύκια

-Τι είπες;!!

-Τίποτα, σόρρυ ξανά, κάτι δικά μου

-Ε, συμβαίνουν κι αυτά και τα μπατζάκια γίνονται μανίκια…

-Δε το πιστεύω!! Φρουτοπία κι εσύ;;;;;

-Μεγαλώνει, μεγαλώνει γερά παιδιά!!  (ή τα καταστρέφει…)

-Έλα μωρέ, οι τελευταίοι των Ρομαντικών

-Ή των κατεστραμένων, όπως το πάρει κανείς…(γέλια)

-Γιάννης! Χάρηκα (ξανά γέλια)

-Στεφανία! Κι εγώ!

-Τι διαβάζεις;

-Χμμ.. Προσπαθώ να διαβάσω το λες καλύτερα! Τη Μεταμόρφωση, μ’έχει χώσει ο κολλητός μου εδώ και καιρό.

-Ωωω Καφκάκι! Αγαπάμε!!!

-Εγώ θα σου πω στο τέλος αν το βρω συμπαθές το Βρωμοκατσάριδο.

-Θα το βρεις… Είμαι σίγουρος.

-Α ναι; Γιατί;

-Αν σου πω θα τεμπελιάσεις και δε θα το διαβάσεις. Δε σε πονάει ακόμα το πόδι σου έτσι;

-‘Όχι ούτε καν, μη σκας αλήθεια!

-Γαμώτο! Δε ξέρω κι αν σου λέρωσα τα παπούτσια! Δίνω πολύ μεγάλη σημασία στα παπούτσια ξέρεις

-Εεεε ναι; Γιατί;…….

-Τι να σου εξηγώ, θα με περάσεις για τρελό… Ας πούμε απλά πως είναι τα μόνα που ορίζουν το μοναδικό κομμάτι γης που πραγματικά μας ανήκει.

-Τα χέρια γιατί τα προσέχεις;

-Πώς το ξέρες;… Τα προσέχω για να φανταστώ πόσο χωράω μέσα σε μια τραχιά αγκαλιά. Προσέχω κάτι ακόμα αλλά θα σου φανεί απίστευτο μελωδούρικο στερεότυπο οπότε άστο. Φτάνει που σε ξενύχιασα πριν από λίγο.

-‘Έλα μωρέ κι εμένα το τρίτο μου τα μάτια είναι, αλλά όχι για τον “καθρέφτη”

-Όχι!!! Πότε για τον καθρέφτη!! Τι απίστευτη μπούρδα που είναι αυτός ο συνειρμός ε; Ρε συ, εσύ είσαι μυστήριο τραίνο!

-Μπα! Βλαμμένο είμαι κι αυτό εδώ είναι μυστήριο λεωφορείο κι η ώρα πάνω του πέρασε πολύ πιο γρήγορα!

-Κατεβαίνεις;

-Στην επόμενη

-Ωραία λοιπόν, όχι αλλά κλισέ, όχι αλλά friend requests, όχι άλλα τηλέφωνα σε χαρτάκια.  Αύριο θα σε περιμένω. Έξω από τους Χάρτες για μια βόλτα δίχως χάρτες οκ; 4,30 είναι καλά;

-Ε….

-Έλα! Πες ναι… “Δίχως σημαίες, δίχως ιδέες, δίχως καβάτζα καμιά”

-Πφφφ καλά…

-Και δεν έχεις τρόπο να το ακυρώσεις! Το νου σου!  Μη με στήσεις!

-Καλά λέμε… Τρέχω τώρα! ‘Ετσι όπως το πας θα χάσω τη στάση μου! Γειά!!! Τρελοκομείο!

-Γεια!!! Βλαμμένο!

Κατέβηκα σαν την παλαβή γιατί όντως πήγα να χάσω τη στάση μου.  Το λεωφορείο είχε σταματήσει σχεδόν δίπλα μου γιατί το είχε πιάσει φανάρι

-Στεφανία! Τελικά δε μου είπες, σου λέρωσα τα παπούτσια;

Μου φώναξε από το παράθυρο

-Δε πειράζει!!! – του φώναξα γελώντας – Άλλωστε σ’αυτό τον κόσμο όσοι αγαπούνε..

-Ξέρω!! Έχουν βρώμικα All Star!!!!

Πρόλαβε να μου απαντήσει πριν χαθεί το λεωφορείο……..

Φτου Ξελευθερία Για Όλους

unnamed

 

Ναι έλα! Πάλι εγώ.

Κοίτα, δε ξέρω αν πότε θα καταφέρω να γράψω το υπέρτατο μυθιστόρημα και μεταξύ μας, δε με νοιάζει κιόλας! Το σκέφτηκα καλά ξέρεις. Πάντα ανακαλύπτω στους άλλους κάτι που θα θελα να είχα πει εγώ πρώτη, κάτι που θα θελα να είχα γράψει εγώ, ή συνθέσει (αν ήξερα μουσική). Κάτι που θα θελα να είχε πιάσει πρώτα ο δικός μου φακός. Όχι από ζήλεια! Ούτε καν!! Δεν είναι το τέρας της υστεροφημίας που με «θρέφει», ούτε έχω κανένα θέμα με την αναγνωρισιμότητα αλήθεια. Μπέσα για μπέσα!!! Απλά κάθε φορά που συμβαίνει αυτό, το να με έχει προλάβει κάποιος άλλος σ’ αυτά που ήθελα να «πω» και δε βρήκα τον τρόπο, αναρωτιέμαι για το αόρατο νήμα που δένει τους ανθρώπους που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους….

«Ζούμε τις μικρές μας ιστορίες στο κέντρο και τις συνοικίες» τραγουδάνε ο Χάρης με τον Πάνο κι εγώ κάθε φορά που καταφέρνω να ξεπεράσω την ωραιότερη μουσική εισαγωγή που γράφτηκε πότε σε ελληνικό τραγούδι, σκέφτομαι πόσοι είναι εκεί έξω αυτή τη στιγμή που νιώθουν όπως εγώ, που ζουν όπως εγώ, που γελάνε όπως εγώ και κλαίνε με αυτά που κλαίω (αλήθεια να υπάρχουν κι άλλοι εκεί έξω που κλαίνε με τα πάντα;). Διαβάζουν τα βιβλία που αγαπάω, βλέπουν τις ταινίες που αποστηθίζω, παίζουν στο repeat τις ίδιες μουσικές, έχουν για θρησκεία τους φίλους τους κι ερωτεύονται με τα μούτρα όπως εγώ.

Προσπαθώ να τους φανταστώ. Πως είναι το σουλούπι τους, πως ακούγεται η χροιά της φωνής τους. Τι να φοράνε άραγε; Κι όταν όλη αυτή η εικόνα έχει φτιαχτεί στο κεφάλι μου, εύχομαι μόνο ένα πράγμα! Να φοβούνται λιγότερο από μένα! Να γελάνε δυνατά και να μη φοβούνται…

Ο φόβος δε «φυλάει τα έρμα», τα μαντρώνει! Τα μαντρώνει και τα ευνουχίζει! Ξέρω τι σου λέω! Ειδικά τώρα που γράφω ετούτες τις γραμμές από το μικρό ξύλινο κουτί που είμαι εγκλωβισμένη τα τελευταία 14 χρόνια γιατί όταν σκέφτηκα να αποδράσω, έπεσαν όλοι να με φάνε! Μου φόρτωσαν τους δικούς τους φόβους για ενίσχυση του όποιου δικού μου σε ότι αφορούσε την επαγγελματική μου αποκατάσταση κι έτσι “they sentenced me to 20 – I wish they were 20- years of boredom for trying to change the system from within” … Είδες; Προφητικός ο Cohen.. Είχε πει κι αυτός πριν από μένα, αυτό που σκέφτομαι… Και μαζί με τον Cohen είναι κι άλλοι τόσοι γνωστοί και αναγνωρισμένοι. Ατελείωτη η λίστα από εκείνους που με πήραν γλυκά στο λαιμό τους. Τους μισούς να αναφέρω, τελείωσε το κείμενο… Κι άλλωστε είμαι σίγουρη πως στους μισούς δικούς μου, θα βρεις κι εσύ τους μισούς δικούς σου ηθικούς αυτουργούς. Όποτε εκεί πάω πάσο. Το ζήτημα πάντα παραμένει στον διπλανό, στον άγνωστο που νιώθει όπως εγώ, που λέει αυτό που σκέφτομαι πριν το ξεστομίσω, ορμώμενος από όμοιο εφαλτήριο με το δικό μου. Εκεί πάντα σταματάω και ακούω με πλήρη προσοχή αυτά που θα θελα να είχα πει και δε βρήκα τα λογία να ξεράσω πρώτη.

Ξέρεις κάτι; Τώρα μόλις το σκέφτηκα! Για να μιλάει, ΔΕ ΦΟΒΑΤΑΙ όπως ή όσο εγώ! Κι αυτό με κάνει να χαμογελάω ξαφνικά! Ίδιο συναίσθημα με εκείνο που νιώθαμε παιδιά, όταν ο τελευταίος στο κρυφτό κατάφερνε να ξελασπώσει και τους άτυχους υπόλοιπους που είχαν βρεθεί, φωνάζοντας εκείνο το λυτρωτικό «Φτου Ξελευθερία για όλους». Λες και το δικό του θάρρος, θα ελευθερώσει κι εμένα.

Μη με παρεξηγείς, δε τα βλέπω μαύρα, ούτε απόλυτη είμαι. Ξέρω πως ότι κι αν συμβαίνει αυτή τη στιγμή, και θα ξαναγελάσω, και θα ξαναγαπήσω, και θα ξαναπέσω για να ξανασηκωθώ. Κι όχι γιατί το λέω εγώ, αλλά γιατί έτσι είναι!! C’est la vie που λένε και οι Γάλλοι (οκ κι αυτοί με πρόλαβαν και ο Μαχαιρίτσας που το έκανε στιχάκι). Ξέρω πια πως τα πράγματα σε αυτή τη ζωή είναι απλά. Η παγίδα είναι στο ότι νομίζουμε πως τα απλά πράγματα είναι και εύκολα…. Εκεί χάνεται το παιχνίδι… Τα απλά είναι τα ζόρικα κι αυτά που θέλουν προσπάθεια…

Θες; Διεκδίκησε
Δε σου αρέσει κάτι; Αντέδρασε
Αγαπάς; Δείξτο
Σου λείπει κάτι; Ψάξτο
Σου λείπει κάποιος; Πες το
Δεν θέλεις κάτι; Ξεκαθάρισε το
Θες να είσαι ο εαυτός σου; Φανερώσου

Απλά; ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ….

Απλά πράγματα! Δύσκολα πράγματα! Απόλυτα πράγματα! Σα τη δικαιοσύνη των παιδιών όταν παίζουν. Ο χαμένος τα φυλάει, σα το φόβο που φυλάει τα έρμα δεν είπαμε;

Όποτε τι λες; Πάμε για άλλη μια γύρα Κρυφτό; Κι άσε τη ζωή να τα φυλάει. Μόνο έτσι μπορεί να «Ξελευθερώσουμε» ο ένας τον άλλο……

Αυγουλάκι κανείς;…

scrambled-eggs

 

Τρώω αυγά τις τελευταίες 3 μέρες.

Αυγά όπως τα φτιάχνω εγώ, μη γελιέσαι πως με “ξεπετάω” με τίποτα τηγανιτά “μάτια” στο τηγάνι. ‘Όχι μικιό μου!  Τα σιγοψήνω στο κατσαρολάκι μου μαζί με βούτυρο και λίγη κρέμα γάλακτος, βάζοντας και βγάζοντας τα από το μάτι για να ψηθούν κι από μόνα τους. Κι εκεί λίγο πριν σερβίρω αυτή τη μαλακή και ζεστή μάζα, προσθέτω μισό κεσεδάκι τυρί κρέμα, αλάτι και πιπέρι (πάντα στο τέλος για να μην “ιδρώσουν” παραπάνω από όσο θα έπρεπε) και είναι έτοιμα να μασουλιστούν.  Τι νόμισες; ‘Έτσι άντε στο πόδι;  ‘Όχι λέμε! Εγώ βλέπεις τις στολίζω τις εμμονές μου, τις γκουρμεδιαζώ τις αδυναμίες μου!

Πάλι σε μπέρδεψα ε;  Οκ, ας βγούμε από την κουζίνα κι ας το πάρουμε αλλιώς το πράγμα.  Πάμε από την αρχή λοιπόν.

Έστω Χ πως ξέρω ποια είμαι (ξεράδια ξέρω αλλά μη ξεφεύγουμε από το θέμα), έστω Ψ πως ξέρω ποια ΔΕΝ είμαι (‘Όπα! Αυτό το ξέρω στα σίγουρα άρα είμαστε σε καλό δρόμο). Με αυτά τα δύο λοιπόν ή έστω το ένα ως δεδομένο, σίγουρα γνωρίζω τι ΔΕΝ μπορώ, τι ΔΕΝ μου αρέσει, τι ΔΕΝ αντέχω, πως ΔΕΝ φέρομαι.  Όλα τα παραπάνω μου δίνουν μια πολύ καλή αρχή για το τι αγαπάω πραγματικά, τι με τραβάει, από τι έλκομαι και τι μου αρέσει (σταμάτα να σκέφτεσαι μόνο τα αυγά λέμε). Άρα ως δεδομένο παίρνω και το πως αντιδρώ και συμπεριφέρομαι ως προς αυτά.

Όταν λοιπόν εντοπίσω το καινούργιο ερέθισμα των εγκεφαλικών “γευστικών” μου καλύκων ή ακόμα χειρότερα όταν με εντοπίσει αυτό  (μιας που τον τελευταίο καιρό αποφεύγω αυτά που θα μπορούσαν να με συγκινήσουν), έχω την πελώωωωρια λαχτάρα να το εξερευνήσω και να το μάθω.  Να το κάνω φύλλο και φτερό, να δω τι το διαμόρφωσε και το έπλασε στην τελική μορφή με την οποία εμφανίστηκε μπροστά μου.  Δε ρωτάω, μη μπερδεύεσαι!  Σου μιλάει άκρως ενοχικός και ανασφαλής άνθρωπος εδώ, που το τελευταίο πράγμα που θέλει είναι το να γίνει αδιάκριτος ή φόρτωμα.  Απλά ρουφάω με λύσσα σαν αδέσποτο γατί το γαριδοκέφαλο που του πέταξαν, όποια ευκαιρία μου δοθεί για αυτήν την ιδιότυπη εξερεύνηση.  Κι όσο μου δίνεται, τόσο την απολαμβάνω.

Αν είναι κάποιο μουσικό κομμάτι, το ακούω στο repeat μέχρι να αρχίσουν να διαμαρτύρονται τα ντουβάρια του δωματίου μου και ψάχνω εξωνυχιστικώς  το δημιουργό του.

Αν είναι βιβλίο, το καταβροχθίζω με μανία κι ας λέω ψέματα στον εαυτό μου πως θα διαβάσω μόνο δυο σελίδες τη φορά από τον φόβο μη και το τελειώσω γρήγορα.

Αν είναι φαγητό, το μαγειρεύω μέχρι να το στομάχι μου να μπει πάλι στη φάση του “για τις επόμενες 100 μέρες μόνο γάλα θα σε αφήνω να μου ρίχνεις, λύσσαξες πΧια!”

Αν είναι άνθρωπος… ‘Όπα! Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα…. Εκεί χάνω λίγο τη μπάλα.  Τρεις στις τέσσερις στο “πιάτο” άνθρωπος δεν ξέρω πως να αντιδράσω.  Τι εννοώ; Φαντάσου το ως εξής.  Επίσημο τραπέζι, καλό σερβίτσιο, τρία διαφορετικά πιρούνια από τη μία, άλλα τόσα μαχαίρια από την άλλη (των οποίων τη χρήση έχω ξενυχτίσει να μάθω μετά από αποτυχίες σε προηγούμενα τραπέζια) κι εκεί που λέω “Οκ το ‘έχω αυτή τη φορά, αυτό πάει για τη σαλάτα, εκείνο για το κρέας”, ο Μάγειρας αποφασίζει να με τρολάρει, φέρνοντας μου μπρουσκέτες οι οποίες ως γνωστών ΔΕΝ θέλουν μαχαιροπήρουνο! Εγώ όμως δεν απλώνω το χεράκι μου γιατί είμαστε σε επίσημο τραπέζι (remember???) κι έτσι μένω να απαντώ με όλη την ευγένεια που με διακρίνει “Οχι ευχαριστώ”.  Και οκ πες ότι αποφασίζω και δε δοκιμάζω κι εκεί έχω μόνο το κόστος της χαμένης γευστικής εμπειρίας.  Το πρόβλημα είναι όταν ο Μάγειρας αποφασίζει να επιμείνει στο να δοκιμάσω κι έτσι εγώ μετά από τόση εγκράτεια, ξαφνικά μπουκώνομαι και δυσκολεύομαι να καταπιώ στο τέλος.

Σε μπέρδεψα ε;  Το ξέρω… Κι εγώ μπερδεύομαι μωρέ.  Οι άνθρωποι με μπερδεύουν.  Με αποσυντονίζουν και δεν ξέρω πως να φερθώ.  Αποφεύγω να μιλάω, δεν ανοίγομαι, κοιτάω να τους κρατάω σε απόσταση από φόβο μη τους γίνω φόρτωμα, μη χτυπήσει το τηλέφωνο τους και πουν “Ωχ, πάλι αυτή;” κι έτσι τις περισσότερες φορές ασχολούμαι μαζί τους χωρίς να αναφέρω εμένα πέραν από το να δώσω τα διαπιστευτήρια μου για το τυπικό των συστάσεων.  Κι εκεί που τα έχω όλα όμορφα και τακτοποιημένα, έρχεται μια στις τόσες και εκείνη η ριμάδα η φορά που η κάνη του άλλου στοχεύει εμένα εξαναγκαστικά και πρέπει ξαφνικά να ασχοληθούμε και με το γραφικό ατομάκι μου.  ‘Όχι καμάρι μου! Γιατί; Μια χαρά δε μιλάγαμε για σένα; Τι το θες και το ανοίγεις το ρημάδι το φράγμα; Για κάποιο λόγο το έχω βάλει εκεί! Κι ο άλλος δεν ακούει. Επιμένει. Το ανοίγει. Εγώ ξεχύνομαι κι ύστερα all Hell breaks loose κι έτσι καταλήγω να ακούω τον  Ν. στα διαλείμματα της εκπομπής μας  να μου λέει “Ξέρεις ποιο είναι το λάθος σου; Ότι μιλάς πολύ!” κι εγώ να θέλω να τον κοπανήσω! Κι αυτόν που τα λέει αυτά ενώ με ξέρει, και το κεφάλι μου που άφησα το στόμα μου ανοιχτό ενώ δεν έπρεπε μιας που δε το συνηθίζω έτσι κι αλλιώς!

Κατάλαβες; ‘Οχι; Ε καλά δε πειράζει, άλλη φορά!  Τη συνταγή με τα αυγά να την φτιάξεις όμως! ‘Ακου με! Τα σπάνε!