Μια Ιστορία Μικρή

1175302_10151792172928374_1542945978_n

 Ξύπνησε νωρίς. Σαββάτα ξύπναγε νωρίς. Λες και το βιολογικό της ρολόι έπαιρνε εκδίκηση για το 6,15 πμ στο ξυπνητήρι τις καθημερινές. Η ώρα ηταν 9 παρά. “4 ώρες ύπνο! Σημειώσαμε πρόοδο”. Τον τελευταίο καιρό θα ήταν “θαύμα” αν κατάφερνε να κοιμηθεί ενα 3ωρο χωρίς διακοπές, χωρίς όνειρα. Προσπάθησε να κουνηθεί αλλά ήταν αδύνατον! Παντού πιασμένη και λογικό μιας που πάλι την είχε πάρει ο ύπνος σε εντελώς εμβρυακή στάση. Τα γόνατά της ακούμπαγαν όλο το βραδύ στο στήθος της. Κάτι τέτοια εκάνε και γέλαγαν οι δικοί της. Προσόν της να χωράει παντου με βάση το σουλούπι της. Μια σταλιά άνθρωπος κουλουριασμένη σα το καρυδάκι κατώ από το πάπλωμα. Μια μίκρη σάρκινη και κοκάλινη μπάλα σε ένα μεγάλο κρεββάτι. Είπαμε, χώραγε παντού. Παντού εκτός από εκεί που ήθελε κι έτσι δε χώραγε πουθένα στην πραγματικότητα.

Δε σηκώθηκε αμέσως. Ποτέ δε σηκωνόταν αμέσως. Συνήθως θα καθόταν στο κρεββάτι και θα άνοιγε υπολογιστή. Θα κοίταγε το τηλέφωνο της και θα έβαζε μουσίκη να παίζει μέχρι να πάρει την απόφαση να πεταχτεί για ‘κεινη την βόλτα μέχρι την κουζίνα για το πρώτο ποτήρι παγωμένο γάλα της ήμερας. Μετά πάλι κάτω από τα σκεπάσματα για το γνωστό χαζολόγημα. ‘Οχι σήμερα όμως. Το τηλέφωνο το είχε κλείσει από το προηγούμενο βράδυ, όπως είχε κατεβάσει άπαντα προφιλ στα social media κι έτσι τον υπολογιστή δεν υπήρχε κανένας λόγος να τον ανοίξει. ‘Ο,τι συνεννόηση είχαν να κάνουν μεταξύ τους, την είχαν κάνει. Όλη τη βδομάδα το έλεγαν.

“Σάββατο μεσημεράκι κατά τη 1. Μην αργήσετε ρεμάλια!” είχε φωνάξει ο Γεράσιμος την τελευταία φορά στο τηλέφωνο κι ήταν ο μόνος που είχε δικαίωμα να γρινιάζει. Είχε κάθε ελαφρυντικό να αργεί στις συναντήσεις τους μιας που ταλαιπωριόταν κάθε φορά να βρει να παρκάρει, αλλά εκείνος ήταν ο μόνος πάντα στην ώρα του.

Ο Γεράσιμος! Τι θα έκανε χωρίς αυτόν; Δεν υπήρχε αυτό το παιδί! Λες και κάποιος της τον είχε στείλει την πιο κατάλληλη στιγμή για να της κρατάει τα “μπόσικα”. Ο Γεράσιμος με τον George, το άριστα διατηριμένο 4τροχο Σκαθάρι του που είχε πάρει το ονομά του από την προφανή λατρεία του κατόχου του για τους Beatles. Ο Γεράσιμος που την έπαιρνε αγκαλιά και γέλαγε, που αντάλλασαν δίσκους, που ήταν εκεί ακόμα κι αν δεν ήταν, που το πορτοφόλι του ήταν πάντα όσο ανοιχτό όσο η καρδιά του κι ας μην είχε τα τρελά λεφτά. Ο Γεράσιμος που έιχε γίνει με το “έτσι θέλω” ο μεγάλος αδελφός που δεν είχε καθώς μεγάλωνε. Ναι αυτό ήταν τελικά, ούτε φίλος, ούτε κολλητός. Ο Γεράσιμος ήταν οικογένεια.

“Οκ μη φωνάζεις μωρέ! Πάρε το Ελενάκι. Κατεβείτε εσείς και το πολύ πολύ αν δειτέ κι αργούμε, πηγαίνετε, χαζέψετε δίσκους. Μέχρι να αρχίσεις να κλαις για τα βινύλια που δε μπορείς να πάρεις, θα έχουμε έρθει” του είχε απαντήσει. Το Ελενάκι, το εύθραυστο Ελενάκι. Το Ελενάκι που το κοίταγες και νόμιζες πως έχει βγει από κάποιο μυθιστόρημα των αδελφών Μπροντέ. Με το λευκό του δέρμα και τα κρινοδάχτυλα του. Τη γλυκειά του φώνη και το βλέμα κουταβιού. Το Ελενάκι που άκουγε χωρίς να κρίνει ή να βαριέται κι έιχε πάντα και μόνο μια καλή κουβέντα να πει για όλους. Τόσο καιρό που την ήξερε, δεν την είχε δει πότε νευριασμένη κι αναρωτιόταν αν θα την έβλεπε και ποτέ. Αλλό διαμαντάκι για τη συλλόγη.

Στο γνωστό σημείο όπως κάθε Σάββατο. Κάθε βδομάδα εκείνη η ώρα ήταν ιερή, κάτι σαν άγραφος νόμος μεταξύ τους εδώ και καιρό. 1 το μεσημερί Σάββατο, Ιπποκράτους και Βαλτετσίου. Εξάρχεια. Εδώ και χρόνια, από τα φοιτητικά τους ώς τα εργασιοενήλικα τους, αυτή η γειτονιά τους έδενε ακόμα και την εποχή που αγνοούσαν ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Την αγαπάγανε αυτή τη γειτονία. Ήταν οι πρώτοι καφέδες, οι πρώτοι έρωτες, οι πρώτες φασαρίες τους. Οι πρώτες σημειωσεις εξεταστικής ανάμεσα σε χυμένες μπυρες, οι πρώτες κουβέντες για διακοπές σε μια Αθήνα που έβραζε από τη ζέστη. Οι πρώτες πορείες, οι πρώτες επαναστασείς κι οι πρώτες ήττες ιδεολογικές και μη. Κι αργότερα ήταν τα γραφεία κι οι δουλειές τους και για κάποιους τυχερούς το πρώτο εργένικο σπίτι τους. Για λίγο καθώς μεγάλωναν, πήγε να γίνει μια απλά βαρετή, βρώμικη και θορυβώδης γειτονιά που τους κούραζε μιας που πλέον ήταν άμεσα συνδεδεμένη και με τη ρουτίνα τους. Για λίγο όμως. Μια βουτιά στις αναμνησείς τους, στις πρόσφατες αλλά και στις “ιστορικές” ήταν αρκετή για να κάνουν reset στην αγάπη τους για τα Εξάρχεια.

Ο Νικήτας κι ο Ντένης ας πούμε τα είχαν συνδιασεί με όλη την αντίδραση και την ιδεολογία τους. Τα αγαπούσαν ακόμα πιο πολύ και για τα θλιβερά ιστορικά γεγονότα τους. Ο Νικήτας που ήταν πάντα μες το νεύρο και την αντίδραση ακόμα κι όταν γέλαγε δυνατά. Τον έφερε στο νού της. Σκέφτηκε για λίγο τις φορές που τον είχε δει να γελάει. Πάντα το γέλιο του την έκανε να αναρωτιέται αν γελάει με τη καρδιά του. Ο Νικήτας με τον οποίο έμοιαζαν τοσό πολύ ώστε να τελειώνουν ο ένας τις φράσεις του άλλου. Ο Νικήτας με τον οποίο διέφεραν τόσο για κοντράρονται χωρίς να καταλήγουν ποτέ πουθένα. Ηξέρε πως η τόση του αντίδραση σε ότι κι αν του έλεγε, ήταν απλά άμυνα στις καταρακωμένες ευαισθησίες του Εκείνη δε θα επέμενε πότε στις διαφωνίες τους. Πάντα θα έλεγε πως ο χρόνος θα δείξει και στους δυο τι ισχύει τελικά.

Κι ύστερα ήταν κι ο Ντένης. Ο χαμογελαστός Ντένης που ενώ ήταν τα ίδια “χάλια” με τους υπόλοιπους της παρέας, είχε βαλθεί να τους “αλλαξοπιστισεί”. “Θα χαμογελάτε Ρε ή θα σας αρχίσω στις γρήγορες;” φώναζε και καλά τσαντισμένος. Είχε κι ο Ντένης τα δικά του φαντάσματα αλλά σε αντίθεση με τους υπόλοπους που λιγό πολύ πενθούσαν και συζήταγαν τη θλίψη τους, εκείνος είχε σηκώσει μπαϊράκι στη στεναχώρια του κι είχε αποφασίσει πως αν την αγνοήσει, εκείνη θα εξαφανιζόταν αργά ή γρηγόρα. Καλή η θεωρία του, αλλά έρχονταν και μέρες που η εφαρμόγη της στην πράξη τον δυσκόλευε το Μηχανικό ελαφρώς. Αλλό ένα σημείο που υστερούσε η πρακτικότητα του Μηχανικού ήταν κι η σχέση του με το χρόνο, πραγμά που σήμαινε πως ο Νικήτας θα ήταν πάλι μες τα νευρά το μεσημέρι αφού σίγουρα θα αργούσαν ξανά στη συνάντηση με τους υπόλοιπους και θα χρειαζόταν να φύγει ο μισός καφές και τρία στριφτά μέχρι να του περάσει η τσαντίλα και να μπορέσει να επικοινωνήσει με το περιβαλλόν.

“Δε βαριέσαι! Μέρος του Σαββατιάτικου τελετουργικού μας υποθέτω” είπε χαμογελώντας στον εαυτό της καθώς ντυνόταν σκεπτόμενη όλους τους έναν προς έναν.

“Ε μα έτσι είναι βρε Μάναμω! Να χαλάσει η συνταγή για τη μανέστρα μετά από τόσο καιρό;” Της ειχε πει κάποτε η Νεκταρία όταν μίλαγαν για τη σύσταση αυτής της ιδιόμορφης παρέας. Και φτάσαμε στην Νεκταρία. Τρελό ζήτημα η Νεκταρία, παιδί από τα λιγά. Μίση μερίδα άνθρωπος κι όσο μπόι της έλειπε το είχε σε τσαγανό και σε δίκαιη σκληράδα. Γι’αυτό την αγαπούσε, επειδή την τσεκούρωνε όταν εκείνη βυθιζόταν στις δαντέλες και τις χρυσόσκονές της. Σκλήρη αγάπη της έδινε. Τη νοιαζόταν και την γκάζωνε η Νεκταρία κι εκείνη ήξερε πως την αγαπούσε πολύ κι ας μη της το είχε πει πότε. Η Νεκταρία τώρα που το σκεφτόταν, ήταν κάτι λίγο σαν outsider στο όλο σκηνικό των Εξαρχειώτικων σαββατιάτικων συναντήσεων τους αλλά ερχόταν για τη παρέα, το μπλα μπλα και τον χαβαλέ. Θα την έλεγε στον Νικήτα κλασσικά όταν θα τον έπιαναν τα ιδεολογικοκουλτουριάρικά του, κάνοντας τον δύο φορές μπαρούτι αφού θα έδινε πάτημα και στους υπόλοιπους να τον αρχίσουν στο δούλεμα κι έτσι θα έκλαιγαν από τα γέλια όλοι μαζι.

Πόσες φορές δεν είχε κάτσει να τους κοιτάει καθώς γέλαγαν. Βούλιαζε στην καρέκλα της κι απλα τους κοίταγε. Οταν καταλάβαινε πως δε την κοιτούν εκείνοι, έκλεινε τα μάτια της κι άκουγε μόνο το γέλιο τους. Προσπαθούσε να κολλήσει σε εκείνο το ηχητικό παζλ το μόνο κομμάτι που έλειπε. Το γέλιο της Βασιλικής. Της Βασιλικούλας της που ήταν στην άλλη άκρη του Αιγαίου κι ενώ εκ των πραγμάτων δε μπορούσε να είναι μαζί τους κάθε Σάββατο, τελικά κάθε φορά που εκείνη έκλεινε τα μάτια της και τους ακούγε να γελάνε, η μνήμη της κούμπωνε και το γελιό της Βασιλικής στο σύνολο. Η Βασιλική, το τελευταίο από τα Ουράνια πλάσματα της. Η Βασιλική με την απίστευτη δύναμη και την αστείρευτη τρυφεράδα ήξερε πάντα πότε να μιλησεί και τι να πει. Κάθε φορά που εκείνη λιγοψύχαγε, την έφερνε στο νου της και ντρεπόταν για τον εαυτό της που σκεφτόταν έστω και για κλάσματα να τα παρατήσει. Το νησιωτάκι της ήταν κι η τελευταία προσθήκη στη dream team, αλλά ίσως και μία από τις πιο δυνατές μεταγραφές στην καρριέρα της ως Φίλη.

“Στη ζωή μου δεν έχω καταφέρει σχεδόν τίποτα” Σκέφτηκε “Οι φίλοι μου όμως είναι η μεγαλύτερη περιούσια που θα μπορούσα να έχω τελικά” Τι σημασία είχαν όλα τα αλλά; Αυτά που την βάραιναν κι αυτά που την πονούσαν αργά ή γρήγορα θα έφευγαν ή θα ξεχνιόντουσαν. Κάποια από αυτά είχαν να κανούν και με τους παραπάνω. Σε όλους είχε να πει πραγμάτα που δεν ήξεραν κι όμως δε το έκανε. Δεν έβρισκε το λόγο. Αυτή τη στιγμή ήταν όλοι τους εκεί, τους έιχε. Αύριο μπορεί να χάνονταν για ένα σωρό αιτίες. Να μη τους ξανάβλεπε. Όποτε ποιά η σημασία να τους έλεγε όλα αυτά που ήθελε να τους πει; Τους αγαπούσε και το ήξεραν. Τους είχε αδυναμία στον καθένα για διαφορετικό λόγο και το ήξεραν κι αυτό. Τα υπόλοιπα ήταν δικό της θέμα και δεν αφορούσαν κανέναν. ‘Αρα όλα καλά ακόμα και στις σιωπές της.

Ξανακοίταξε το ρολόι της. Ήταν 13.10μμ κι ήταν ήδη μες το λεωφορείο. Ευτυχώς γιατί σημέρα θα αργούσε κι εκείνη και ήταν σιγούρο πως θα την “στόλιζαν” όλοι τους παρέα για την καθυστέρηση. Ήξεραν το πόσο ενοχική ήταν και “ψόφαγαν” να την πειράζουν. Φρακαρισμένη η Αλεξάνδρας λίγο πριν την στροφή στην Ιπποκράτους κι έτσι αποφάσισε να κατέβει και να το κόψει με το πόδι. Σιγά! Πόσο θα την έπαιρνε μεχρί τη Βαλτετσίου; Είχε ωραία μέρα κι έτσι το περπάτημα θα της έκανε καλό.

Περπάταγε ορεξάτη κι ας είχε αργήσει κι ετοιμαζόταν για την κατσάδα.

“Χαλάλι” είπε στον εαυτό της.

Ξαφνικά κάτι έκαψε το στήθος της. Μια μικρή πυρωμένη τρύπα αριστερα, ανάμεσα στο θώρακα άρχισε να κοκκινίζει την άσπρη μπλούζα της και λίγο πριν πέσει στη γωνία της Βαλτετσίου άκουσε το Γεράσιμο να φωνάζει το όνομα της πανικόβλητος.

“Ατυχής έκβαση ένοπλης ληστείας στο κέντρο όδηγησε στο θάνατο μιας νεάρής γυναίκας” Θα έγραφαν την επόμενη μέρα οι εφημερίδες.

Αλήθεια μάθαμε ποτέ πως την ελέγαν;…

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s