Μια Ιστορία Μικρή

1175302_10151792172928374_1542945978_n

 Ξύπνησε νωρίς. Σαββάτα ξύπναγε νωρίς. Λες και το βιολογικό της ρολόι έπαιρνε εκδίκηση για το 6,15 πμ στο ξυπνητήρι τις καθημερινές. Η ώρα ηταν 9 παρά. “4 ώρες ύπνο! Σημειώσαμε πρόοδο”. Τον τελευταίο καιρό θα ήταν “θαύμα” αν κατάφερνε να κοιμηθεί ενα 3ωρο χωρίς διακοπές, χωρίς όνειρα. Προσπάθησε να κουνηθεί αλλά ήταν αδύνατον! Παντού πιασμένη και λογικό μιας που πάλι την είχε πάρει ο ύπνος σε εντελώς εμβρυακή στάση. Τα γόνατά της ακούμπαγαν όλο το βραδύ στο στήθος της. Κάτι τέτοια εκάνε και γέλαγαν οι δικοί της. Προσόν της να χωράει παντου με βάση το σουλούπι της. Μια σταλιά άνθρωπος κουλουριασμένη σα το καρυδάκι κατώ από το πάπλωμα. Μια μίκρη σάρκινη και κοκάλινη μπάλα σε ένα μεγάλο κρεββάτι. Είπαμε, χώραγε παντού. Παντού εκτός από εκεί που ήθελε κι έτσι δε χώραγε πουθένα στην πραγματικότητα.

Δε σηκώθηκε αμέσως. Ποτέ δε σηκωνόταν αμέσως. Συνήθως θα καθόταν στο κρεββάτι και θα άνοιγε υπολογιστή. Θα κοίταγε το τηλέφωνο της και θα έβαζε μουσίκη να παίζει μέχρι να πάρει την απόφαση να πεταχτεί για ‘κεινη την βόλτα μέχρι την κουζίνα για το πρώτο ποτήρι παγωμένο γάλα της ήμερας. Μετά πάλι κάτω από τα σκεπάσματα για το γνωστό χαζολόγημα. ‘Οχι σήμερα όμως. Το τηλέφωνο το είχε κλείσει από το προηγούμενο βράδυ, όπως είχε κατεβάσει άπαντα προφιλ στα social media κι έτσι τον υπολογιστή δεν υπήρχε κανένας λόγος να τον ανοίξει. ‘Ο,τι συνεννόηση είχαν να κάνουν μεταξύ τους, την είχαν κάνει. Όλη τη βδομάδα το έλεγαν.

“Σάββατο μεσημεράκι κατά τη 1. Μην αργήσετε ρεμάλια!” είχε φωνάξει ο Γεράσιμος την τελευταία φορά στο τηλέφωνο κι ήταν ο μόνος που είχε δικαίωμα να γρινιάζει. Είχε κάθε ελαφρυντικό να αργεί στις συναντήσεις τους μιας που ταλαιπωριόταν κάθε φορά να βρει να παρκάρει, αλλά εκείνος ήταν ο μόνος πάντα στην ώρα του.

Ο Γεράσιμος! Τι θα έκανε χωρίς αυτόν; Δεν υπήρχε αυτό το παιδί! Λες και κάποιος της τον είχε στείλει την πιο κατάλληλη στιγμή για να της κρατάει τα “μπόσικα”. Ο Γεράσιμος με τον George, το άριστα διατηριμένο 4τροχο Σκαθάρι του που είχε πάρει το ονομά του από την προφανή λατρεία του κατόχου του για τους Beatles. Ο Γεράσιμος που την έπαιρνε αγκαλιά και γέλαγε, που αντάλλασαν δίσκους, που ήταν εκεί ακόμα κι αν δεν ήταν, που το πορτοφόλι του ήταν πάντα όσο ανοιχτό όσο η καρδιά του κι ας μην είχε τα τρελά λεφτά. Ο Γεράσιμος που έιχε γίνει με το “έτσι θέλω” ο μεγάλος αδελφός που δεν είχε καθώς μεγάλωνε. Ναι αυτό ήταν τελικά, ούτε φίλος, ούτε κολλητός. Ο Γεράσιμος ήταν οικογένεια.

“Οκ μη φωνάζεις μωρέ! Πάρε το Ελενάκι. Κατεβείτε εσείς και το πολύ πολύ αν δειτέ κι αργούμε, πηγαίνετε, χαζέψετε δίσκους. Μέχρι να αρχίσεις να κλαις για τα βινύλια που δε μπορείς να πάρεις, θα έχουμε έρθει” του είχε απαντήσει. Το Ελενάκι, το εύθραυστο Ελενάκι. Το Ελενάκι που το κοίταγες και νόμιζες πως έχει βγει από κάποιο μυθιστόρημα των αδελφών Μπροντέ. Με το λευκό του δέρμα και τα κρινοδάχτυλα του. Τη γλυκειά του φώνη και το βλέμα κουταβιού. Το Ελενάκι που άκουγε χωρίς να κρίνει ή να βαριέται κι έιχε πάντα και μόνο μια καλή κουβέντα να πει για όλους. Τόσο καιρό που την ήξερε, δεν την είχε δει πότε νευριασμένη κι αναρωτιόταν αν θα την έβλεπε και ποτέ. Αλλό διαμαντάκι για τη συλλόγη.

Στο γνωστό σημείο όπως κάθε Σάββατο. Κάθε βδομάδα εκείνη η ώρα ήταν ιερή, κάτι σαν άγραφος νόμος μεταξύ τους εδώ και καιρό. 1 το μεσημερί Σάββατο, Ιπποκράτους και Βαλτετσίου. Εξάρχεια. Εδώ και χρόνια, από τα φοιτητικά τους ώς τα εργασιοενήλικα τους, αυτή η γειτονιά τους έδενε ακόμα και την εποχή που αγνοούσαν ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Την αγαπάγανε αυτή τη γειτονία. Ήταν οι πρώτοι καφέδες, οι πρώτοι έρωτες, οι πρώτες φασαρίες τους. Οι πρώτες σημειωσεις εξεταστικής ανάμεσα σε χυμένες μπυρες, οι πρώτες κουβέντες για διακοπές σε μια Αθήνα που έβραζε από τη ζέστη. Οι πρώτες πορείες, οι πρώτες επαναστασείς κι οι πρώτες ήττες ιδεολογικές και μη. Κι αργότερα ήταν τα γραφεία κι οι δουλειές τους και για κάποιους τυχερούς το πρώτο εργένικο σπίτι τους. Για λίγο καθώς μεγάλωναν, πήγε να γίνει μια απλά βαρετή, βρώμικη και θορυβώδης γειτονιά που τους κούραζε μιας που πλέον ήταν άμεσα συνδεδεμένη και με τη ρουτίνα τους. Για λίγο όμως. Μια βουτιά στις αναμνησείς τους, στις πρόσφατες αλλά και στις “ιστορικές” ήταν αρκετή για να κάνουν reset στην αγάπη τους για τα Εξάρχεια.

Ο Νικήτας κι ο Ντένης ας πούμε τα είχαν συνδιασεί με όλη την αντίδραση και την ιδεολογία τους. Τα αγαπούσαν ακόμα πιο πολύ και για τα θλιβερά ιστορικά γεγονότα τους. Ο Νικήτας που ήταν πάντα μες το νεύρο και την αντίδραση ακόμα κι όταν γέλαγε δυνατά. Τον έφερε στο νού της. Σκέφτηκε για λίγο τις φορές που τον είχε δει να γελάει. Πάντα το γέλιο του την έκανε να αναρωτιέται αν γελάει με τη καρδιά του. Ο Νικήτας με τον οποίο έμοιαζαν τοσό πολύ ώστε να τελειώνουν ο ένας τις φράσεις του άλλου. Ο Νικήτας με τον οποίο διέφεραν τόσο για κοντράρονται χωρίς να καταλήγουν ποτέ πουθένα. Ηξέρε πως η τόση του αντίδραση σε ότι κι αν του έλεγε, ήταν απλά άμυνα στις καταρακωμένες ευαισθησίες του Εκείνη δε θα επέμενε πότε στις διαφωνίες τους. Πάντα θα έλεγε πως ο χρόνος θα δείξει και στους δυο τι ισχύει τελικά.

Κι ύστερα ήταν κι ο Ντένης. Ο χαμογελαστός Ντένης που ενώ ήταν τα ίδια “χάλια” με τους υπόλοιπους της παρέας, είχε βαλθεί να τους “αλλαξοπιστισεί”. “Θα χαμογελάτε Ρε ή θα σας αρχίσω στις γρήγορες;” φώναζε και καλά τσαντισμένος. Είχε κι ο Ντένης τα δικά του φαντάσματα αλλά σε αντίθεση με τους υπόλοπους που λιγό πολύ πενθούσαν και συζήταγαν τη θλίψη τους, εκείνος είχε σηκώσει μπαϊράκι στη στεναχώρια του κι είχε αποφασίσει πως αν την αγνοήσει, εκείνη θα εξαφανιζόταν αργά ή γρηγόρα. Καλή η θεωρία του, αλλά έρχονταν και μέρες που η εφαρμόγη της στην πράξη τον δυσκόλευε το Μηχανικό ελαφρώς. Αλλό ένα σημείο που υστερούσε η πρακτικότητα του Μηχανικού ήταν κι η σχέση του με το χρόνο, πραγμά που σήμαινε πως ο Νικήτας θα ήταν πάλι μες τα νευρά το μεσημέρι αφού σίγουρα θα αργούσαν ξανά στη συνάντηση με τους υπόλοιπους και θα χρειαζόταν να φύγει ο μισός καφές και τρία στριφτά μέχρι να του περάσει η τσαντίλα και να μπορέσει να επικοινωνήσει με το περιβαλλόν.

“Δε βαριέσαι! Μέρος του Σαββατιάτικου τελετουργικού μας υποθέτω” είπε χαμογελώντας στον εαυτό της καθώς ντυνόταν σκεπτόμενη όλους τους έναν προς έναν.

“Ε μα έτσι είναι βρε Μάναμω! Να χαλάσει η συνταγή για τη μανέστρα μετά από τόσο καιρό;” Της ειχε πει κάποτε η Νεκταρία όταν μίλαγαν για τη σύσταση αυτής της ιδιόμορφης παρέας. Και φτάσαμε στην Νεκταρία. Τρελό ζήτημα η Νεκταρία, παιδί από τα λιγά. Μίση μερίδα άνθρωπος κι όσο μπόι της έλειπε το είχε σε τσαγανό και σε δίκαιη σκληράδα. Γι’αυτό την αγαπούσε, επειδή την τσεκούρωνε όταν εκείνη βυθιζόταν στις δαντέλες και τις χρυσόσκονές της. Σκλήρη αγάπη της έδινε. Τη νοιαζόταν και την γκάζωνε η Νεκταρία κι εκείνη ήξερε πως την αγαπούσε πολύ κι ας μη της το είχε πει πότε. Η Νεκταρία τώρα που το σκεφτόταν, ήταν κάτι λίγο σαν outsider στο όλο σκηνικό των Εξαρχειώτικων σαββατιάτικων συναντήσεων τους αλλά ερχόταν για τη παρέα, το μπλα μπλα και τον χαβαλέ. Θα την έλεγε στον Νικήτα κλασσικά όταν θα τον έπιαναν τα ιδεολογικοκουλτουριάρικά του, κάνοντας τον δύο φορές μπαρούτι αφού θα έδινε πάτημα και στους υπόλοιπους να τον αρχίσουν στο δούλεμα κι έτσι θα έκλαιγαν από τα γέλια όλοι μαζι.

Πόσες φορές δεν είχε κάτσει να τους κοιτάει καθώς γέλαγαν. Βούλιαζε στην καρέκλα της κι απλα τους κοίταγε. Οταν καταλάβαινε πως δε την κοιτούν εκείνοι, έκλεινε τα μάτια της κι άκουγε μόνο το γέλιο τους. Προσπαθούσε να κολλήσει σε εκείνο το ηχητικό παζλ το μόνο κομμάτι που έλειπε. Το γέλιο της Βασιλικής. Της Βασιλικούλας της που ήταν στην άλλη άκρη του Αιγαίου κι ενώ εκ των πραγμάτων δε μπορούσε να είναι μαζί τους κάθε Σάββατο, τελικά κάθε φορά που εκείνη έκλεινε τα μάτια της και τους ακούγε να γελάνε, η μνήμη της κούμπωνε και το γελιό της Βασιλικής στο σύνολο. Η Βασιλική, το τελευταίο από τα Ουράνια πλάσματα της. Η Βασιλική με την απίστευτη δύναμη και την αστείρευτη τρυφεράδα ήξερε πάντα πότε να μιλησεί και τι να πει. Κάθε φορά που εκείνη λιγοψύχαγε, την έφερνε στο νου της και ντρεπόταν για τον εαυτό της που σκεφτόταν έστω και για κλάσματα να τα παρατήσει. Το νησιωτάκι της ήταν κι η τελευταία προσθήκη στη dream team, αλλά ίσως και μία από τις πιο δυνατές μεταγραφές στην καρριέρα της ως Φίλη.

“Στη ζωή μου δεν έχω καταφέρει σχεδόν τίποτα” Σκέφτηκε “Οι φίλοι μου όμως είναι η μεγαλύτερη περιούσια που θα μπορούσα να έχω τελικά” Τι σημασία είχαν όλα τα αλλά; Αυτά που την βάραιναν κι αυτά που την πονούσαν αργά ή γρήγορα θα έφευγαν ή θα ξεχνιόντουσαν. Κάποια από αυτά είχαν να κανούν και με τους παραπάνω. Σε όλους είχε να πει πραγμάτα που δεν ήξεραν κι όμως δε το έκανε. Δεν έβρισκε το λόγο. Αυτή τη στιγμή ήταν όλοι τους εκεί, τους έιχε. Αύριο μπορεί να χάνονταν για ένα σωρό αιτίες. Να μη τους ξανάβλεπε. Όποτε ποιά η σημασία να τους έλεγε όλα αυτά που ήθελε να τους πει; Τους αγαπούσε και το ήξεραν. Τους είχε αδυναμία στον καθένα για διαφορετικό λόγο και το ήξεραν κι αυτό. Τα υπόλοιπα ήταν δικό της θέμα και δεν αφορούσαν κανέναν. ‘Αρα όλα καλά ακόμα και στις σιωπές της.

Ξανακοίταξε το ρολόι της. Ήταν 13.10μμ κι ήταν ήδη μες το λεωφορείο. Ευτυχώς γιατί σημέρα θα αργούσε κι εκείνη και ήταν σιγούρο πως θα την “στόλιζαν” όλοι τους παρέα για την καθυστέρηση. Ήξεραν το πόσο ενοχική ήταν και “ψόφαγαν” να την πειράζουν. Φρακαρισμένη η Αλεξάνδρας λίγο πριν την στροφή στην Ιπποκράτους κι έτσι αποφάσισε να κατέβει και να το κόψει με το πόδι. Σιγά! Πόσο θα την έπαιρνε μεχρί τη Βαλτετσίου; Είχε ωραία μέρα κι έτσι το περπάτημα θα της έκανε καλό.

Περπάταγε ορεξάτη κι ας είχε αργήσει κι ετοιμαζόταν για την κατσάδα.

“Χαλάλι” είπε στον εαυτό της.

Ξαφνικά κάτι έκαψε το στήθος της. Μια μικρή πυρωμένη τρύπα αριστερα, ανάμεσα στο θώρακα άρχισε να κοκκινίζει την άσπρη μπλούζα της και λίγο πριν πέσει στη γωνία της Βαλτετσίου άκουσε το Γεράσιμο να φωνάζει το όνομα της πανικόβλητος.

“Ατυχής έκβαση ένοπλης ληστείας στο κέντρο όδηγησε στο θάνατο μιας νεάρής γυναίκας” Θα έγραφαν την επόμενη μέρα οι εφημερίδες.

Αλήθεια μάθαμε ποτέ πως την ελέγαν;…

 

Advertisements

“Ψυχή Βαθιά”

300565_10151473915161025_1887424641_n

Τίποτα πιο σκλήρο από την μνήμη.

Τίποτα πιο δύσκολο από την προσμονή.

Τίποτα πιο αδυσώπητο από την ελπίδα.

Οκ, απόψε θα ξεκινήσω με “τσιτάτο”.  Ή μήπως όχι; Ή μήπως δεν είναι και τόσο κλισέ;  Για σκέψου το λίγο.

Για να με διαβάζεις πάει να πει πως λίγο-πολύ είμαστε κοντά.  Στην ηλικία; Στα ακούσματα; Στις πτώσεις;  Δεν έχει σημασία μιας που για να είσαι εδώ, όλο και κάποιο κοινό παρονομαστή θα έχουμε.  Βάζω σα πιο προφανή αυτόν της ηλικίας, οπότε υποθέτω πως είσαι εκεί γύρω στα 30.  30-, 30+ δεν είναι αναγκαίο το ακριβές του αριθμού.

Μυστήριο τραίνο τα 30 όμως δε συμφωνείς;  Ατίμο!  Γιατί το λέω αυτό;  Γιατί εφόσον είσαι σκεπτόμενο πλάσμα κι όχι δίποδη αμοιβάδα, by now θα σε έχεις σε μάθει ή έστω θα έχεις μια πολύ καλή ιδέα του ποιός είσαι, του “τι φοβάσαι, τι αγαπάς, πως ξορκίζεις το κακό”.   ‘Εχεις βρει τα πατήματά σου, έχεις φάει τα μούτρα σου, έχεις πλήγωσει, έχεις πληγωθεί, έχεις γελάσει, έχεις κλάψει, έχεις κερδίσει “πόντους” κι έχεις χάσει.  Κι έδω είναι το “ζουμί”, το τι έχεις χάσει….

Τα 30 βλέπεις, σε μετράνε και σε κοστολογούν με βάση τις απώλειες σου.  Τις χαμένες ευκαρίες σου, τους φίλους που έγιναν άγνωστοι, τους έρωτες που πέθαναν, τις αγάπες που ξεχάστηκαν, τις δουλειές που κλώτσησες, το κομμάτι απο εσένα που αναγκάστηκες να “συμορφώσεις” για να “ενταχθείς”, τα ρίσκα που δεν πήρες.  Οκ! Το δέχομαι! Δέξου το κι εσύ όμως και σταμάτα να βαράς τον εαυτό σου!  Όλοι κάτι χάσαμε, όλοι κάτι ξεπουλήσαμε.  Και μέσα σε όλη αυτή τη γενικότερη χασούρα, έφυγαν από τα χέρια μας πράγματα κι ακόμα χειρότερα άνθρωποι που άφησαν τόσο βαθιά το σημάδι τους, σε σημείο που να έχει μείνει η μορφή τους τατουάζ στο μεδούλι μας!  ‘Ανθρωποι και καταστάσεις που μας διαμόρφωσαν, που έβαλαν το χέρι τους για να γίνουμε αυτοί που είμαστε τώρα.  Για να μας μάθουμε!  Για να μας βάλουν πυξίδα στο χέρι για εκείνες τις στιγμές που θα ΄ρθουν και θα κινδυνευούμε να χαθούμε κι από εμάς τους ίδιους.  Έτσι για να μας θυμίζει το Βορά μας η ανάμνηση τους.  “Τίποτα πιο σκληρό από τη μνήμη” δεν είπαμε;…

Κι οκ, το ζήσαμε!  Το νιώσαμε!  Το βάλαμε στο βάθρο του και το βαφτίσαμε “Απόλυτο” γιατί αυτό ήταν στη ζήση του!  Κι όταν αυτό πέθανε, ταρυχεύσαμε το ‘Αχραντο Σώμα του, μόνο και μόνο για να το αναγάγουμε σε “‘Αγιο Λείψανο” της χαμένης ευτυχίας μας, προσδοκώντας “Ανάσταση Νεκρών” ή “Ευλογημένο τον Ερχόμενο”.  Κι όλα αυτά όταν ακόμα πενθούσαμε κι έτσι άθελα μας συγκρίναμε οτιδήποτε καινούργιο ερχόταν, με το Ιερό Μνημείο της καρδιάς μας ή ακόμα χειρότερα ακρωτηριάζοντας εαυτούς όσο το “Άγιο” μας δεν ανασταίνοταν.  “Τίποτα πιο δύσκολο από την προσμονή” λοιπόν…

Κι όμως είμαστε ακόμα εδώ!  Βουλιάζουμε στις αγκαλιές των φίλων μας που πλέον έχουμε μάθει να μετράμε στα δάχτυλα του ενός χεριού.  Περιμένουμε να χαρούμε με τις δικές τους χαρές.  Ανασαίνουμε στις κουβέντες μας μαζί τους, μοιραζόμαστε τον χρόνο μας, τον πόνο μας, την κλάψα μας.  Γελάμε με τα χάλια μας κι έχουμε την “απαίτηση” να είναι καλά και να προσέχουν τους ευτούς τους! ‘Ισως γιατί η ευτυχία των δικών μας ανθρώπων είναι και το τελευταίο στεγανό μας, η τελευταία σωστική μας λέμβος.  Γιατί ένα κομμάτι μας νιώθει πως αν είναι εκείνοι καλά, θα είμαστε κι εμείς λιγότερο χάλια ή ακόμα “χειρότερα” πως καποία μέρα μπορεί να γίνουμε κι εμείς καλά.  Γιατί είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι, υποσυνείδητα ελπίζουμε.  Η ελπίδα βλέπεις, χώνεται ακόμα κι όταν όλα τα έχουμε χαμένα.  Έχει δικό της ταμείο η ελπίδα και το κουμαντάρει μαζί με τη ζωή.  Παρέα θα κάνουν αυτό που γουστάρουν, όσο κι αν εμείς θρηνούμε κι ορκιζόμαστε “Nevermore”…  Άρα “Τίποτα πιο αδυσώπητο από την ελπίδα”….

Γιατί στα λέω όλα αυτά απόψε;  Χμμ γιατί τη θλίψη των δικών μου ανθρώπων εγώ τη ράβω κουστουμάκι και τη φοράω πάνω μου.  Τις νιώθω στο πετσί μου τις απώλειες τους.  Τα τραύματά τους κουμπώνουν πάνω στα δικά μου.  Τα ίδια μνημόσυνα έχουμε κάνει.  Απλά ίσως εκεί που ορισμένοι από αυτόυς έχουν φέρετρα, εγώ  έχω κασελάκι οστεοφυλάκειου και να είμαι λίγο πιο ήρεμη.

Αρνούμαι όμως!  Αρνούμαι να δεχτώ πως ό,τι είχαμε να νιώσουμε, το νιώσαμε! Αρνούμαι ακούς;!  ‘Ο,τι κι αν λέμε, όσο κι αν πονάμε, θα ξαναγελάσουμε μπροστά στην καρμανιόλα ΡΕ!  Στο υπόσχομαι! Μια μέρα όλη μας η θλίψη κι η αξόδευτη Αγάπη που έχουμε μέσα μας, θα πάρει εκδίκηση!  Θα βγει σα ποτάμι και θα παρασύρει ό,τι βρει μπροστά της.  Κι εμείς με ματωμένα γόνατα, με κομμένα χέρια ίσως, θα μετρήσουμε απώλειες, θα τιμήσουμε νεκρούς και θα ξαναβγούμε ετοιμοπόλεμοι μιας που θα ΄χουμε καταλάβει πως μόνο μερικές μάχες έχουμε χάσει.  ‘Οχι τον Πόλεμο!…………

Ακολουθεί χαρούμενο Post! θα πάρω Depon και θα περάσει!

Γαμώτο! Κόλλησε το Modem και ξέχασα τι ήθελα να πω!  12.36 μμ κι εγώ ακόμα στο κρεββάτι κάτω από το πάπλωμα.  Ούτε καφέ δεν έχω πιεί (όχι πως πίνω δηλαδή αλλά λέμε τώρα! Το γάλα μου τελοσπάντων και σταματά να γελάς, ναι το γάλα μου).  Με φαγουρίζει κι η πλάτη μου γιατί θρέφει το tattoo και δεν υπάρχει ένας άνθρωπος να με ξύσει! Αυτά είναι προβλήματα αγαπητέ μου! Κατάλαβες;

Ώπα! Ψέματα! Σηκώθηκα για λίγο πριν από μερικά λεπτά! Άνοιξα τη μπαλκονόπορτα και μπαίνει φως και δροσερός αέρας. Εκδιδόμενες Αλκυονίδες!! Παντά τέτοιο καιρό με κάνετε και ονειρεύομαι διακοπές!!! Πφφφ!

Τι έλεγα; Α! Ναι!  Το σκέφτομαι που λες.  (Παντά σκέφτομαι δηλαδή αλλά ας μη το κάνουμε θέμα!)  Η αλήθεια λοιπόν είναι ως εξής.  Δεν είμαι κι ο πιο χαρουμένος άνθρωπος που μπορείς να γνωρίσεις.  Έχω μια τάση να με τραβάνε τα δύσκολα, να υπεραναλύω, να παίρνω τα πάντα κατάκαρδα και να βλέπω τα πάντα σοβαρά.  Τον τελευταίο καιρό δε (μα πόσο επίπεδο πΧια) δε πολυμιλάω κι έτσι όλα αυτά που σκέφτομαι και προσπαθώ να καταλάβω, μένουν μέσα στο μυαλό και φτιάχνουν δικούς τους δαιδαλώδεις δρόμους μιας που πάντα προσπαθώ να εξαντλήσω ολά (κι όταν λέω όλα, εννοώ ΟΛΑ) τα πιθανά σενάρια μιας κατάστασης. Μετά από λίγο και ούσα σιγούρη για όλο το μαύρο αδιέξοδο που κατασκέυασα στον εγκέφαλο μου, χάνομαι μέσα στα βιβλία και τις μουσικές μου. Όλα οκ μέχρι εδώ; Το ΄χουμε;

Όχι!  Γιατί εδώ μπαίνουν οι Εκδιδόμενες Αλκυονίδες μέρες που ανέφερα και πιο πάνω.   Δε ξέρω τι είναι αυτό ακριβώς που με κάνει πάντα τέτοιο καιρό και παίρνω ανάσα (και ξανά μανά ΟΧΙ δεν φταίει κάποια διπολική διαταραχή), μα πάντα, αλλά πάντα οι πρώτες μεγάλες λιακάδες του Γεναρή με κάνουν και χαμογελάω.  Μεγαλώνει η μέρα, σπάει το κρύο κι ότι και να γίνει θυμάμαι πως σε λίγο μπαίνει Ανοίξη κι όλα αυτά που με τρώνε, όλα αυτά που μου “πέθαναν” την προηγούμενη,  ίσως και να ξαναγεννηθούν υγιή αυτή τη χρονιά.

Μη μου ανησυχείς! Το ίδιο θλιμμένο παραμένω, αλλά σου είπε κανείς πως οι θλιμμένοι άνθρωποι δε χαμογελάνε ή ακόμα χειρότερα δεν έχουν πλάκα;  Μέγα Λάθος! Οι θλιμμένοι είναι που γελάνε με την καρδιά τους και ξέρεις γιατί;  Γιατί σε αντίθεση με τους μίζερους, αυτοί Αρνούνται να σταματήσουν να ελπίζουν!  Κι αυτή είναι κι η δυστυχία – δυναμή τους!! Μεγάλη ρουφιάνα αυτή η ελπίδα σου λέω! Καλέ όχι η απέναντι που παρκάρει πάντα μπροστά στην είσοδο και δε σε αφήνει να βγεις, συγκεντρώσου!  Η άλλη, αυτή που μένει μέσα σου και εμφανίζεται όταν εσύ είσαι έτοιμος να τα παρατήσεις!

Όχι είπαμε! Δεν έγινε κάτι, ούτε τα ναρκωτικά άρχισα, ούτε γκόμενος μου ‘κατσε, ούτε κέρδισα το λαχείο!  Αυτό με τις ουσίες δε “το ‘χα” ποτέ, ακόμα τα οικονομικά μου είναι τόσο χάλια που εξακολουθώ να μένω με την Πάστα Φλώρα, ακόμα μόνο μου είμαι (δε στα είπα και πιο πάνω; Ούτε για να με ξύσει δεν υπάρχει άνθρωπος). ‘Ολα αποπνικτικά είναι ακόμα στο γραφείο, τίποτα δεν έχει αλλάξει γυρώ μου κι η κατάσταση γενικώς παραμένει το ίδιο αδιέξοδη.  ‘Ομως κάθε Γενάρη αυτές οι Π..εχεμ, αυτές οι Αλκυονίδες μου κάνουν ενδοφλέβια των 500 mg από το “Ολαθαπανεκαλαμολ” και για λίγο γίνομαι σαν την αδερφή μου που είναι 15 μισό και doesn’t give a ….

Για αυτό σου λέω, πέτα καμιά ιδεά για το που να πάμε διακοπές φέτος το καλοκαίρι.  Τώρα που ‘μαι στα πάνω μου κι όταν κλείνω τα μάτια μου, με βλέπω να σηκώνω το φουστάνι μου για να βουτήξω τα πατουσάκια μου στη θάλασσα.  Τώρα που γυρνάει λέμε!….

Αποστάσεις Ασφαλείας

DSC_0059_1

Αγάπα από μακρυά

 Οι άνθρωποι μουτζουρώνονται στις κοντινές αποστάσεις
 
 
Αγάπα από μακρυά
 
 
Δε θα χρειαστεί να αποζημιωθείς για τα “διόδια” που πλήρωσες για να πλησιασείς,
στη πρώτη ατέλεια που δε μπορεί να κρύφτει
 
 
Αγάπα από μακρυά
 
 
Είναι εύκολα ερωτεύσιμη η “ιδέα” που ζωγράφισες,
είναι σκληρή η “αλήθεια”.
 
 
Αγάπα από μακρυά
 
 
Δε θα φθείρει η συνήθεια έτσι.
το άπιαστο πάντα κρατάει περισσότερο
 
 
Αγάπα από μακρυά
 
 
Η απόσταση δε γεννάει αναμνήσεις….

Seasons come and go….

20130722_110636_1

Κουράστηκα σήμερα.  ‘Ελα και γδύσε με, χτένισε μου τα μαλλιά και άσε με να ξαπλώσω δίπλα σου σα γάτα.  Τις εποχές μας σκέφτομαι

Να κάπως έτσι δεν θα κυλούν παντά;….

Τους χειμώνες θα κρυβόμαστε από τις βροχές στα γνώριμα στεκια και θα βουλιάζουμε κάτω απο κουβέρτες μάλλινες για να σκοτώνουμε τους φόβους και τις μοναξιές μας. Θα ορκιζόμαστε πάντα στη μέση τους καινούργια ξεκινήματα και ριζικές αλλαγές σα τους “Δουβλινέζους”.

Την ‘Ανοιξη η καρδιά θα αλαφρώνει στα πρώτα χρώματα.  Θα κάνει Έξοδο η Ψυχή μαζί με το Μεσολόγγι κι ας είναι να “πεθάνει” μαχώμενη.  Πάντα μέχρι τα μεσα καθε Μάη θα έχει ήδη “αναστηθεί”.

Τα καλοκαίρια θα ξαναγεννιόμαστε κάθε δειλινό στα ηλιοβασιλέματα, θα ξεπλένουμε τα κρίματά μας στα κύματα τα πρωινά και θα συγχωρούμε ο ένας τον άλλο τα απογεύματα. Γιατί τα καλοκαίρια εδώ μας κάνουν κατακόκκινους φοίνικες για να ξαναγεννιόμαστε από τις στάχτες μας κάθε ηλιόλουστη μέρα.

Θα κρατάμε την αλμύρα στα κορμιά για όσο θα κρατάει ο Σεπτέμβρης και θα κατεβάζουμε τα πρώτα μακρυμάνικα στις πρώτες Οκτωβριανές βροχές.  Νοέμβριο θα χουμε στρώσει τα χαλιά και θα μισούμε τα ξυπνητήρια. ‘Ετσι θα κυλαει πάντα το Φθινόπωρο.

Έτσι δε θα ξοδέψουμε ετούτη εδώ τη ζήση;…..

Τικ Τοκ Τικ Τοκ……….

unnamed

Ο Χρόνος εκτός από χειρότερος γιατρός, είναι και σχετικός. Γυρνάει γύρω μου συνεχώς σα δορυφόρος με ημερομηνία λήξεως. Μου δημιουργεί μια ψευδαίσθηση πως είναι στάσιμος, ένα απέραντο, τεμπέλικο παρρόν, ενώ στη πραγματικότητα κυλάει ασταμάτητα.  Πέφτει απάνω μου σα λυσσασμένο κύμα και με διαμορφώνει όπως η θάλασσα τα βράχια. Περνάει από πάνω μου κι ενώ εγώ νομίζω πως μένω ίδια, ατόφια, ανόθευτη, εκείνος γελάει πονηρά και συνεχίζει να ζωγραφίζει το έργο του.

Ναι έχω τα θέματάκια μου με το Χρόνο.  Τον αντιπαθώ και Τον θέλω όπως θα θέλα εκείνο τον τελείως ακατάλληλο εραστή που δεν αντέχω να μαι διπλά του κι όμως κάθε φορά που φεύγει απ’το κρεββατί μου, μολίς κοπάσει ο θυμός και το κλάμα, τον αποζητώ με μανία.  Θέλω πάντα να μένει λίγο ακόμα. Στα όμορφα γιατί παίρνω ανάσες. Στα άσχημα γιατί “γεννάω”.  Ναι, ναι “γεννάω” εικόνες, κειμένα, φαγητά.

Σε ένα παράλληλο σύμπαν οι στιγμές της ευτυχίας μου παίζουν σε επανάληψη να ξέρεις.  Ξυπνάνε, διαρκούν και πεθαίνουν κάθε βράδυ, μόνο και μόνο για να ξαναγεννηθούν την επόμενη σαν μια ατέλειωτη Μέρα της Μαρμώτας.  Μου στέλνουν ψυχικά τηλεγραφήματα.  Κι εγώ κρατάω τις ειδοποιήσεις των ανεξόφλητων λογαριασμών αυτών που με πόνεσαν, πενθώ όσα τελείωσαν και σταματάω να ελπίζω…  Δεν είναι αστείο;  Ένα πικρό αστείο με το οποίο κανείς δε γελάει.  Ένα αστείο που κατατρώει το πολυτιμότερο δώρο που μου χαρίστηκε ποτέ και που ποτέ δε θα μου επιστραφεί, το Χρόνο μου.  Γιατί κατά βάθος αν το καλοσκεφτείς ο Χρόνος είναι δώρο, ευχή και κατάρα. Είναι εκεί και σου “χαρίζεται” κάθε μέρα, θες δε θες…

Σε ένα παράλληλο σύμπαν κάθε μέρα πετιέται στον αέρα ένα καπέλο, καθώς δύο χέρια παίρνουν πτυχίο.  Ένας ψιλόλιγνος μακρυμάλλης πάντα περπατάει σε μια ομιχλώδη Αθήνα αρχές Μάρτη και ξαφνικά στο πέρασμα του, φωτίζεται όλη η Πανεπιστημίου.  Μια γιαγιά σερβίρει ασταμάτητα μπουρέκι και στολίζει το σπανάκι του με ζάχαρη.  Σ’ ένα μικρό διαμέρισμα κάπου στη Καλλιθέα κρεμιούνται κουρτίνες για πρώτη φορά, κάθε φορά.  Ένα ζευγάρι συναντιέται τυχαία μέσα σε ένα λεωφορείο την ίδια ώρα, 24 ώρες το 24ώρο και φιλιέται μπροστά στο κόσμο χωρίς να το νοιάζει.

Οι άλλες στιγμές, οι σκοτεινές ζουν μες το κεφάλι μου.  Παίζουν “λούπα” κάθε φορά που με τρώει το χέρι μου να πλησιασώ το πληκτρολόγιο, που με γαργαλάει το αυτί μου να διαλέξω μουσικές για την επόμενη εκπομπή, που γρινιάζει το μάτι μου για καινούργιες λήψεις μιας που αυτά τα “ταξίδια” μου τα κάνω κυρίως με μαύρα πανιά.  Αυτές τις στιγμές μου λοιπόν τις κουβαλάω μαζί μου, υπάρχουν μέσα μου κι όχι σε κάποια άλλη διάσταση.  Βλέπεις η χαρά δε θέλει εξήγηση και κατανόηση, είναι εκεί Ατοφία, Θρασσύτατη και Συμπαγής! Η θλίψη  όμως;  Εκείνη έχει αναγκή επεξήγησης, ανάλυσης και υιοθεσίας.  Θέλει να την πάρεις απ’το χέρι και να την καθίσεις στο σαλονάκι σου, να την κεράσεις καφέ και να της χαϊδεψεις τα μαλλιά.  Να την αφήσεις να βολευτεί στον καναπέ σου και να την αποδεχτείς.  Μόνο έτσι ίσως να ξεθωριάσει σιγά σιγά και να εξαφανιστεί.  Αν δεν αποδεχτείς την Απώλεια, την Απόριψη, το Κενό, αν δεν πενθήσεις πως διάολο θα συνεχίσεις να ζεις;  Μες το ψέμα; Αφού πονάς έτσι κι αλλιώς!  Είναι σα να είσαι μέσα σε ένα δωμάτιο 2×2 μαζί με έναν ελέφαντα.  Είναι δυνατόν να αγνοήσεις τον ελέφαντα; Αφού είναι εκεί και κάθεται στα πόδια σου.  Η θλίψη είναι σαν ίωση, θέλει να κάνει τον κύκλο της, θέλει το Χρόνο της.  Ναι αυτό θέλει!  Το πόσο χρόνο θέλει το ξέρει μόνο αυτή κι όσο της εναντιώνεσαι, τόσο περισσότερο χρόνο θα ζητάει γιατί είναι ένα άρρωστο, κακομαθημένο παιδί που θρέφεται από την άρνησή μας να πενθήσουμε γι’αυτά που μας πονάνε!

Αλήθεια γιατί οι ανθρωποί φοβούνται να πενθήσουν;  Ποτέ μου δε το κατάλαβα αυτό.  Τι σόι μόδα είναι αυτή που μας θέλει όλους αγέρωχους, αμόλυντους και άτρωτους μπροστά στην θλίψη;  Τι φοβόμαστε τόσο πολύ πως θα γίνει αν απλά παραδεχτούμε πως πονάμε; Γιατί τόση άρνηση προς το πένθος;  Αφού τα μαύρα πάνε σε όλους…….