Σσσσς! Λίγο Ησυχία…..

Βγαίνει από το γραφείο, η ώρα 6 το απόγευμα.  Παγωμένη Χαριλάου Τρικούπη, γεμάτη φωταγωγημένες βιτρίνες από άδεια μαγαζιά.  Κόσμος πάει κι έρχεται. Δυνατοί θόρυβοι και βρώμικα νερά σε βουλωμένα λούκια.  Το κρύο μπαίνει μέσα από τα μανίκια του παλτού της. “Πάλι ξέχασα τα γάντια μου” Σκέφτεται.  Λες και τα φοράει πότε ακομά κι όταν τα ‘χει μαζί της.  Κάτι σα τα γυαλιά ηλίου που πάντα έχει στο κεφάλι της αλλά ποτέ για τον ήλιο.

Ξεκινάει να περπατάει μέσα στον κόσμο.  Διαδρομή γνώριμη και καθημερινή.  Οι σκέψεις αρχίζουν να τρέχουν σα τρελές.  Κάθε μέρα τα ίδια.  Μόλις σταματήσει η φασαρία του γραφείου, οι φωνές των αλλών, τα τηλέφωνα που χτυπάνε, ξεκινάει ο δικός της θόρυβος.  Αυτός που δε μπορεί να σταματήσει.  Και τι δε θα δίνε για λίγη ησυχία, για λίγο mute, για λίγο απόλυτο τίποτα.  Ναι, ναι λίγο Απόλυτο Τίποτα! Σα κι αυτό που νιώθει εδώ και μέρες.  Αλλά βλέπεις αυτό το Απόλυτο Τίποτα που νιώθει είναι κι αυτό που μιλάει ασταμάτητα μέσα στο κεφάλι της όταν μένει μόνη.

“Φοβάμαι! Κυλάει ο χρόνος κι εγώ μένω στάσιμη, στάσιμη και άδεια… Έρχονται στιγμές που θέλω να ουρλιάξω μ’όλη μου τη δύναμη κι όμως δε κάνω τίποτα… Σσσσς! Γαμώτο! Αυτό πρέπει να το είπα δυνατά! Αλλιώς γιατί με κοιτάει περίεργα αυτός στη στάση;”

Προσπερνάει τον άγνωστο που νόμισε πως την κοίταξε και κάθεται στη στάση.  Κοιτάζει τον απέναντι τοίχο.  Κάποτε έγραφε “Πειθαρχία Τέλος! Ζωή Μαγική!”.  Τώρα πια απλά αναβοσβήνει μια κακόγουστη πράσινη ταμπέλα φαρμακείου.  “Ασπιρίνη ακόμα και στα όνειρα” σκέφτεται.

Χαμηλώνει το βλέμα και κοιτάζει τα παπούτσια της.  ‘Ολη της επανάσταση περιορίζεται στα κατακόκκινα νύχια της και στο να φοράει τα all star της στο γραφείο.  Περιμένει κουνώντας τα πόδια της μηχανικά σα δεκάχρονο.  Εδώ και καιρό πάντα κάτι περιμένει.  Το λεωφορείο, την επόμενη μισθοδοσία, το παραπάνω ΣΚ, την επόμενη εκπομπή το να φύγουν αυτά τα έξι κιλά, το να χτυπησεί το τηλέφωνο, το να σταματήσει να σκέφτεται.

“Άραγε εμένα με περιμένει κανεις;”

Το λεωφορείο έρχεται κι εκείνη το αφήνει να φύγει.  Αρχίζει και μετράει χρόνια, χαμμένες ευκαιρίες, λάθη, χαρές, φίλους, λεωφορεία που άφησε να περάσουν…

‘Ολη της η ζωή ένα σύνολο αριθμών!  Τι γελοίο για κάποια που μισούσε με λύσσα τα μαθηματικά στο σχολείο. “Ειμαι τόσων χρονών, τόσα κιλά, τόσα εκατοστά.  Δουλεύω τόσα χρονια, βγάζω τόσα, χρωστάω τόσα στην τράπεζα, μου μένουν τόσα. Το ΑΦΜ μου είναι αυτό, το ΑΔΤ μου είναι εκείνο, το μητρωό μου στη δουλειά αυτό.  ‘Εχω κάνει τόσες σχέσεις στη ζωή μου, έχω κοιμηθεί με τόσους άντρες. Τόσοι είναι οι πραγματικοί μου φίλοι και τόσοι οι γνωστοί μου.  Με κυβερνούν κι αποφασίζουν για μενα τόσοι, τόσο ειναι το ποσοστό του ελλείματος που μου αναλογεί και τόσο το αντίτιμο του αίματος που πρέπει να αποδωσώ στο βωμό της ανθρωποθυσίας που μου απαιτούν”  Μια ολόκληρη ζωή αριθμός, σαν το χαρτάκι στην ουρά για τα τυριά στο Βασιλόπουλο.  Αστείο δεν είναι;….

“Και με όλα αυτά που δε μετριούνται τι γίνεται; Με την μοναξία, το κενό, την αδιαφορία, Τη συνήθεια; Την παραίτηση; Τη σιωπή; Την λιγοψυχία; Τα αδιέξοδα; Τι γίνεται με όλα αυτά που φωνάζουν όταν όλα τα αλλά σταματούν να κάνουν απλά φασαρία; Για όλα αυτά που δεν ύπαρχει μονάδα μέτρησης; Με τον χρόνο; Όχι αυτόν που διαγράφει κανείς από το ημερολόγιο του.  Τον Αλλό, τον αδυσώπητο που κυλάει μέσα από τα χέρια μου σα νέρο και δε μπορώ να τον σταματήσω και να τον μετρήσω;  Με εκείνον που μένει απλά σαν αίσθηση και σα συνήθεια.  Μ’εκείνο που μου προσθέτει κι αλλά χαρακτηριστικά, που με διαμορφώνει χωρίς να το θέλω ή να το καταλαβαίνω.  Μ’εκείνον τι γίνεται;;…”

“Δεσποινίς είστε καλά;”

“Σ’έμενα μιλάτε; Ναι μια χαρά είμαι! (Μα καλά ύπαρχει ακόμα άνθρωπος που λέει τη λέξη δεσποινίς;;)”

“Με συγχωρείτε, απλά μου φανήκατε … κάπως..”

“Όχι, όχι μια χαρά είμαι, ευχαριστώ”

Κάτι γαργαλάει το μάγουλο της.  Σηκώνει το χέρι της και πιάνει το υγρό δέρμα της.  Πάλι έτρεχαν τα μάτια της και δε το κατάλαβε.  Γι’αυτό τη ρώτησε κι ο φοιτητάκος αν ήταν καλά.

Φτάνει το επόμενο λεωφορείο, φεύγει κι αυτό κι εκείνη ακόμα στη στάση.  Τι σημασία έχει το που ή το πως αφού πάλι το Μέσα της θα ουρλιάζει.  Τουλάχιστον ο κρύος αέρας μουδιάζει λίγο το κρανίο της.

Για καιρό ήταν σε εθελούσια “χειμερία νάρκη”.  Της είχαν πει να δεί τα πράγματα πιο χαλαρά, να μην αναλύει τόσο πολύ, να “περνάει καλά βρε αδερφέ”.  Το κάνε, μηχανικά, κοιμησμένα κι ας ήξερε πως δεν ήταν έτσι εκείνη.  Μέχρι που ξαφνικά κάτι συνέβει, κάτι μικρό αλλά αρκετό.  Σα σκλήθρα μπήκε στο “δάχτυλό” της και την ξύπνησε βίαια κι αυτή και το κενό κι όλα αυτά που δε μετριούνται.

“Και τώρα ποιός θα βάλει τις φώνες για ύπνο;”  Αναρωτιέται…. Κανείς είναι η σωστή και η μόνη απάντηση.  Γιατί όλες αυτές οι φωνές είναι εκείνη κι όλα αυτά που αγάπα και φοβάται και μισεί και προσπαθεί να κρύψει.

“Σσσσσς! Και ποιόν νοιάζει όλη αυτή η φλυαρία; Κανέναν!  Καλύτερα είμαι όταν μου μιλάνε οι αλλοί”  Μεγάλο άγχος κι ενοχή το να μη τυχόν και νιώσει πως “φορτώνεται” στους αλλούς, πως γίνεται βάρος.

Ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο. Καποίος αλλός την θέλει για κάτι αλλό κι αυτό είναι αρκετό.  Μπαίνει μηχανικά στο επόμενο λεωφορείο μιλώντας στο hands free.  Οι δικές της φωνές θα κοιμηθούν για λιγάκι….

 

Advertisements

One thought on “Σσσσς! Λίγο Ησυχία…..

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s