Μια μέρα.png

θα ξυπνήσεις και θα χαμογελάς χωρίς να ξέρεις το γιατί
θα ναι κόκκινος ο ουρανός και θα μυριζεί γιασεμί ο αέρας

‘Ολοι οι δρόμοι θα οδηγούν στη θαλάσσα
κι οι άνθρωποι θα χαιρετιούνται στο δρόμο χωρίς να γνωρίζονται

Δε θα φοβάσαι, δε θα χεις κάτι για να παλέψεις
δε θα κοιτάς πάνω απ’το τον ώμο σου

θα είσαι εκεί, θα περπατάς για τη θάλασσα
και θα γελάς δυνατά

‘Οτι ήταν να ξορκίσει το γέλιο, θα χει ξορκιστεί
και τότε θα γελάς μόνο για σένα

Εκείνη τη μέρα θυμίσου κι εμένα
Μου ‘φταναν μονο τα ματια σου για να την περιμενω….

Απαραίτητες Συστάσεις

απαραιτητες συστασεις

 

Να σας τη συστήσω βεβαίως!

 

Ονομάζεται Χ του Ψ, το γένος Υ, γνωστή και ως

 

‘Εξυπνη

Νόστιμη

Καλλιεργημένη

Νευρική

Αγχωμένη

Οργισμένη

Γκρινιάρα

Σκεπτόμενη

Ευαίσθητη

Δυνατή

Ζηλιάρα

Ανασφάλης

Μόνη

Φοβισμένη

Θλιμένη κι ας δείχνει να γελάει εύκολα

Πρακτική

Ονειροπόλα

Μελαγχολική

Παραδομένη

Κουρασμένη

Απογοητευμένη

Κυνική

Συμβιβασμένη

Χαμογελαστή

 

Κάποτε άκουγε και στο “Πολλά Υποσχόμενη” μα εδώ και χρόνια έχει πάρει το επίθετο της Ζωής της…….

 

Ανεξεταστέος…..

Τράβηξε η υγρασία σαν αρρωστιάρικο Φθινόπωρο που δε θέλει να τελειώσει και σε κοίμισε. Κράτησες να ζεις σα καλοκουρδισμένο ρολόι κάνοντας τις ίδιες κινήσεις. Επιβίωνες μηχανικά. Χαμογελάς, δουλεύεις, τρως, πηδιέσαι και μετά καληνύχτα.

 Και ξαφνικά κάτι συμβαίνει, κάποιος σου ανοίγει το παράθυρο κι είναι Δεκέμβρης. Κρύος αέρας σε χτυπάει στα μούτρα και τρως τη σφαλιάρα δυνατά. Φτάνει για να σου τσούξει τη ψυχή ως το μεδούλι και να σου θυμίσει γιατί ξεκίνησες και που ήθελες να πας.

 Κάποτε άκουγες το «Μάθημα Ανατομίας» και γέλαγες ειρωνικά με τη Μαρίνα.

Πως σου φαίνεται που καιρό τώρα ότι κάνεις είναι «Από φόβο ή ανία ή συναδελφική διάθεση»; Τσούζει ακόμα το χαστούκι ε; Το μάθημα έχει τελειώσει προ πολλού κι εσύ έχεις μείνει να κοιτάς τον άδειο μαυροπίνακα ….

 Θα ξανατσούξει το χαστούκι… Κάποια στιγμή θα κοιτάξεις πίσω… Θα ΄χει σπάσει το παράθυρο. Μαζί με τον κρύο αέρα θα μπαίνει και φώς , μόνο που η ζωή σου θα χει κυλήσει μέσα απ΄τις βρώμικες γρύλιες του άχρηστου πλέον παραθυρόφυλλου ρε……

Lock and Load…

Ξέρεις κάτι;

Έχω μια λέξη καρφωμένη σαν σφαίρα στο κεφάλι μου. Δε βγαίνει.

Ο στίχος πάντα θα λέει πως “Στο μυαλό είν’ ο στόχος” κι εγώ που το μυαλό το ΄χω συνδέσει με πιο κάτω, πιο χαμηλά, πιο αριστερά, πάντα θα μένω με ανοιχτή και διπλή τη πληγή. Διπλό το “φονικό” κι εγώ ευτυχισμένος  “αυτόχειρας”.  Τό πιασες; Το ‘χεις;

Έχω μια λέξη καρφωμένη σα σφαίρα στο κεφάλι μου. Δε βγαίνει. Ούτε από κει μα ούτε κι απ΄το στόμα.  Μιλάμε πολύ οι άνθρωποι ξέρεις… Ξέρεις;

Ανταλλάσσουμε λέξεις πυροβολισμούς μόνο και μόνο για να καθαρίσουμε ο ένας τα αίματα του αλλού από τους τοίχους. Κι εγώ που κουράστηκα να στοχεύω στο άγνωστο, λέω εδώ και καιρό να σημαδέψω τη βλακόφατσα στο καθρέφτη μου.

Έχω μια λέξη καρφωμένη σα σφαίρα στο κεφάλι μου. Δε βγαίνει. Την επαναλαμβάνω μηχανικά όταν δε κοιτάς. Τα σημαντικά τα λέω πάντα όταν δε κοιτάς. Τις αλήθειες μου τις κρύβω σ’αυτά που ΔΕΝ σου λέω.

‘Εχω μια λέξη καρφωμένη σα σφαίρα στο κεφάλι μου. Δε βγαίνει.

Ίσως και να φοβάμαι να την βγάλω….

Τις Κυριακές τα απογεύματα…

Πάει καιρός που έχουν σωθεί τα μαγικά, που έχουν τελειώσει κι οι άσσοι απ΄το μανίκι κι έτσι παίζω πια τα ρέστα μου.  Αφήνω το χρόνο να περνάει. Και τον κανονικό και τον άλλο, τον Αδυσώπητο.

Σκορπίζομαι τις Κυριακές τα απογεύματα, μοιράζω τις στιγμές μου νωχελικά. Βουλιάζω μέσα στις αγκαλιές των φίλων μου, εκεί που δε χρειάζεται να εξηγώ και να εξηγούμαι.  Μ’ έχουν κουράσει εδώ και χρόνια οι «υπότιτλοι»…

Τους αφήνω να με ακουμπάνε τους φίλους μου ξέρεις, να έρχονται κοντά, να με ντύνουν με την αγάπη τους σα να με λούζουν με ζεστό νερό τις μέρες που είμαι κρυωμένη –κλασσικό γιατροσόφι της Πάστα Φλώρας, αλάνθαστο- μένοντας χωρίς μιλιά μπροστά στη μαγεία της παρουσίας τους στο «εδώ και τώρα» μου. Μετά από λίγο προσποιούμαστε όλοι μαζί πως δε πονάμε.  Χαμογελάμε ο ένας στον άλλο, έρχονται και στιγμές που γελάμε με την καρδιά μας.  Μιλάμε για μουσικές, για βιβλία και ταινίες.  Μουδιάζουμε ο ένας τις νευρικές απολήξεις του αλλού και για λίγο, για τόσο δα πιστεύουμε πως όλα είναι εντάξει.  Ίσως και να ναι αφού έχουμε ο ένας τον άλλο.  Μετά τραβιέμαι νοερά και τους παρατηρώ από «απόσταση». Κι ύστερα καθώς πίνω, αναρωτιέμαι τι να κάνεις κι εσύ. Μη φοβάσαι, δεν έχω αυταπάτες.  Το ξέρω πως αν δεν ήσουν εσύ, θα ήταν κάποιος άλλος.  Ίσως όχι τώρα κι όχι έτσι, όχι με αυτό τον τρόπο.  Όμως τώρα και για όσο πάρει, είσαι εσύ.

Έρχονται στιγμές που πραγματικά λέω «όλα καλά» και το εννοώ.

Δε μιλάω πια πολύ. Καιρό τώρα. Βαριέμαι.  Όποιος μπορεί να καταλάβει, το κάνει και χωρίς να με ακούει να μιλάω.  Εσύ πχ. πως έπιασες το νόημα μέσα από μια γραμμή;  Ναι, ναι τα είπαμε και πιο πάνω, εσύ κι ο κάθε «εσύ» που θα ήταν στη θέση σου.

 

Απλά καμιά φορά μελαγχολώ που ζούμε σε μέρες που το μόνο που μας θυμίζει πως δεν έχουμε «ψοφήσει» ακόμα μέσα μας, είναι το σουγιαδάκι που με λαχτάρα περιστρέφουμε στις πληγές μας.   «Πονάω, άρα νιώθω, αρά ζω κι όχι αράζω» φάση κι έτσι. Από την άλλη μπορεί και να είναι η ράτσα μας έτσι…. Ποιος ξέρει

Δε βαριέσαι, όσο έχω τις Κυριακές τα απογεύματα μάλλον θα τα καταφέρω….

Κάτι λύπη…

IMG_20130715_234751

Χθες το βράδυ ονειρεύτηκα πως μου έλειπε ένα πόδι.

Στην αρχή του ονείρου με είδα ξαπλωμένη στο κρεββάτι να χαϊδευω με μανία την κνήμη μου.  Πόνος απίστευτης κράμπας κι όσο πιο έντονα χάϊδευα την κνήμη μου, τόσο πιο λυσσαλέα πόναγε αυτή.  Τα χάδια μου γίνονταν πιο έντονα με την ώρα, σχεδόν βίαια.  Έδιναν υπόσταση στη μανία μου να σταματήσω τον πόνο.

Και ξαφνικά όλοκληρη η γάμπα ξεκούμπωσε από την κλείδωση κι έμεινα να κρατάω ένα άρτια κατασκευασμένο πρόσθετο μέλος.  Τόσο πιστό στο πρωτότυπο που μέχρι και το τατουάζ πάνω από τον αριστερό μου αστράγαλο είχε ζωγραφισμένο.  Έμεινα να κοιτάω το ψεύτικο πόδι που κράταγα στο χέρι μου με σχεδόν φιλήδονο τρόμο.

“Πότε έχασα το πόδι μου;” Αναρωτήθηκα… “Κι αφού το έχω χάσει, γιατί ακόμα πονάνε τα φανταστικά δάχτυλα του ακρωτιριασμένου μου πέλματος;”…

Ξύπνησα μες τον ιδρώτα.  Το πόδι μου ήταν εκεί αλλά με πόναγε φριχτά.  Σα να μου το είχαν μόλις κόψει…..

Συνδρομητής προσωρινά διαθέσιμος

Στα μεγαλύτερα αμφίβολα “θέλω” δεν αποθηκεύω αριθμούς.

Γεμίζω τη μνήμη με άγνωστες αναπάντητες και ξένα sms.

Κοιτάζω μετά λίστες από τηλέφωνα χωρίς να θυμάμαι τους ακριβείς κατόχους τους.

Ετσι όταν λιγοψυχάω, δε κάνω ποτέ εκείνο το τηλεφώνημα.

Αφήνω τα πάντα στο “τι θα είχε γίνει αν” και προχωράω κρυφά στις γωνίες μη τυχών και με δουν και με φωνάξουν για λίγη παρέα και ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη.

Φεύγω σα να μην ήρθα ποτέ πριν ξυπνήσουν κι έτσι το “βάρος” μου, μένει όλο δικό μου τελειώνοντας την μπαταρία μου.

Κι εγώ έχω χάσει εδώ και καιρό τον φορτιστή μου….

Χρωστούμενα

10801752_10152841899463374_1771547569719548734_n

Οι κουβέντες που αφήσαμε στη μέση, τις νύχτες τρυπώνουν από τις χαραμάδες.

Οι απαντήσεις που θα ‘πρεπε να είχα δώσει σ’όλα σου τα “γιατί” κάθονται απέναντι μου και με κοιτάνε στα μάτια. Κάνουμε παρέα ξέρεις, οι απαντήσεις μου κι εγώ.

Ανοίγουμε μπουκάλια κρασί και γελάμε στα “τι θα είχε γίνει αν”.

Στο τέλος πάντα μου χτυπάνε φιλικά την πλάτη.

Με βάζουν για ύπνο και με σκεπάζουν για να μην κρυώνω, όπως κάποτε έκαναν οι σιωπές σου.

Τι άλλο να κάνουν κι αυτές; Ορφανές είναι χωρίς τις ερωτήσεις σου.

Τα πρωινά πάντα ξυπνάω μόνη μου και χρεωκοπημένα πλούσια μιας που τα πολλά λόγια είναι φτώχια κι εγώ πλέον απόλυτα μουγκή….

Σσσσς! Λίγο Ησυχία…..

Βγαίνει από το γραφείο, η ώρα 6 το απόγευμα.  Παγωμένη Χαριλάου Τρικούπη, γεμάτη φωταγωγημένες βιτρίνες από άδεια μαγαζιά.  Κόσμος πάει κι έρχεται. Δυνατοί θόρυβοι και βρώμικα νερά σε βουλωμένα λούκια.  Το κρύο μπαίνει μέσα από τα μανίκια του παλτού της. “Πάλι ξέχασα τα γάντια μου” Σκέφτεται.  Λες και τα φοράει πότε ακομά κι όταν τα ‘χει μαζί της.  Κάτι σα τα γυαλιά ηλίου που πάντα έχει στο κεφάλι της αλλά ποτέ για τον ήλιο.

Ξεκινάει να περπατάει μέσα στον κόσμο.  Διαδρομή γνώριμη και καθημερινή.  Οι σκέψεις αρχίζουν να τρέχουν σα τρελές.  Κάθε μέρα τα ίδια.  Μόλις σταματήσει η φασαρία του γραφείου, οι φωνές των αλλών, τα τηλέφωνα που χτυπάνε, ξεκινάει ο δικός της θόρυβος.  Αυτός που δε μπορεί να σταματήσει.  Και τι δε θα δίνε για λίγη ησυχία, για λίγο mute, για λίγο απόλυτο τίποτα.  Ναι, ναι λίγο Απόλυτο Τίποτα! Σα κι αυτό που νιώθει εδώ και μέρες.  Αλλά βλέπεις αυτό το Απόλυτο Τίποτα που νιώθει είναι κι αυτό που μιλάει ασταμάτητα μέσα στο κεφάλι της όταν μένει μόνη.

“Φοβάμαι! Κυλάει ο χρόνος κι εγώ μένω στάσιμη, στάσιμη και άδεια… Έρχονται στιγμές που θέλω να ουρλιάξω μ’όλη μου τη δύναμη κι όμως δε κάνω τίποτα… Σσσσς! Γαμώτο! Αυτό πρέπει να το είπα δυνατά! Αλλιώς γιατί με κοιτάει περίεργα αυτός στη στάση;”

Προσπερνάει τον άγνωστο που νόμισε πως την κοίταξε και κάθεται στη στάση.  Κοιτάζει τον απέναντι τοίχο.  Κάποτε έγραφε “Πειθαρχία Τέλος! Ζωή Μαγική!”.  Τώρα πια απλά αναβοσβήνει μια κακόγουστη πράσινη ταμπέλα φαρμακείου.  “Ασπιρίνη ακόμα και στα όνειρα” σκέφτεται.

Χαμηλώνει το βλέμα και κοιτάζει τα παπούτσια της.  ‘Ολη της επανάσταση περιορίζεται στα κατακόκκινα νύχια της και στο να φοράει τα all star της στο γραφείο.  Περιμένει κουνώντας τα πόδια της μηχανικά σα δεκάχρονο.  Εδώ και καιρό πάντα κάτι περιμένει.  Το λεωφορείο, την επόμενη μισθοδοσία, το παραπάνω ΣΚ, την επόμενη εκπομπή το να φύγουν αυτά τα έξι κιλά, το να χτυπησεί το τηλέφωνο, το να σταματήσει να σκέφτεται.

“Άραγε εμένα με περιμένει κανεις;”

Το λεωφορείο έρχεται κι εκείνη το αφήνει να φύγει.  Αρχίζει και μετράει χρόνια, χαμμένες ευκαιρίες, λάθη, χαρές, φίλους, λεωφορεία που άφησε να περάσουν…

‘Ολη της η ζωή ένα σύνολο αριθμών!  Τι γελοίο για κάποια που μισούσε με λύσσα τα μαθηματικά στο σχολείο. “Ειμαι τόσων χρονών, τόσα κιλά, τόσα εκατοστά.  Δουλεύω τόσα χρονια, βγάζω τόσα, χρωστάω τόσα στην τράπεζα, μου μένουν τόσα. Το ΑΦΜ μου είναι αυτό, το ΑΔΤ μου είναι εκείνο, το μητρωό μου στη δουλειά αυτό.  ‘Εχω κάνει τόσες σχέσεις στη ζωή μου, έχω κοιμηθεί με τόσους άντρες. Τόσοι είναι οι πραγματικοί μου φίλοι και τόσοι οι γνωστοί μου.  Με κυβερνούν κι αποφασίζουν για μενα τόσοι, τόσο ειναι το ποσοστό του ελλείματος που μου αναλογεί και τόσο το αντίτιμο του αίματος που πρέπει να αποδωσώ στο βωμό της ανθρωποθυσίας που μου απαιτούν”  Μια ολόκληρη ζωή αριθμός, σαν το χαρτάκι στην ουρά για τα τυριά στο Βασιλόπουλο.  Αστείο δεν είναι;….

“Και με όλα αυτά που δε μετριούνται τι γίνεται; Με την μοναξία, το κενό, την αδιαφορία, Τη συνήθεια; Την παραίτηση; Τη σιωπή; Την λιγοψυχία; Τα αδιέξοδα; Τι γίνεται με όλα αυτά που φωνάζουν όταν όλα τα αλλά σταματούν να κάνουν απλά φασαρία; Για όλα αυτά που δεν ύπαρχει μονάδα μέτρησης; Με τον χρόνο; Όχι αυτόν που διαγράφει κανείς από το ημερολόγιο του.  Τον Αλλό, τον αδυσώπητο που κυλάει μέσα από τα χέρια μου σα νέρο και δε μπορώ να τον σταματήσω και να τον μετρήσω;  Με εκείνον που μένει απλά σαν αίσθηση και σα συνήθεια.  Μ’εκείνο που μου προσθέτει κι αλλά χαρακτηριστικά, που με διαμορφώνει χωρίς να το θέλω ή να το καταλαβαίνω.  Μ’εκείνον τι γίνεται;;…”

“Δεσποινίς είστε καλά;”

“Σ’έμενα μιλάτε; Ναι μια χαρά είμαι! (Μα καλά ύπαρχει ακόμα άνθρωπος που λέει τη λέξη δεσποινίς;;)”

“Με συγχωρείτε, απλά μου φανήκατε … κάπως..”

“Όχι, όχι μια χαρά είμαι, ευχαριστώ”

Κάτι γαργαλάει το μάγουλο της.  Σηκώνει το χέρι της και πιάνει το υγρό δέρμα της.  Πάλι έτρεχαν τα μάτια της και δε το κατάλαβε.  Γι’αυτό τη ρώτησε κι ο φοιτητάκος αν ήταν καλά.

Φτάνει το επόμενο λεωφορείο, φεύγει κι αυτό κι εκείνη ακόμα στη στάση.  Τι σημασία έχει το που ή το πως αφού πάλι το Μέσα της θα ουρλιάζει.  Τουλάχιστον ο κρύος αέρας μουδιάζει λίγο το κρανίο της.

Για καιρό ήταν σε εθελούσια “χειμερία νάρκη”.  Της είχαν πει να δεί τα πράγματα πιο χαλαρά, να μην αναλύει τόσο πολύ, να “περνάει καλά βρε αδερφέ”.  Το κάνε, μηχανικά, κοιμησμένα κι ας ήξερε πως δεν ήταν έτσι εκείνη.  Μέχρι που ξαφνικά κάτι συνέβει, κάτι μικρό αλλά αρκετό.  Σα σκλήθρα μπήκε στο “δάχτυλό” της και την ξύπνησε βίαια κι αυτή και το κενό κι όλα αυτά που δε μετριούνται.

“Και τώρα ποιός θα βάλει τις φώνες για ύπνο;”  Αναρωτιέται…. Κανείς είναι η σωστή και η μόνη απάντηση.  Γιατί όλες αυτές οι φωνές είναι εκείνη κι όλα αυτά που αγάπα και φοβάται και μισεί και προσπαθεί να κρύψει.

“Σσσσσς! Και ποιόν νοιάζει όλη αυτή η φλυαρία; Κανέναν!  Καλύτερα είμαι όταν μου μιλάνε οι αλλοί”  Μεγάλο άγχος κι ενοχή το να μη τυχόν και νιώσει πως “φορτώνεται” στους αλλούς, πως γίνεται βάρος.

Ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο. Καποίος αλλός την θέλει για κάτι αλλό κι αυτό είναι αρκετό.  Μπαίνει μηχανικά στο επόμενο λεωφορείο μιλώντας στο hands free.  Οι δικές της φωνές θα κοιμηθούν για λιγάκι….

 

There’s this girl I know..

There’s this girl I know….

 

She takes the bus with me everyday to work

Hides the scars behind polite “Hello’s” and friendly gestures

Talks about the weather and cooking receipes

 

Takes her high heels off and runs towards dead ends

Covers the pain behind her make up

Always posing in a politicly correct manner

Trying to please everyone

 

At parties she smiles gracefully

and never leaves your cup empty.

You’ll see her streaming through the halls

serving meals when trully all she serves is her head upon the plates.

 

Lives an ordinary life, having an unordinary way of living

Behaves in an ordinary way, having an unordinary way of thinking.

She plays the part so well, as it is expected of her.

 

But when the night comes, she stares in the mirror

and silently screams, leaving the tears unattended.

She takes off her high heels and runs towards dead ends even more fiercefully.

She knows she’s been transparent all her life

So lucid that noone took the time to see into her, just through her.

 

There’s this girl I know

she has been taking the same bus as me for years now

maybe in the end we’ll come down at the same stop………