Φορολογικός έλεγχος

empty_by_djoe

 

 

 

Κάθε φορά που βουτάω τα χέρια στις τσέπες και βρίσκω αποδείξεις, φοβάμαι.

Φοβάμαι μήπως κι η απόδειξη είναι παλιά.  Μήπως έχει ημερομηνία από τότε που ήμασταν μαζί.

Και δε φοβάμαι μήπως και θυμηθώ τι μέρα ήταν ή τι σου είχα μαγειρέψει ή πόσες φορές είχαμε πηδηχτεί εκείνο το βράδυ.

Αυτά τα θυμάμαι έτσι κι αλλιώς.  Όχι γιατί ήταν μ’εσένα, αλλά γιατί έτσι κάνω.

Με όλους.

Γενικά.

Δε ξεχνάω.

Θυμάμαι τα πάντα.  Κι ίσως γι’αυτό να μη συγχωρώ πραγματικά κατά βάθος.

Πρώτα από όλους, εμένα.

Τώρα που το σκέφτομαι για λίγο, μπορεί και να συγχωρώ.  Ουφ! Δε ξέρω και δε με νοιάζει.  Και δεν είναι και αυτό το θέμα μου δηλαδή.

Έτσι κι αλλιώς, αργά ή γρήγορα, ο οργανισμός μου αποβάλλει.

Ναι, ναι αποβάλλει.

Μυρωδιές.

Υφές δέρματος.

Ανατριχίλες αγγιγμάτων.

Γεύσεις φιλιών.

Αυτά δε τα αναγνωρίζει από ένα σημείο και μετά.

Κρατάει μια πλήρη και λεπτομερή καταγραφή γεγονότων αλλά δεν έχει αίσθηση πια.

Τα υπόλοιπα απλά τα ξερνάει.

 

Άρα δε φοβάμαι να θυμηθώ εσένα γιατί είπαμε πως έτσι κι αλλιώς δε ξεχνάω.

Άλλο φοβάμαι.

Φοβάμαι εμένα.

Φοβάμαι μήπως θυμηθώ ποια ήμουν γιατί δεν είμαι πια εκείνη.

Εύθραυστη.  Ευάλωτη.  1,60 δόλωμα, βορρά για τα θηρία.

Μη γελαστείς!  Ακόμα με θηρία παίζω μα κοιτάω να έχουν τα νύχια και τα δόντια τους φανερά.  Να το περιμένω το δάγκωμα, κατάλαβες;

Όχι πια άλλες ψευδαισθήσεις τρυφεράδας.  Όχι άλλες αυταπάτες συναισθήματος.  Αυτές τις εξάντλησα μαζί σου.

Για ένα πράγμα σ’ευχαριστώ πάντως.  Που μ’έμαθες να εκτιμάω εκείνον που με κοιτάει στα μάτια και μου λέει στα μούτρα πως το μόνο θέλει από εμένα, είναι το να χωθεί ανάμεσα στα πόδια μου.

Οι αγάπες βλέπεις κοστίζουν ακριβά και δεν επιστρέφονται μιας και δεν έχουν αποδείξεις.

Όχι όπως οι κάβλες.

Ειλικρινείς λοιπόν οι δεύτερες σε αντίθεση με τις πρώτες.

Οι δεύτερες είναι απόδειξη από μόνες τους.

Σαν κι εκείνες που φοβάμαι μη βρω ξεχασμένες στις τσέπες μου και μου θυμίσουν ποια ήμουν, όταν ήμουν μαζί σου….

Αυγουστιάτικη Παρακαταθήκη…

082016

 

Μια μέρα θα σας τη σκάσω μπαγάσικα!

Θα βουτήξω στη θάλασσα λίγο αφότου δω τις τελευταίες πατημασιές μου στην άμμο να χάνονται στα κύματα.

Έτσι, χωρίς ίχνος.

Μόνο τότε σας παρακαλώ.

Χαρίστε τα φουστάνια μου σε γελαστές ντουλάπες που θα μυρίζουν λεβάντα.

Δώστε τα βιβλία μου σε μυαλά ανοιχτά και διψασμένα.

Τις μουσικές και τις φωτογραφίες μου, συγχωρείστε με, μα θα τις πάρω μαζί μου.

Τα λόγια μόνο καύτε τα.

Και τα δικά μου που τόπο δεν έπιασαν.

Και τα δικά σας που ποτέ δε μου είπατε.

Βαρύ κι ανούσιο φορτίο οι κουβέντες που δε μοιράστηκαν.

Τα φιλιά που δε δόθηκαν.

Οι αγκαλιές που έμειναν αδειανές.

Δε νομίζετε;

 

Μην ανησυχείτε!

Τις θύμησες θα τις πνίξω στο τελευταίο μακροβούτι.

Κι όσες μείνουν ζωντανές, θα τις αφήσω να με κατοικήσουν σαν τις πεταλίδες στους βράχους.

Κι έτσι, σιγά σιγά, τα πνευμόνια θα γίνουν βράγχια και το δέρμα λέπια.

Κι ύστερα λαμπερό κι εξαγνισμένο αφρόψαρο, θα σβήνω κάποιων άλλων τις πατημασιές στην άμμο, κάποιον άλλο Αύγουστο…

Σα τους σκύλους που κυνηγάνε αυτοκίνητα – What might have been…

15

 

Χτυπάει τηλέφωνο.

Δε το ακούει.

Συνεχίζει να χτυπάει.

-Το τηλέφωνό σου!

Καμιά απάντηση…

-Δε μ’ακούς;  Χτυπάει το τηλέφωνο!   Άγνωστο νούμερο!  Να το σηκώσω;

Ανάμεσα στα νερά που τρέχουν πάνω στα μαλλιά και μέσα στα πόδια της, κάτι πιάνουν τ’αυτιά της.  Κλείνει τα μάτια.

 

«…Heya heya heya heya…»

 

Γυρίζει ο χρόνος πίσω.  Μια αίθουσα και μια άφιξη.  Ένα αμήχανο χαμόγελο.  Κι άλλο ένα.  Κι ύστερα τι;  Μοιρασμένη οικειότητα με ένα ξένο. Τις πιο καθαρές αλήθειες θα τις πεις εκεί που δε σε ξέρουν.  Η ειλικρίνεια του αγνώστου.  Πιο εύκολο να ξεγυμνωθείς μπροστά σε κάποιον που δεν έχει κάνει την δική του χαρακιά πάνω σου κι έτσι εύκολα θα αρχίσεις να του εξιστορείς πως απέκτησες τις ήδη υπάρχουσες

-Δε πίνεις όμως

-Ναι δε με βοηθάει το στομάχι μου αυτές τις μέρες

-Ποιος ρωτάει;

-Δε ξέρω.  Έχεις ερώτηση;

-Ναι….

Κάτι τη ρωτάει.  Κάτι του απαντάει. Σειρά της να ρωτήσει.  Σειρά του να απαντήσει.  Χαμόγελο αυταρέσκειας.

-Γιατί χαμογελάς;

-Γιατί «πέφτω μέσα»…

«…So if I stand in front of a speeding car
Would you tell me who you are, what you like?
What’s on your mind, if I’d get it right?
How I love that no one knows…»

Αργότερα θα «πέσει έξω».  Σε όλα τα υπόλοιπά που νόμιζε γι’αυτόν.  Όχι στις απαντήσεις του. Όπως τις περισσότερες φορές.

 

Ξαπλωμένοι σε κρεβάτι με κουνουπιέρα.  Κόκκινα μάτια από την κούραση.

-Βασίλεψες.

-Ναι.  Κλείνω τα μάτια.  Ξεκίνα να νανουρίζεις.  Μη τραγουδήσεις απαραίτητα.  Μίλα

-Γύρνα μπρούμυτα και βγάλε τη μπλούζα σου.

-Γιατί;

-Θα καταλάβεις.

 

Μια βιαστική αναχώρηση και μια επιστροφή που δεν ήρθε ποτέ.  Ένα χέρι πιασμένο από χάδια που χάρισε χωρίς αντάλλαγμα.

-Θα σου εξηγήσω.

Τι;  Οι ανεξήγητες συμπεριφορές δε σηκώνουν εξηγήσεις.  Είναι εξήγηση από μόνες τους.  Κι εκείνη ξέρει από καιρό να μη περιμένει ούτε εξηγήσεις, ούτε απαντήσεις.  Της το ΄μαθαν καλά την τελευταία φορά που είχε τολμήσει να ζητήσει απαντήσεις.

-Αναρωτιέσαι ποτέ;

Είχε ρωτήσει κάποτε.

-Τι να αναρωτιέμαι; (της είχαν απαντήσει ξερά)  Αν είσαι η γυναίκα της ζωής μου; Το πιο πιθανό είναι πως είσαι.  Όχι το πιο πιθανό.  Είσαι, ναι.  Ε και;

Μετά από μια τέτοια απάντηση σε μια τέτοια ερώτηση μαθαίνεις και δε ξαναρωτάς.  Δε περιμένεις καμιά απάντηση.  Δε ζητάς. Δεν έχει αξία το να σου απαντάνε. Μόνο απογοήτευση.

 

«…And these secrets all that we’ve got so far
The demons in the dark, lie again
Play pretends like it never ends
This way no one has to know…»

 

-Θα γράψεις κάτι για μας;

Τι λύσσα κι αυτή;  Μα δε καταλάβαινε κανένας τους;  Οι ιστορίες ήταν για να τις ζήσουν, όχι για να τις γράψει μόνη της…

Μοιρασμένες στιγμές σε λιμάνια, αεροδρόμια.  Σε ένα fiatάκι που τρέχει μια γκρίζα παραμονή Πρωτοχρονιάς στην εθνική.  Σ’ένα χαμόγελο προσμονής σε μια μεγάλη βόλτα στο Metro λίγο πριν το Ελ. Βενιζέλος.  Σε πόρτες που ανοιγοκλείνουν με φωτοκύτταρα καθώς τα μέσα κύτταρα τραντάζονται όταν σηκώνεται το βλέμμα.  Και κανένας δε ξέρει.  Κανένας δε καταλαβαίνει πως και το «μισό» είναι κάτι.

«…Even the half smile would have slowed down the time
If I could call you half mine
Maybe this is the safest way to go…»

 

Κι ύστερα τι; Ύστερα το κορίτσι που μιλάει με αποσιωπητικά και όταν αποφασίσει να αφεθεί, αισθάνεται με θαυμαστικά, φωλιάζει κάτω από το καυτό νερό της ντουζίερας του Χειμώνα – Καλοκαίρι. Έχει μάθει να αγαπάει αγόρια που βολεύονται στις άνω τελείες και ζουν μέσα σε αγκύλες και παρενθέσεις. Πώς να τα βγάλεις από εκεί;  Κι όταν φεύγουν, αφήνουν ερωτηματικά.  Μα εκείνη είπαμε, δε ρωτάει πια.  Μόνο χάνει σιγά σιγά κι από ένα από τα θαυμαστικά της κι ας συμβαίνουν γύρω της διάφορα θαυμαστά.  Αυτή φταίει.  Το ξέρει.  Κι έτσι δε ζητάει τα ρέστα από κανένα.

 

Βγαίνει από τη ντουζιέρα.  Βάζει μια φόρμα. Βγαίνει στο δρόμο για τη πλατεία.  Φθινόπωρο ξανά στα σκαριά.

Ξαναχτυπάει το τηλέφωνο πάνω στο τραπέζι της κουζίνας…

«…This is the safest way to go nobody gets hurt…»

 

Σημεία των Καιρών…

1

 

 

–   Όχι! Όχι σου λέω

Μη θάψεις τους νεκρούς

Μη ξεπλύνεις το αίμα

Μη καθαρίσεις τα πολύχρωμα, σκονισμένα μαντήλια

Μη κρύψεις το παιδί σε κόρφους τρομαγμένους

Μη χαμηλώσεις το βλέμμα

Μη στιβάξεις  τα όνειρα σε καταυλισμούς

Μη λουφάξεις στο σπίτι

Μη! Μη γελάσεις με τα δόντια σφιγμένα

Μη κατεβάσεις τη γροθιά

Μη φιλήσεις με το στόμα κλειστό

Μην ουρλιάξεις σιωπηλά

Μην αγκαλιάσεις με μονό το χέρι

Μη σκύψεις το κεφάλι

Μη γυρίσεις τη πλάτη

Κάπως θα πρέπει να τραντάξει τα σωθικά μας ετούτη εδώ η ολόλαμπρη φρίκη.

 

– Φοβάσαι;

 

– Όχι …. Πάνε πια μήνες που έχω τρομοκρατηθεί….

Κυρ-Χρόνη εμείς δε θα κερδίζαμε ποτέ…

FB_IMG_1461145075856-1-1

 

Μωρέ κάθε που μπαίνει για τα καλά η άνοιξη, με πιάνει ένα περίεργο πράγμα και χωρίς να ξέρω το γιατί , έρχεται στο μυαλό μου ο Λόρκα.  Έτσι χωρίς λόγο.  Μάλλον θα φταίει που γεμίζει η φύση χρώματα κι αρώματα και ξαφνικά θυμάμαι εκείνο τον στίχο του Καββαδία που λέει πως «Κάτω άπ’τον ήλιο αναγαλλιάζαν οι ελιές και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια».  Πάντα αυτός ο στίχος με κάνει να τον φαντάζομαι κάπου στην Ισπανική ύπαιθρο να αγωνιά ανάμεσα σε στάχια και πολιτικές προκηρύξεις.

Μη προσπαθήσεις να εξηγήσεις τις περίεργες στροφές που παίρνει το κεφάλι μου.  Συνήθως τέτοια εποχή πάντα μας βρίσκει να ταξιδεύουμε στα Βαλκάνια με την μάνα μου οδικώς κι έτσι το μάτι μου έχει άφθονο υλικό για να χαθεί και να οδηγήσει με τη σειρά του το ταλαίπωρο μυαλό μου σε ένα σωρό μυστήριους συνειρμούς.   Τον τελευταίο καιρό κιόλας έχω ήδη διάφορα να με τρώνε κι έτσι οι παράξενες συνδέσεις που γεννιούνται στην γκλάβα μου είναι σχεδόν βέβαιες.

Χαμένη λοιπόν μέσα στην Βαλκανική εξοχή, φορτωμένη και με τα δικά μου, εσωτερικά και μη, κατέληξα στο εξής συμπέρασμα.  Η Αριστερά είναι σαν τον Έρωτα και με ελάχιστες εξαιρέσεις και την Αγάπη.  Μη Εφαρμόσιμη! Κι όσοι πραγματικά πιστεύουμε σε αυτά, δε θα κερδίζαμε ποτέ.  Μη γελάς μωρέ!  Μη πας αμέσως να με νουθετήσεις.  Ξέρω τι θα μου πεις.  Σ’έχω διαβάσει βλέπεις.  Δως μου όμως λίγο τράτο και θα καταλάβεις τι εννοώ.

Κοίτα να δεις λοιπόν πως έχει το πράγμα και γιατί κατέληξα σε αυτό το συμπέρασμα και για τον  Έρωτα, την Αγάπη και την Αριστερά.

Εγώ που λες Κατοχή και Μακρόνησο δε γνώρισα, μιας και γεννήθηκα πολύ αργότερα, μα μεγάλωσα με έναν πρώτης τάξεως φασίστα που δεν έχανε ευκαιρία να ασκεί σωματική και ψυχική βία πάνω μου.  «Μεροκαματιάρης» του κώλου και οπαδός της λαϊκής δεξιάς με πρώιμα δείγματα ακροδεξιάς προδιάθεσης που εκδηλώθηκαν χρόνια αργότερα ανοιχτά και χωρίς ντροπή αφού πλέον δηλώνει καθαρός Χρυσαυγίτης χωρίς να ντρέπεται, είχε τον τρόπο του να τρομοκρατεί και να μειώνει σε κάθε ευκαιρία όσους μπορούσε μα κυρίως όσους δεν  «έφτανε».  Από το ίδιο του το παιδί έως τους συναδέλφους με τους οποίους δεν συμφωνούσε πολιτικά.  Μη φανταστείς όμως πως έκανε τον νταή γενικώς.  Χέστης ως το μεδούλι τα έβαζε μόνο με όσους δεν μπορούσαν να αντιδράσουν ή να τον χτυπήσουν κι έτσι τόνωνε τις όποιες ψευδαισθήσεις μεγαλείου έκρυβε η βαθιά συμπλεγματική περσόνα του.   Μέχρι να βρει το κουράγιο και το πάτημα λοιπόν η δόλια η μάνα μου να με πάρει να φύγουμε από εκεί μέσα, ιδιαίτερες πολιτικές συζητήσεις δε κάναμε στο σπίτι.   Ήξερα τα βασικά μα από κει και πέρα κουβέντα καμιά.  Τουμπεκί που λένε.  Το ένστικτό μου όμως φώναζε πως κάτι δε πάει καλά σε όλα αυτά που άκουγα στο σπίτι.  Κάτι μου ακουγόταν βαθιά υποκριτικό.  Βλέπεις το ετούτο το ανδρείκελο δήλωνε βαθιά πατριώτης και λάτρης της σημαίας κι αυτό ως ένα βαθμό μου το χε περάσει κι εμένα.  Στο ποσοστό του να αγαπάω το χωραφάκι που μου έλαχε για πατρίδα χωρίς όμως να το βάζω πάνω από τα γύρω χωράφια.  ‘Ελεγα που λες όταν τα σκεφτόμουν μόνο μου, κυρίως μετά από κανα γερό ξύλο, πως δεν είναι δυνατόν να λες πως αγαπάς τη πατρίδα σου και  υστέρα να φέρεσαι έτσι στο παιδί σου.  Γιατί αν φέρεσαι έτσι στο παιδί σου, δε το αγαπάς.  Κι αν δεν αγαπάς το παιδί σου, δεν είσαι ικανός να αγαπήσεις κανέναν και τίποτα.  Ούτε άνθρωπο, ούτε ζώο, ούτε ιδανικό, ούτε πατρίδα.   Η συνειδητοποίηση και η αποδοχή του ποιος πραγματικά ήταν δε με σόκαρε καν.  Ήρθε απλά και λογικά σαν απόδειξη κάποιου γεωμετρικού θεωρήματος.  ‘Αλλωστε στη ζωή μου έτυχε δυστυχώς να γνωρίσω αρκετούς ανθρώπους ανίκανους να αγαπήσουν και ανάξιους να αγαπηθούν.

Τελοσπάντων για να μη στα πολυλογώ, με τα πολλά η μάνα μου που λες, με πήρε και φύγαμε όταν ήμουν 16.  Εφηβεία κι ανάσα κι αναζήτηση κι εδραίωση σιγά σιγά όλων αυτών που μέσα μου ένιωθα σωστά από παιδάκι χωρίς όμως να τους βάζω όνομα.   Κι όσο μεγάλωνα, τόσο ρίζωναν μέσα μου κι αναρωτιόμουν πως είναι δυνατόν να μην είναι όλοι οι άνθρωποι αριστεροί ρε γαμώτο;  Αφού κι η καρδιά από τα αριστερά είναι!  Κι εκεί ακριβώς ήταν κι η απάντηση!  Γιατί η καρδιά ναι μεν είναι απ’τα αριστερά, μα οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει ν’αγαπάνε.   Οι περισσότεροι περιφέρονται άσκοπα.  Ζουν, αναπνέουν, μιλάνε, τρώνε, πηδιούνται, χέζουν και κοιμούνται.   Κι  έτσι μηχανικά κυλάει η ζωή μας.  Και πες πάει στο διάολο, δεν μπορεί να είναι όλοι έτσι;!  Κάποιοι από εμάς  σκέφτονται, νιώθουν, ζητάνε κάτι παραπάνω, δε μπορεί;!  Κι εκεί είναι η δεύτερη νάρκη.  Γιατί αυτοί που σκέφτονται, νιώθουν και ζητάνε κάτι παραπάνω, φοβούνται!  Ναι, ναι φοβούνται και τρέμουν στην ιδέα του να διαχειριστούν αυτό που ψάχνουν άμα το βρουν.  Κι αυτοί είναι κι οι πιο επικίνδυνοι γιατί στη βάση τους είναι συναισθηματικά ευνουχισμένοι.

Κάπου σ’αυτό το δαίμονα, το διαδίκτυο έπεσε το μάτι μου σε μια πολύ σοφή απορία.  Κάποιος είχε γράψει που λες σε ένα τοίχο το εξής:

«Αφού υπάρχουν τόσοι μόνοι, γιατί υπάρχουν τόσοι μόνοι;»

Άμα τον ήξερα, θα του έλεγα.  Υπάρχουν τόσοι μόνοι που λες, για τον ίδιο λόγο που και το Κόμμα έχει τα ίδια ποσοστά στις εκλογές από το 1935 (κι έχουμε 2016!!! – κι εδώ θα καταλάβεις γιατί η Αριστερά είναι σα τον Ερωτα και την Αγάπη).  Γιατί κανένας τους δε θέλει να αναλάβει την ευθύνη όσων διατυμπανίζει πως θέλει και πρεσβεύει.  Οι άνθρωποι φοβούνται να αγαπήσουν, να αφεθούν, να νιώσουν και το Κόμμα φοβάται να αναλάβει την εξουσία (όνειρο θερινής νυκτός) ή έστω μια σοβαρή και πραγματική αντιπολιτευτική  δράση.  Είναι εύκολο έξω από το χορό να λες τραγούδια βλέπεις.  Για να σε δω να προσπαθείς να πας τα βήματα αδερφάκι μου!!  Αμ πως θα γίνει αλλιώς;  Πως θα γίνει όταν όλοι θέλουν την αλλαγή, αλλά κανένας δεν θέλει να αλλάξει;;

Κι ύστερα είναι και το τερατώδες ερώτημα του τι θα γίνει έτσι και πετύχει τ’όραμα.   Που σκατά στα μούτρα μας δηλαδή και να με συμπαθάς για τη γλώσσα μου, μα η ιστορία μας έχει δείξει πως «Η επανάσταση μονάχα έχει ουσία όσο κράτα μέχρι να γίνει εξουσία».  Το ίδιο κι οι ανθρώπινες σχέσεις.  Γιατί κανένας δε μας είπε πως το παιχνίδι πραγματικά ξεκινάει να παίζεται μετά την πρώτη νίκη.  Κι εκεί είναι που πρέπει να ιδρώσεις τη φανέλα!  Ως εκεί είναι εύκολα.  Μετά πως κάνεις πράξη όσα έλεγες;  Πως στηρίζεις όσα έταξες;  Πως δε τα παρατάς στη πρώτη δυσκολία, στη πρώτη ξενέρα, στη πρώτη αναποδιά;  Η απάντηση κι εδώ είναι απλή μιας που είναι μία.  Στα μεταξύ μας, τα παρατάς με πολύ μεγάλη ευκολία γιατί δεν αντέχεις.  Δε μπορείς να διαχειριστείς το να έχεις δίπλα σου κάποιον να σε νοιάζεται και να προσπαθεί για σένα.  Στην πολιτική γίνεσαι χειρότερος από αυτόν που ήρθες να γκρεμίσεις.  Κι έτσι πάει το πράγμα.  Κι ο χρόνος κυλάει  και δεν επιστρέφεται.  Και μηχανικά συνεχίζεται το ίδιο τροπάριο που ανέφερα πιο πάνω. Οι άνθρωποι  ζουν, αναπνέουν, μιλάνε, τρώνε, πηδιούνται, χέζουν και κοιμούνται γιατί μόνο αυτό μπορούν να σηκώσουν τελικά.  Κι αποδέχονται το συναισθηματικό τέλμα στο οποίο μόνοι τους έχουν βάλει τους εαυτούς τους .  Και συνεχίζουν να ψηφίζουν τους  ίδιους και τους ίδιους γιατί στην πραγματικότητα όλοι ίδιοι είναι.  Και κανείς δεν μπορεί να καταλάβει όσο είναι ακόμα καιρός πως από ένα σημείο κι έπειτα δεν είναι άλλος ένας χωρισμός! Δεν είναι μια προδομένη πολιτική ιδεολογία! Είναι ένα κομμάτι πίστης στο ανθρώπινο είδος, χαμένο!   Είναι ένα ακόμα βαθύτερο πλήγμα στη όποια ελπίδα για κοινωνική αναδιάρθρωση!

Για να στεριώσει η Αριστερά κυρ Σαλονικιέ μου, θα ‘πρεπε τούτος ο κόσμος να ήταν μαθημένος στο να κάνει το καλό κι αυτό δεν ισχύει.  Να αγαπάει ρε με την καρδιά!  Εκείνη που λέγαμε πριν πως είναι σ’όλους μας από τα αριστερά;  Γιατί όταν αγαπάει με τη καρδιά, γράφει στ’αχαμνά του και φόβους και πληγές κι ορμάει μπροστά χωρίς να υπολογίζει τίποτα!  Σταματάει να είναι ο χέστης που κρύβεται στο διαμερισματάκι του μετά το γραφείο και ζει.  Δεν είναι λίγος πια!  Ούτε για τον εαυτό του, ούτε για τους γύρω του.  Και ρισκάρει.  Και ζει.  Κι ορθώνει ανάστημα.  Κι ελπίζει. Κι εκτιμάει. Και σέβεται.  Κι ονειρεύεται. Και πολεμάει. Και κάνει το καλό.  Κι αφήνεται και να αγαπήσει και να αγαπηθεί.  Αφήνεται σ’αυτόν τον υπέροχο τρόμο της Αγάπης.

Μα τι θέλω και τα λέω;  Εσύ καταλαβαίνεις τι σου λέω μα όλοι οι υπόλοιποι δε πιάνουν λέξη.  Βλέπεις υπάρχουμε και μερικοί που αφήνουμε ακόμα το κλειδί κάτω από το γεράνι μα ετούτη εδώ η εποχή δεν νομίζω πως είναι για γλάστρες στα μπαλκόνια μας πια.

Και κάπως έτσι νεκρώνουμε κι οι υπόλοιποι που το χουμε στο αίμα μας το να ρισκάρουμε, να τρώμε τα μούτρα μας και να δινόμαστε σε σχέσεις, σε ανθρώπους, σε φιλίες, σε ιδεολογίες.  Και μη φωνάξεις πως έτσι γινόμαστε ένα με το «Τέρας»!  Οι αντοχές δεν είναι ανεξάντλητες  κυρ-Σαλονικιέ!  Κι εμένα οι συμπεριφορές με έχουν κάνει να απορώ πια.  Δε χρωστάει καλό κανείς σε κανένα σου λέω!  Κι αυτό το κατάλαβα πριν από λίγο καιρό.   Σ’ότι πίστεψα πολιτικά και κατέρρευσε μόλις του έδωσα βοήθεια για να εδραιωθεί.  Στα «είπα – ξείπα» της πρώτης «κοκκινίζουσας», κυβερνιτικής προσπάθειας που με το που ανέλαβε την εξουσία, απεδείχθη τρισχειρότερη από όλους όσους πάλευε να ρίξει τόσα χρόνια.   Στον τελευταίο άνθρωπο που ένιωσα και νοιάστηκα και φέρθηκα σωστά ο οποίος έφυγε όπως ήρθε κι όπως ήθελε.  Απότομα.  Και δε με σόκαρε το φευγιό κι ούτε κράτησα κακία ή έβγαλα οργή και θυμό.  Αυτό που με πίκρανε είναι το ότι είχε την ευκαιρία να με βοηθήσει σε κάτι που σήμαινε πολλά για μενα και δε το έκανε ενώ του είχα φερθεί με τον καλύτερο τρόπο.  Λες και θα στοίχιζε ένα «Στελλιώ έγινε ότι έγινε.  Δε σου στέλνω για μας, μα να ξέρεις πως αν ακόμα το θες, η δουλειά στο μαγαζί είναι μιλημένη»

Γι’αυτό σου λέω, τίποτα δε μένει το ίδιο εκτός από την ασχήμια και τη δειλία μας.   Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που φωτογραφίζω.  Α ναι, δε στο πα αυτό.   Φωτογραφίζω που και που.  Κυρίως εκείνους που αγαπάω.  Πρόσεξε!  Εκείνους που αγαπάω εγώ!    Θέλω βλέπεις να τους κρατήσω «αιώνια» όπως τους βλέπω.  Όμορφους!  Θεριά ανήμερα!  Ο καθένας τους με δυο μέτρα μπόι ψυχής βαθιάς!  Έτσι ώστε όταν λιγοψυχάνε,  όταν ασχημαίνουν, ακόμα κι αν έχουν χαθεί απ’τη ζωή μου, να κοιτάνε τη φωτογραφία που τους τράβηξα και προσπαθούν να ξαναγίνουν εκείνα τα Θεριά!  Τα Θεριά τα δικά μου!  Κι εκείνον τον τράβηξα.  Τον «πάγωσα» στον χρόνο, όμορφο, ειλικρινή κι αγέρωχο!  Όπως τον έχω μέσα μου κι όπως θα τον κρατήσω.  Κι ας μ’άδειασε σαν άνθρωπο.  Δε το πε κι ο Λουντέμης μωρέ;  «Αγαπάω σημαίνει εγώ αγαπάω… το τι κάνει ο άλλος είναι δική του δουλειά» κι εγώ δεν έχω μάθει να αγαπάω ούτε στα λόγια, ούτε για ένα μήνα.

Όμως αλλού το πήγα και σε κούρασα.  Σημασία έχει πως άκρη δε βρίσκεται.  Για να βγει τ’όνειρο αληθινό, θέλει κότσια, κι όρεξη, και θάρρος, και καρδιά ανοιχτή.  Κι αυτά είναι είδη ουσιώδη εν ανεπαρκεία.   Ο Έρωτας κι η Αγάπη είναι σαν την Αριστερά.  Όσοι πραγματικά πιστεύαμε πως υπάρχει και πως μπορεί να εφαρμοστεί θα καταλήγαμε με το κεφάλι μας κρεμασμένο από κάποιο φανοστάτη ή μισότρελοι ή αυτοεξόριστοι και ερημίτες μακρυά από δεικτικούς κι επικριτικούς φίλους σα τον Μπουνιουέλ και τον Νταλί.

Γι’αυτό σου λέω κυρ-Χρόνη, εμείς δε θα κερδίζαμε πότε……

 

Του Γ

FB_IMG_1445076031432-1

Είναι κάτι βράδια ήρεμα, νωχελικά, σχεδόν χαμογελαστά. Βράδια που όλο και κάτι καταφέρνω να τσιμπήσω. Μετά θα πλύνω τα πιάτα και θα ταϊσω και τον Γκάβακα κι ύστερα θα ξαπλώσω και θα χαζέψω ή θα διαβάσω.
Ψέματα! Δε μπορώ να διαβάσω. Δε μπορώ να συγκεντρωθώ ακόμη κι έτσι απλά τελειώνω τη μια σειρά μετά την άλλη και κανονίζω τις δουλειές της επόμενης μέρας ανάμεσα στις πολιορκητικές φιλοδοξίες του Ragnar Lothbrooke και στον τελευταίο βασιλιά της Αγγλίας από τον οίκο των York.

Κάτι τέτοια βράδια τα φοβάμαι πιο πολύ από όλα. Μου δημιουργούν στιγμιαία την ψευδαίσθηση πως το χειρότερο έχει περάσει. Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο ψέμα. Γιατί η θλίψη είναι ο μεγαλύτερος φασίστας! Ανασυγκροτείται, επιστρέφει κι επιβάλλεται με φόρα σα κύμα ορμητικό εκεί που δε το περιμένεις και με κάνει να αναρωτιέμαι πόσο συναισθηματικό φασισμό μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος που νιώθει τα πάντα με την ορμή ενός εφήβου, κουβαλώντας τις φθορές ενός ηλικιωμένου.
Δεν έχω βρει την απάντηση ακόμα. Γενικώς δεν έχω απαντήσεις τον τελευταίο καιρό. Αναρωτιέμαι και αμφισβητώ τα πάντα. Ακόμα και τον κοινό μας χρόνο. Ξέρεις, εκείνον που περάσαμε μαζί. Θυμάσαι; Ε ακόμα κι αυτός δεν ξέρω αν τελικά υπήρξε ποτέ. Δε ξέρω αν συμβαδίσαμε, αν συμπορευτήκαμε ποτέ.

Ο χρόνος και το συναίσθημα βλέπεις είναι προσωπικό ταμείο του καθενός κι έτσι ένα μήνα μετά δεν έχω ιδέα τι ένιωσες εσύ και δε θα μάθω και ποτέ. Ή μάλλον ξέρω, γιατί αν είχες νιώσει έστω και κάτι από όλα όσα είπες, θα ήσουν εδώ. Κι ακόμα κι αν έφευγες στην αρχή από φόβο, θα έβρισκες το θάρρος να γυρίσεις πίσω. Κι έτσι κι εγώ δε θα έγραφα ετούτες εδώ τις γραμμές κι ούτε θα σκαρίφιζα ιστορίες. Θα τις ζούσα δίπλα σου. Κι ο χρόνος μου θα κύλαγε ίσως παράλληλα με τον δικό σου. Όπως είχαν κυλήσει κι οι ζωές μας μέχρι να συναντηθούμε. Με παράλληλες πληγές, με παρόμοιες απώλειες, με κοινά σημεία αναφοράς. Και δε θα χρειαζόταν τώρα να φωνάζω στο κενό που μου άφησες, ούτε θα το χάιδευα για να ξεγελάσω μέσα μου το μέγεθός του. Μα κυρίως δε θα αναρωτιόμουν αν το κομμάτι του δικού μου χρόνου που αποφάσισα να σου χαρίσω, ήταν καλοξοδεμένο ή πεταμένο στα σκουπίδια. Δυσκολεύομαι να καταλήξω κι ίσως να μη καταλήξω και ποτέ.

Συνεχίζω να μη μιλάω σε κανένα για σενα και για μας. Στην αρχή οι περισσότεροι ρωτάγανε. Πρώτα εμένα και μετά τον Ψηλό. Ούτε σ’αυτόν τα έχω πει όλα. Τι να πω άλλωστε; Σάμπως ξέρω; Ώρες ώρες νομίζω πως τα φαντάστηκα όλα. Πως ίσως και να μη συναντηθήκαμε ποτέ και πως όλο αυτό το «κινηματογραφικό» που έζησα ένα μήνα, ήταν απλά δημιούργημα της μοναχικής , ερασιτεχνικής, συγγραφικής μου παράνοιας. Κι ύστερα με θυμάμαι να κρύβω τη ζακέτα σου, ξέρεις εκείνη τη γκρι ζακέτα που μου άφησες και λέω «Οκ! Δε θα μου φορέσουν το άσπρο πουκαμισάκι που δένει πίσω ακόμα».

Όπως και να χει, τώρα έγινες κι εσύ φάντασμα. Ήρθες, είδες κι έφυγες χωρίς δεύτερη σκέψη κι εγώ έμεινα με το κενό που λέγαμε πριν κι ένα σωρό ερωτηματικά μαζεμένα. Το αστείο είναι πως πιο πολύ αναρωτιέμαι για το αν είσαι καλά κι αν τώρα πια χαμογελάς περισσότερο. Είναι κάπως παρήγορο μετά από τόση θλίψη, τουλάχιστον ο ένας από τους δυο μας να είναι καλά. Όλες τις υπόλοιπες ερωτήσεις στο κεφάλι μου κοιτάω να τις αποφεύγω. Ειδικά εκείνη που με τρομάζει πιο πολύ. Εκείνη που ρωτάει με ηρεμία ψυχρού εκτελεστή «Φαντάζεσαι να ήταν αυτός ο άνθρωπος σου;» Τι να απαντήσω εδώ μου λες; Δε πρόλαβα να καταλάβω. Κι αυτό που με φοβίζει περισσότερο είναι το ενδεχόμενο του να ήσουν γιατί δε μου έδωσες χρόνο για να το μάθω. Το διαφημιστικό δείγμα δωρεάν που μου πρόσφερες, αυτό έδειχνε πάντως. Τι να πω λοιπόν και τι να συζητήσω; Με ποιόν; Ποιος θα καταλάβει; Όλοι θα με πουν υπερβολική. Μπορεί κι εσύ ο ίδιος τώρα πια. Κι εγώ θα πρέπει πάλι να ξανασυστηθώ στους γύρω μου λέγοντας πως τους ανθρώπους που αφήνω πλέον να με πλησιάσουν, δε τους παίρνω στην πλάκα, τους τιμάω και τους έχω ψηλά, αλλιώς δεν έχει αξία να τους αφήσω να έρθουν κοντά. Όμως το να πρέπει να επαναλαμβάνω το ποια είμαι, με κουράζει αφόρητα σαν ιδέα κι έτσι δεν λέω κουβέντα. Τους αφήνω όλους να λένε με ύφος επίκουρου πως πρέπει να συνέλθω κι από μέσα μου λέω ήρεμα «ρε δε με παρατάς κι εσύ;».

Πριν από μια βδομάδα σε έσβησα από παντού. Θυμάμαι που μου είπες πως ήθελες να μιλάμε. Να λέμε τι ακριβώς; Εσύ έκρινες πως θα είσαι καλύτερα μακριά μου κι εγώ ξέρω πως δε θα είμαι καλά χωρίς εσένα. Άρα; Τι διαφορετικό λοιπόν θα σου απαντούσα κάθε φορά που θα με ρώταγες τι κάνω; Τι θα μπορούσαν να πουν δυο άνθρωποι που ένιωσαν ή έστω ξεκίνησαν τόσο έντονα μετά το «χαμό»; Πώς θα ήταν δυνατόν μετά από αυτό, να γίνεις για μένα απλώς ένας αριθμός σε μια ηλεκτρονική λίστα; Όχι! Αν ήταν να ξαναμιλήσουμε, θα ήταν επειδή θα είχες κάτι να μου πεις. Κι εσύ ότι είχες να πεις, από ότι φάνηκε, το είπες.

Τώρα που τα ξαναδιαβάζω ρωτάω τον εαυτό μου τι σημασία έχει τελικά. Ότι έγινε, έγινε. Ο Βάζελος συνεχίζει να πηγαίνει μέτρια, τούτος ο κόσμος συνεχίζει να πηγαίνει κατά διαόλου κι η γη γυρίζει, κι η γη γυρίζει. Χέστηκε το σύμπαν για τα δικά μου χαμένα κομμάτια κι ας ήταν για μένα πλέον συλλεκτικά μιας που στα 30φεύγα τα συγκεκριμένα τα είχα μετρημένα στα δάχτυλα ενός χεριού. Το μόνο που δεν υπολόγισα ήταν το πόσο μπορεί να σκοτώσει η καλοσύνη των ξένων κάτι τέτοιες ώρες. Θα αναρωτιέσαι τι εννοώ. Προχθές, 7 του μήνα και δυο μήνες μετά, πήγα από το βιβλιοπωλείο στη Ζωοδόχο Πηγή. Ήθελα τα βιβλία του Χρόνη για μένα αυτή τη φορά. Ο κυρ Αχιλλέας με αναγνώρισε με το που μπήκα. Θυμόταν που τα έψαχνα εναγωνίως εκείνο το απόγευμα του Γενάρη και με ρώτησε τι κάνεις. Του είπα πως χαθήκαμε… «Λυπάμαι πολύ παιδί μου» μου είπε με μια στοργή σχεδόν πατρική…

Ό,τι ένιωσες, το πληρώνεις ή το πληρώνεσαι με το χρόνο που ξόδεψες για να το νιώσεις….

Και σένα, αν με τα τόσα που περάσαμε
τίποτα μέσα σου δε σακατεύτηκε, μην πολυκαμαρώνεις.
Ίσως δεν είχες τίποτα να διακινδυνεύσεις.

Το Δέσιμο – Τίτος Πατρίκιος

Ημερομηνία Λήξης…

misios

 

«Θέλω να μιλήσουμε»

Σου λέει με εκείνο το σοβαρό ύφος.

«Οκ»

Απαντάς μηχανικά και σχεδόν αδιάφορα.  Δεν είναι πως δε σε νοιάζει ξαφνικά.  Δεν είσαι στην «ευχάριστη θέση»  να μη σε νοιάζει.  Αν ήσουν, τότε η μόνη σου απάντηση θα ήταν  «Δε νομίζω πως έχουμε να πούμε κάτι».  Απαντάς με ένα ξερό «οκ» μηχανικά και σχεδόν αδιάφορα γιατί μέσα η καρδιά πάει να σπάσει.  Γιατί τα αυτιά σου ψιλοβουίζουν.  Μα κυρίως γιατί ξέρεις πια πως τίποτα καλό δε βγήκε από φάσεις που ξεκίνησαν με τη φράση «Θέλω να μιλήσουμε».

Παραδέξου το!  Όποτε δυο άνθρωποι χρειάστηκε να πουν ο ένας στον άλλο πως πρέπει να μιλήσουν , 11 στις 10 αυτό σήμαινε πως τα θέματα που είχαν να συζητήσουν , είχαν λιγοστέψει επικίνδυνα ή πως μετά από αυτή τη περιβόητη κουβέντα δε θα ξαναμίλαγαν ποτέ.

Κι έρχεται.  Και κάθεται απέναντι σου.  Και κοιτάει νευρικά τα παπούτσια του.  Κι όταν αρχίζει να μιλάει, είναι κάθετος κι απόλυτος κι επιθετικός.  Κι εσύ χαμογελάς γιατί ξέρεις πως η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση.

«Ωπα!  Γιατί υψώνει τον τόνο της φωνής του;  Να μιλήσουμε δεν είπε;»

Αναρωτιέσαι καθώς συνεχίζεις να ακούς το «διάγγελμα».

Κι αυτός συνεχίζει με ένα λαθραίο «Αποφασίζουμε και διατάζουμε»  ύφος να σου εξηγεί τα ανεξήγητα.  Και μπαίνεις κι εσύ στη παγίδα για λίγο.  Κι αρχίζεις να φωνάζεις και προσπαθείς να τον πονέσεις όπως σε πονάει αυτός.  Όχι από θυμό, ούτε από αντίδραση.  Το κάνεις γιατί υποσυνείδητα ακολουθείς το ρυθμό του.

Και ξαφνικά σταματάς.  Τον κοιτάζεις καθώς συνεχίζει να απαγγέλει νευρικά και έντονα.  Σταματάς!  Απλά σταματάς γιατί όσο αυτός φωνάζει και βγάζει θυμό, εσύ θυμάσαι.

Θυμάσαι τις πρώτες κουβέντες.  Τα πρώτα γέλια.  Τις πρώτες «χορδές» που χτύπησε χωρίς να το καταλάβεις.  Τους πρώτους φόβους σου καθώς μιλάγατε ως τα ξημερώματα, πως «ίσως κι αυτός να μην είναι ότι δείχνει».  Κι ύστερα έρχονται κι άλλα. Άλλα όπως εκείνο το «Δώσε μια ευκαιρία!  Τόσο καιρό είσαι μόνη σου»  που έλεγες στον εαυτό σου.  Και μετά τον κόμπο στο στομάχι μέχρι να τον ξαναδείς.  Την πρώτη φορά που ξαπλώσατε μαζί και την ανάσα σου που προσπαθούσες να πιάσεις για ώρα μετά.

Εκείνος συνεχίζει να μιλάει μα εσύ δεν ακούς πια.  Τον κοιτάς και θυμάσαι τον άλλον.  Εκείνον που του έμοιαζε τόσο πολύ.  Εκείνον που όταν σας έπιανε φανάρι, γύρναγε και σε κοίταγε σα να ήσουν κάτι πολύτιμο.  Εκείνον που μετά τη πρώτη φορά που έκανε μπάνιο σπίτι σου, ήρθε κι έκατσε σα το μωρό να του κόψεις τα νύχια γιατί  δεν είχες νυχοκόπτη.  Εκείνον που για χατήρι του έφαγες ξανά φακές και που έτρεχες σα τη παλαβή για να του φτιάξεις το δώρο για τη γιορτή του.  Κι ας είχε μαντέψει τι θα του έπαιρνες.  Η φάτσα του όταν θα το έβλεπε, άξιζε όλη τη τρεχάλα.  Εκείνον που κάθε φορά που έλεγες πως γνωρίζεστε ούτε ένα μήνα, σε διόρθωνε μπροστά σε φίλους κι έλεγε πως γνωριζόσασταν χρόνια, απλά τώρα έτυχε να συναντηθείτε.   Κι όταν παραπονιόσουν για τις όποιες εκκρεμότητές του, εκείνος σου έλεγε πως σε περίμενε 34 χρόνια, ας του έδινες κι εσύ μια μέρα.

Και του έδωσες.  Και μια μέρα.  Κι ένα μήνα.  Κι ένα συρτάρι.  Και την πλευρά σου στο κρεββάτι.  Και του χάιδευες το λαιμό όταν οδηγούσε μέχρι που δεν ένιωθες το χέρι σου.  Μα δε σε ένοιαζε γιατί τελειώνατε ο ένας τις κουβέντες του άλλου.  Γιατί μιλάγατε με τα αγαπημένα σας τραγούδια.  Γιατί φόραγες το hoodie του και του έλεγες να ετοιμάζεται για την επόμενη πίστα στο Assassin’s  Creed .  Κι εκείνος γέλαγε.  Κι εσύ γέλαγες που γέλαγε.  Γιατί ήθελες να τον βλέπεις να γελάει.

Κι ας μη τρελαινόταν με τη μαγειρική σου.  Κι ας μη του άρεσε το πρώτο κειμενάκι που έγραψες γι’αυτόν.  Δε σε πείραζε γιατί δεν ήθελες να γράφεις ιστορίες γι’αυτόν.  Αυτός έμοιαζε διαφορετικός από όλους τους άλλους κι έτσι τις ιστορίες που είχες φανταστεί γι’αυτόν, ήθελες να τις ζήσεις μαζί του, όχι να τις γράψεις.

Και τώρα;  Τώρα είναι μπροστά σου και κλαίει και βγάζει θυμό γιατί «δε βάζει κανέναν πάνω από τον εαυτό του».  Και δε μπορείς να καταλάβεις γιατί.

«Γιατί κλαις;  Παίρνεις μια απόφαση για να είσαι καλύτερα.  Ε θα είσαι καλύτερα κι όλο αυτό δε θα το θυμάσαι σε λίγο καιρό»  Του λες κι εκείνος συνεχίζει να μιλάει προσπαθώντας να σου λειάνει τις γωνίες.

Γνέφεις συγκαταβατικά.  Ακούς τα μισά γιατί μέσα σου ξέρεις.  Είναι ανώφελο να συνεχίσεις να μιλάς σ’έναν άνθρωπο που δεν θέλει πια να είναι μαζί σου.  Όπως δε θα πολυμιλήσεις  και σε κανέναν άλλο.  Θα πέσουν να σε «φανέ»  πως «δεν άξιζε», «να μη στεναχωριέσαι, πάμε για άλλα», πως «σίγουρα υπάρχει άλλη και θα το δεις» και διάφορες άλλες  σίγουρες ετυμηγορίες για τους  λόγους που φαντάζεται ο καθένας πως οδήγησαν στο «κακό».  Άρα τι να συζητήσεις και τι να εξηγήσεις;  Και γιατί να το κάνεις;  Μέσα σου ξέρεις.  Εσύ μόνο ξέρεις το πώς ένιωσες!  Εσύ!  Ούτε αυτός μα ούτε και κανένας άλλος!  Ξέρεις πως ένιωσες εσύ και το τι σήμαινε όλο αυτό για σένα!  Το τι πιστεύει ο καθένας είναι δικό του θέμα.  Όπως το τι έκανε ή ένιωσε κι αυτός που είναι ακόμα μπροστά σου κουρέλι χωρίς να καταλαβαίνεις το γιατί, είναι και εκείνου δικό του θέμα!  Οπότε και άλλη να υπάρχει, τι σημασία έχει;  Σημασία έχει πως αυτό που είχες μέχρι χθες, δε θα το έχεις πια.  Χωρίς να φταις ή να έχεις κάνει κάπου λάθος.  Απλά δε θα το έχεις κι αυτό πονάει.  Γιατί μέσα σου ξέρεις πως αυτό για ‘σενα δεν ήταν σα τα άλλα… Κι άσε τους άλλους μαζί μ’αυτόν να λένε.

Αργά ή γρήγορα ίσως να είσαι σχετικά καλά.  Κι εσύ κι αυτός.  Ο ένας σίγουρα πολύ πιο γρήγορα από τον άλλο.  Η πίκρα όμως είναι πως μαζί θα ήσασταν καλύτερα……..

Δε πα να λες εσύ…

 

 

12417924_10153813489648374_2991315049920373460_n

 

 

Η ζωή κυλάει και ξοδεύεται σε πόλεις βροχερές, σε διαδρομές μέσα σε τραίνα και λεωφορεία που μυρίζουν σκόρδο και παλιά μοκέτα.

Χάνεται στις κουβέντες των φίλων που ταξιδεύουν μέσα από σύρματα τις μικρές ώρες που κανείς δε κοιτάει.

Την παίρνει ο ύπνος ήσυχη μέσα στις αγκαλιές των εκείνων που ερωτεύονται κι έτσι νικούν κομμάτι κομμάτι τη φθορά.

Χαϊδεύεται στους οικογενειακούς καυγάδες που πάντα καταλήγουν στο «Να με πάρεις τηλέφωνο, ακούς;»

Ανασαίνει στις βαθιές βουτιές στο κενό  και στις επαναστάσεις.

Κυνηγάει με πείσμα ανεμόμυλους.

Ελπίζει στα καινούργια ξεκινήματα.

Προσμένει στις συναντήσεις μετά από καιρό και γελάει δυνατά στις αγκαλιές.

Θρέφεται από τις δημιουργικές διαφωνίες.

Ζεσταίνεται στις επανασυνδέσεις και διαγράφει με κόκκινο τις ανούσιες φαγωμάρες.

Μοιράζεται στο χρόνο που ξοδεύεις για κείνους που έγιναν πετσί σου.

Κρύβεται στα χαμόγελα που προκαλείς και σ’ότι  χαρίζεις χωρίς να σκεφτείς.

Κι όταν νομίζεις πως λιγοψυχάς, επιστρέφει γελώντας σ’αυτά που  σου προσφέρονται εκεί που δε το περιμένεις.

Λούζεται στα δάκρυα των λαθών σου για να βγει τριζάτη στην επόμενη προσπάθεια.

Είναι κοκέτα η ζωή.

Εμφανίζεται στους στίχους που αγαπάς και στις μουσικές που κάνουν τη καρδιά σου να χτυπάει δυνατά.

Τι κι αν άλλοι τα έχουν πει καλύτερα πριν από σενα;

Σου βαράει την πλάτη και σου θυμίζει πως υπάρχουν κι άλλοι σα κι εσένα εκεί έξω.

Κάνει εκκαθαρίσεις στις ψυχικές ντουλάπες και βγαίνει με τη ζακέτα στις πρώτες χειμωνιάτικες λιακάδες.

Φτύνει και βάζει χώμα στα γδαρμένα γόνατα της μετά από πτώσεις.

Ξανασηκώνεται και τρέχει σα τσόγλανος σε αλάνα.

Τραβιέται μπροστά και τραβάει κι εσένα μαζί της.

Εσένα που φοβάσαι  κι εμένα που φοβάμαι πιο πολύ.

Έδειχνα τόσα χρόνια το αστέρι σε ανθρώπους που κοιτάζαν  το δάχτυλο μέχρι που πιάστηκε το χέρι μου κι έτσι κι εγώ μόνο το δάχτυλο κοιτούσα μετά από λίγο.

Μα η ζωή είχε ήδη ονειρευτεί ολάκερους γαλαξίες.

Και ταξιδεύει ξανά.

Γιατί ξέρει πως μόνο τα βράχια της πτώσης έχουν όρια.

Ο ορίζοντας ποτέ…..

Merry και Pippin μη σου πω…

HMW_product_0006_grande

Αναβοσβήνουν τόσα φωτάκια γύρω μου καθημερινά που ξέχασα να ανάψω εκείνα του Δέντρου μέρες που είναι.  Φωτάκια στο κινητό από τις διάφορες ειδοποιήσεις. Το φωτάκι του Modem απέναντι από το κρεββάτι μου. Το φωτάκι του θερμοσίφωνα. Το φωτάκι του τηλεφωνητή. Κάτι άλλα ξέμπαρκα που έχω γύρω από μια μεταλλική ραφιέρα στη κρεββατοκάμαρα.

Χριστούγεννα πάλι κι αναρωτιέμαι πόσα φωτάκια έχω ανάψει για τη χρονιά που φεύγει.

Δε το χωνεύω το πολύ τεχνητό φως.  Δε ξέρω αν το ‘χω ξαναπεί αυτό, μα έχω αρχίσει να αντιπαθώ οτιδήποτε χρειάζεται να μπει στη «πρίζα» για να λάμψει.  Πιάνω τον εαυτό μου να μη δίνει ευκαιρίες πια.  Να μη «σπρώχνει» καταστάσεις, φιλίες, ανθρώπους.  Δε θέλω .

Ο χρόνος κυλάει και φεύγει και καλό είναι να κάνουμε αυτό που πραγματικά θέλουμε, δε νομίζεις;

Ξαπλώνω στα ροζ καρώ σκεπάσματά μου και γελάω που οι άντρες φίλοι μου με κοροϊδεύουν για τη μανία μου να γεμίζω τον τόπο δαντέλλες.  Ξεχνάνε ή μάλλον δε ξέρουν πως τα πιο σκοτεινά όνειρα γίνονται στα πιο λουλουδερά σεντόνια και πως τα πιο οριστικά και αμετάκλητα “Τέρμα!” έχουν ειπωθεί από στόματα που είχαν μουδιάσει να προφέρουν τη φράση «Συγνώμη.  Ας προσπαθήσουμε πάλι»

Με πιάνει μια αμηχανία τις γιορτές.  Θυμάμαι τις εποχές που ένα ροζ –φούξια κουτί με το χαρακτηριστικό, καλλιγραφικό Β ήταν αρκετό για να κάνει το κοριτσίστικο κομμάτι μου να χαίρεται για 15 μέρες συνεχόμενα.  Μα κι αυτό δε κράτησε πολύ.  Στα 10 μου ζήτησα από τον Αγιο Βασίλη να μου φέρει τη πρώτη μου γραφομηχανή και στα 12 είχα ήδη διαβάσει τα μισά βιβλία που ήταν  στα ράφια πάνω από το κρεββάτι μου.  Φάνηκε από νωρίς το κακό μα κανένας δεν έκανε κάτι.

Τώρα που το σκέφτομαι,  νομίζω πως το ½ της ζωής μου το έχω περάσει μέσα στο κάστρο του δωματίου μου, πάνω από χαρτιά με σημειώσεις κι ανοιχτά βιβλία.  Ακόμα και τώρα που εδώ και χρόνια μένω μόνη μου.

Όμως δεν είναι αυτό το θέμα.

Τις γιορτές λέει, πρέπει να τις περνάς  μ’αυτούς που αγαπάς.  Επίσης λέει, πρέπει να λες αλήθειες.  Ποιος το λέει;  Κι αυτός που το λέει, έχει σκεφτεί τις συνέπειες του να πεις αλήθειες σ’αυτούς που αγαπάς μέρες που το φαΐ κοντεύει να σου βγει από τα αυτιά;

Κι εγώ που λέω αλήθειες όλο το χρόνο και κυρίως σ’αυτούς που αγαπάω, γιατί πρέπει να ξαναλέω πάλι τα ίδια;  Γιατί ότι και να γίνει, πάντα τα ίδια λέω!  «Σ’αγαπάω», «Είμαι εδώ», «Μου λείπεις».

Ε λοιπόν το αποφάσισα!  Δε θα πω τίποτα! Και που τα λέω;  Δε ξέρω ποιοι τα λαμβάνουν υπόψη τους κι αν σημαίνει κάτι για δαύτους.  Άσε που έχω βαρεθεί να ακούω τον εαυτό μου να τα λέει!  Και δε με νοιάζει κιόλας!

Γιορτές κι όλοι αυτοί που θα θελα να δω, βρίσκονται μοιρασμένοι στα 4 σημεία του ορίζοντα.  Δε βαριέσαι.  Έτσι κι αλλιώς  τον εαυτό μου τον έχω κόψει σε τεύχη και τον έχω μοιράσει.  Οπότε κάνω Χριστούγεννα μετρημένη σε φύλλα, με την έκδοση στη κωλότσεπη του τζιν αυτών που πραγματικά νοιάζομαι. Τους τα χω πει, τα ξέρουν, τελεία.   Δεν έχει σημασία που δε θα είμαστε στο ίδιο τραπέζι.  Δεν με νοιάζει καν αν με σκέφτονται ή με νοιάζονται όσο εγώ.   Στη τελική αν το καλοσκεφτείς κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να νιώσει για σένα ότι νιώθεις εσύ γι’αυτόν  και κάπως έτσι γυρίζει ετούτη η γη και πάνε κι έρχονται  τα Χριστούγεννα χρόνια τώρα .  Άρα ως εδώ καλά.

Και παραπέρα πάλι καλά μιας και σκέφτομαι κι εκείνους που δεν κάνουν.  Με χαμηλή βαθμολογία από το Σεπτέμβρη και κόψιμο στις εξετάσεις του Δεκέμβρη, στο απουσιολόγιο για την καινούργια χρονιά καταχωρούνται σε εκείνους που απλά δε θα συνεχίσουν τη τάξη.

Κι εκεί που μετράω τους χρόνιους αριστούχους, τους τσαμπουκαλεμένους και με επικίνδυνη προοπτική νεοφερμένους, εκείνους που άξαφνα ξαναγράφτηκαν στο μάθημα  κι αρχίζω να λέω δυνατά τον κατάλογο με τα ονόματα, το μάτι κολλάει στο

«Τσουβαλίδου Αθηνά του Μάνθου»

Και δεν παίρνω απάντηση γιατί εδώ και κάποιους μήνες είναι απούσα.  Και θα είναι απούσα από εδώ και περά. Κι επειδή εκείνη είναι απούσα, κρατάω εγώ το απουσιολόγιο και φωνάζω δυνατά τον κατάλογο ενώ αυτό θα ήταν δουλειά του σπασίκλα της τάξης.  Μα ο Σπασίκλας αυτής της τάξης δε θα είναι πια εδώ.

Κι έτσι ξανάρχομαι στην αρχή όλου τούτου του γραπτού, εορταστικού παραληρήματος,

Στο ότι «Ο χρόνος κυλάει και φεύγει και καλό είναι να κάνουμε αυτό που πραγματικά θέλουμε, δε νομίζεις;»

Και να τον ξοδεύουμε εκεί που πραγματικά θέλουμε.

Και με αυτούς που θέλουμε.

Κι αν η πίστη μας έχει μείνει μισή, η όποια πίστη μας, σε ότι κι αν πιστεύαμε, ας πιστέψουμε λίγο παραπάνω ο ένας στον άλλο που διαλέξαμε γιατί μόνο αυτό έχουμε στ’αλήθεια…..

Καλή Χρονιά….