Αριστείον Προόδου

Σταματάω να μελαγχολώ τις Κυριακές αφού μπει ο Απρίλης.

Η επιχείρησις λειτουργεί υπό θερινού ωραρίου αγαπητοί.

Όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο ερωτοτροπώ με τις ηλιόλουστες ώρες.

Ερωτοτροπώ και ερωτεύομαι και κατά τη διάρκεια αυτών των ωρών επίσης.

Ο κώδικας ενδυμασίας παραμένει θρησκευτικά ο ίδιος εδώ και χρόνια. Μακρυά φορέματα, χαμηλά σανδάλια, λιτά μαλλιά.

Φέτος λίγη παραπάνω αλμύρα θα παρακαλούσα αν ευκαιρείτε.

Καλό είναι να αλλάζει μόνο ό,τι δε λειτουργεί.

Ό,τι δε λειτουργεί προς όλες τις κατευθύνσεις.

Κυρίως προς αυτή της τέρψης.

Εσείς αλήθεια πόσα χρόνια ξοδέψατε δαιμονοποιώντας ό,τι ηύφραινε την καρδίαν υμών;

Έχετε προπληρώσει άραγε τα γέλια που περιμένετε;

Το βαρύτερο πανωφόρι παραμένει αιώνες τώρα η ενοχή ξέρετε.

Εγώ δε το ήξερα μα τελευταία μελετώ ευλαβικά.

Σας παρακαλώ! Κρατήστε τους ελέγχους προόδου!

Δηλώνω άνευ κηδεμόνος εδώ και καιρό.

Το καλοκαίρι αχνοφαίνεται μέσα από τις γρύλιες μιας άνοιξης που είναι προ των πυλών κι εγώ δεν έχω χρόνο για άλλες εξεταστικές.

Η διαγωγή, βλέπετε, έχει υπάρξει εκ προδιαγραφών κοσμιοτάτη.

Αυτό δεν ήταν άλλωστε και το προαπαιτούμενο;

Να με συμπαθάτε μα καιρός πλέον να ασχοληθώ και με το εκ βαθέων ζητούμενο….

(Αντί ονείρου…)

Advertisements

Υγεία, φίλοι, καύλα κι επανάσταση!

Σχετική εικόνα

Να δεις τι ήθελα να κάνω; Α ναι! Να πληρώσω το σταθερό. Να θυμηθώ να πάρω καινούργιο hands free (δε βγαίνει το πήγαινε -έλα χωρίς μουσική φιλαράκο μου).

Μια ανάσα…

Κάτι ξεχνάω γμτ… Το 01.00 – 09.00 στο κάνει αυτό…

Το βιβλίο? ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ!!

Σήμερα είναι κι η μέρα που τρώω φαγητό, άρα να πάρω λίγο ψάρι….

Όλα οκ, όλα τακτοποιημένα.

Στην ουρά για το ταμείο μαζί με το μπουκάλι το γάλα και τη φέτα το ψάρι, το βιβλίο στο χέρι μουρμουρώντας Μητροπάνο.

– Κορίτσι!?

Με σκουντάει γεροντάκι με τραγιάσκα

– Παρακαλώ?

– Μη τα διαβάζεις αυτά! Θα λυπηθείς! Χάσαμε στο τέλος… η 7η μεραρχία…..

Κάτι μουρμουράει θλιμμένα….

Θέλω να του πω πως ούτε Απρίλης είναι, ούτε Σαββατόβραδο, ούτε στη Θεσσαλονίκη είμαστε μα ο Δημήτρης στα ακουστικά με πάει εκεί. Και πως ίσως την επόμενη φορά, η επόμενη 7η μεραρχία να μην ηττηθεί…

Φεύγει αργά πριν από μένα. Η ταμίας φωνάζει “ο επόμενος παρακαλώ” κι εγώ μένω με το ψάρι και το βιβλίο στα χέρια, με το μυαλό στο Βουνό και το αυτί στη Σαλονίκη, κάποιο Σαββατόβραδο κάποιου Απρίλη που μοιραζόταν ο καημός μ’απλοχεριά.

Στο σπίτι με περιμένει μαγείρεμα, να μαζέψω τα ρούχα και να βάλω άλλο ένα πλυντήριο μετά από νυχτερινό.

Να δεις πως μας είπε ο Γιώργης; Α ναι! Ήρωες της καθημερινότητας…..

Ο Γιώργης βλέπεις έχει γίνει σημείο αναφοράς σε πολλά τον τελευταίο καιρό. Λες και τον έστειλε ο Ψηλός στη θέση του τώρα που δεν είναι πια στην Αθήνα.

(Και τώρα που ήρθε κι η κουβέντα σε ‘σενα, μη σου πω τίποτα!

Ψηλέ έρχονται ώρες που δε τη παλεύω να ξες!

Γενικώς.

Θα πάω για φαροφυλάκας στην Ισλανδία μια μέρα! Κι αυτό να το ξες.
Να μιλάω με τις φώκιες.
Να βρω εκείνη τη φάλαινα που δε ζευγάρωσε πότε γιατί οι ήχοι που βγάζει δεν έχουν συμβατά ραδιοκύματα με τις άλλες φάλαινες κι έτσι δε την ακούει κανείς όταν μιλάει. Είμαι σίγουρη πως θα πιάσουμε κουβέντα και θα γίνουμε κολλητές.

Αλλά και πάλι what the hell do I know? 40 χρονών φτάνω κι ακόμα τα πόδια μου δε φτάνουν στο πεζοδρόμιο όταν κάθομαι στη στάση. Ακόμα στην ανάπτυξη θα είμαι….

Σε ακούω να λες “Όχι Στελλάκι! Είσαι απλά κοντή”

Και γελάω μόνη μου στο λεωφορείο.

Γελάω ρε Μάπα!

Τη Καρδίτσα σας μέσα κι εσένα και του Γιώργη!)

Ύστερα σκέφτομαι πόσο τυχερή είμαι. Σκέφτομαι πως έρχονται καμιά φορά τα πράγματα στις ζωές μας και μετά από χρόνια χωρίς ουσία, όλα φαίνονται να παίρνουν ζωή ξανά. Τη ζωή που εμείς θέλουμε πραγματικά!

Καθώς μεγάλωνα, θυμάμαι να είμαι το μικρότερο από τα τρία παιδιά, τριών αδερφών.

Όλοι ήταν σίγουροι για το πώς θα ζούσαμε, τα ξαδέρφια μου κι εγώ.

Η πρώτη που λες, ήταν η σπουδαγμένη, η ακαλούπωτη, η ανεπιτήδευτα όμορφη με τη ζωή γεμάτη ταξίδια. Ο δεύτερος ήταν το καλό παιδί της οικογένειας. Χαλαρός σε σημείο νιρβάνας. Με εκείνο το «εδώ είμαι για ό,τι χρειάζεστε αλλά μη μου σκοτίζετε και πολύ τα γεννητικά». Γενικά πολύ πιο αυτονομημένα και τα δυο τους σε σχέση με εμένα μιας κι εγώ ήμουν το ήσυχο που θα τελείωνε τη σχολή του, θα δούλευε στη τράπεζα, θα παντρευόταν και θα μεγάλωνε τα παιδάκια του.

Περιττό να σου πω πως τίποτα από τα παραπάνω δεν εξελίχθηκε βάσει σχεδίου.

Η ξαδέρφη είναι παντρεμένη με 2 παιδιά, ο ξάδερφος επίσης. Κι οι 2 με καλές δουλειές, κάτοικοι εξωτερικού και γενικώς «τακτοποιημένοι» και σε μια «πορεία».

Εγώ από την άλλη τον Ιούνιο του 2015 είπα να χαλάσω τη συνταγή. Κλώτσησα τη «δουλίτσα» μου στη τράπεζα, πέταξα από πάνω μου οτιδήποτε μου είχαν φορτώσει κι αποφάσισα να ζήσω. Γιατί ξέρεις ε; Εκείνη η κλισεδούρα που λέει πως “Life begins at the end of your comfort zone” είναι τέρμα αληθινή.

Έπεσαν τότε λοιπόν να πεθάνουν όλοι! Δε με ένοιαζε. Είχα εγώ αναστηθεί.

Ό,τι κι αν ακολούθησε από τις 25 Ιουνίου κι έπειτα, όσο βαρύ, γλυκό, πικρό, καλό, κακό, σωστό ή λάθος κι αν ήταν, ήταν Δικό Μου και το ζούσα!

Κάποια τα πλήρωσα, άλλα τα πληρώθηκα μα δεν έχει σημασία. Ήταν όλα δικά μου!

Και να σου πω και κάτι; Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία από το να μην έχεις να ρίξεις το φταίξιμο πουθενά για αυτά που ζεις. Να μην έχεις να λογοδοτήσεις σε κανένα για τις επιλογές σου!

Σιγά σιγά άρχισαν και τα ξεκαθαρίσματα. Έμειναν όσοι έπρεπε να μείνουν, έφυγαν όσοι έπρεπε να φύγουν. Κάποιοι αναίμακτα, κάποιοι ζόρικα, άλλοι γρήγορα, άλλοι θα έπρεπε να είχαν φύγει από χρόνια, άλλοι ίσως και να πρεπε να έχουν μείνει λιγάκι παραπάνω.

Σημασία έχει πως εγώ πλέον έχω συγχωρέσει αυτούς που χρειάστηκε και έχω διαγράψει αυτούς έπρεπε. Μια τελευταία συγχώρεση κι ένα ευχαριστώ που χρώσταγα από το Φλεβάρη του 16, τα έστειλα κι αυτά λίγο πριν φύγει το 18. Τώρα πια στο συρτάρι της κουζίνας μου κοιμάται ήσυχα μια κόκκινη μαγειρική ποδιά.

Γι’αυτό σου λέω, μεγάλο πράγμα η ήσυχη συνείδηση κι η χορτάτη ζωή! Όπως τα ορίζει ο καθένας μας. Π.χ αν ρωτήσεις τη μάνα μου, θα σου πει πως η μεγαλύτερη της ευτυχία είναι τα ταξίδια. Αν ρωτήσεις εμένα, θα σου πω πως είναι το μαγειρεύω με τις ώρες για αυτούς που αγαπάω και γουστάρω, να φωτογραφίζω και να γράφω.

Δεν έχω αυταπάτες πια. Με ξέρω πια. Δε χωράω σε καλούπια. Κι όλα αυτά που νόμιζα πως έχω ανάγκη, έγιναν κι οι θηλιές που πήγαν να με πνίξουν σε χέρια που μόνο να με ορίσουν ήθελαν.

Σοκάρονται πολλοί ακόμα όταν λέω πως δε θέλω να κάνω παιδιά. Έχω υπάρξει μάνα και για τον άνθρωπο και για το τέρας που με έφερε στο κόσμο, για τους φίλους μου, για τους εκάστοτε συντρόφους μου, ακόμα και για τη δουλειά μου. Δε το χρειάζομαι για να νιώσω ολόκληρη. Είμαι ολόκληρη από μόνη μου. Κι ένας ολόκληρος άνθρωπος μόνο να «γεννάει» μπορεί και να δίνει! Γενικώς.

Κι όσο για την αγάπη και τις σχέσεις, ας πούμε πως και αυτές τις έχω απομυθοποιήσει πια.

Σημασία έχει το νοιάξιμο και το μοίρασμα. Το τι έχεις να δώσεις στον άλλο χωρίς δεσμά.

Τη ΔΕΗ την πληρώνεις και μόνος σου και τις Κυριακές δε χρειάζεται ντε και σώνει να φας στα οποιαδήποτε πεθερικά, επίσημα ή ανεπίσημα.

Μπορείς να νοιάζεσαι τον άλλο χωρίς να πνίγεσαι και να πνίγεις;

Μπορείς να μοιράζεσαι τις όποιες στιγμές χωρίς να σκέφτεσαι τι θα γίνει αύριο ή τον άλλο μήνα; Στιγμές είναι γαμώ το φελέκι μου! Όχι γάλα να κοιτάς την ημερομηνία λήξεως!

Μη μπλέκεσαι! Δε μιλάω γενικώς! Όλα αυτά να έχουν συγκεκριμένους αποδέκτες πάντα, αλλιώς απλά αναλώνεσαι!

ΜΗΝ αναλώνεσαι!

Τα πάντα έχουν συγκεκριμένο αποδέκτη, όσα αξίζουν δηλαδή.

Ακόμα κι η επιθυμία!

Μη γελιέσαι!

Η καυλάντα είναι γενική κι αόριστη κι ανούσια. Η καύλα όμως έχει πρόσωπο συγκεκριμένο. Έχει συγκεκριμένο ύψος, χρώμα ματιών, μαλλιών και δυο χέρια απλωμένα σα φτερά να στροβιλίζονται καθώς η Αμπάβη μοιρολογάει τον Σταυραητό και τον Αυγερινό.

Είναι κάτι σα το ΚΚΕ και το Αντάρτικο του Βουνού. Το ένα είναι «σε δουλειά να βρισκόμαστε», το άλλο είναι «πιάνουμε δουλειά τώρα»!….

Να, κάτι τέτοια λέω καμιά φορά στο Γιώργη όταν του ανοίγω για πολλοστή φορά την καρδιά μου με όλα της τα στραβά κι αυτός με αποκαλεί Αρχοντογκόμενα κι Αρχόντισσα και γεμίζει κι η ψυχούλα του όταν το λέει…

(Τέτοιους φίλους να κάνεις παιδί! Να σε βαράνε εκεί που πρέπει και να σε χαϊδεύουν όταν χρειάζεται)

‘Ενα αντάρτικο να χαμε μόνο κι όλα θα ήταν πολύ καλύτερα…

Νυχτερινό

urban dawn.jpg

Τελειώνει η βάρδια πάντα με βαριά δημοτικά στα ακουστικά.

Περιμένω να μεγαλώσει λίγο η μέρα για να βλέπω το πρώτο φως.
40 παρά χρόνια τώρα δεν έχω καταλήξει αν “στις χαραυγές ξεχνιέμαι” ή αν “η χαραυγή θα με ξεκάνει”.
Ίσως τελικά να μη μάθω ποτέ και δε με νοιάζει κιόλας.
Είπαμε, τον καφέ μου τον πίνω γλυκό και τα λάθη μου τα θέλω μεγάλα.

Δε με περιμένει κανένα δίποδο στο σπίτι κι αυτό ειναι από μόνο του άλλη μια απελευθέρωση.

Τρώω στα όρθια τα γνωστά “αυγουλάκια” μου μέσα στη κουζίνα μου ενώ σκέφτομαι πως αυτό ειναι το πιο ερωτικό, ερωτεύσιμο κι ερωτευμένο δωμάτιο του Σπιτιού Μου.

Δε χρωστάω σε κανένα πια.
Τώρα που το σκέφτομαι ποτέ μου δε χρώσταγα κι όσους έπρεπε, τους συγχώρέσα μέχρι και τον τελευταίο.

Τινάζω εγκεφαλικά τη φούντα από το ψυχικό μου τσαρούχι καθώς μουρμουράω σε jazz ρυθμό την ιστορία μιας βλαχοπούλας που καθότανε πάνω σε μια ψηλή ραχούλα.
Καλά έκανε κι είχε αφήσει το τσοπανόπουλο πιο πέρα.

Πάντα κοντά, ποτέ μαζί έτσι κι αλλιώς.

Γυρνάω στο σπίτι με τα πόδια από το σταθμό.  Δε το λες κι άσκηση μα είναι κάτι.  Μη γελιέσαι, δε το κάνω για το κορμί.  Το έχω πάρει απόφαση πια πως ό,τι και να κάνω, θα χω πάντα μπούτια.  Για το ξημέρωμα το κάνω.

‘Εχεις παρατηρήσει ποτέ τις εναλλαγές στα χρώματα όταν συγκρούνται μετωπικά με τους τοίχους των πολυκατοικιών;

Τις φάτσες των ανθρώπων στις στάσεις των λεωφορείων;

Τους χαζεύω καθώς προχωράω για το σπίτι.  Φάτσες ανέκφραστες, κοιμισμένες.

“Τι περιμένες;”  θα μου πεις.κι εσύ κι ίσως να χεις δίκιο.

Πριν από λίγο καιρό θα σου έλεγα πως δε περιμένω τίποτα.

Όταν δε τελειώνει η βάρδια με δημοτικά, τα αυτιά μου τα γλεντάνε βαριά ρεμπέτικα.

Μετά σκέφτομαι τα βράδια που θα ξοδευτούμε πάνω σε μωσαϊκά και κουρελούδες, πίνοντας οινόπνευμα οι φίλοι.

Ο Γιώργης μου χει τάξει εκπομπή.  Κι ένα βραδύ σ’ένα κουτούκι, με κεφάλι βαρύ πως θα με χορέψει.

Ζαλισμένοι κι οι δυο να ψέλνουμε χερουβικά πως εμάς δε μας μέλει κι ας αγαπάν αλλού.

Ψηλέ λείπεις!  Πάντα λείπεις!  Και πάντα έισαι δίπλα μου από μακρυά.

Ένα αμάξι θέλω που να τρώει χιλιόμετρα στην εθνική, νύχτα καθώς θα παρακαλάμε τον Πεχλιβάνη να πάρει τη ψυχούλα μας όταν αυτή βαρεθεί.

Και μετά, ανάμεσα σε πέτρινους, πηχτούς τοίχους και καρέκλες με σχοινί, ανάμεσα σε λουκάνικα, μπουγιουρντί, τσίπουρα και βαρύ καπνό ως το ταβάνι, κάπου στη Καρδίτσα, να χαμογελάμε που ο Άρης θα έχει μερακλώσει απρόσμενα.  Εγώ με το καλό μου φουστάνι, το καινούργιο, το κόκκινο.

Λίγο ακόμα για να μπει η άνοιξη.

Φέτος κλείνω τα 40 κι ας μου πε μια Ψυχή να μη το λέω γιατί είναι σα να κλέβω εκκλησία.

Ξέρεις, μου πήρε λίγο καιρό παραπάνω μα το χω πια, αλήθεια σου λέω!

Υγεία, Φίλοι, Καύλα κι Επανάσταση! Αυτά μόνο!

Τα πρώτα τα έχω ή τα παλεύω τελοσπάντων!

Για το τελευταίο χρειάζονται κι άλλοι και να αυτά δε μπορώ!

Ξημέρωσε!…

 

Τα νυχτερινά είναι τελικά μυστήριο τρένο ….

 

Τρίχες

 

Ώρες ώρες σκέφτομαι να κόψω τα μαλλιά μου.  Μετά από λίγο πάω γρήγορα στο μπάνιο και τα βουρτσίζω ευλαβικά σα να τους ζητάω συγνώμη και μόνο που σκέφτηκα κάτι τέτοιο.  Οι μέρες πλέον κυλούν ήρεμα, πάνω στο ίδιο πεντάγραμμο.   Σα μια μελωδία από κάποιο ρεφραίν που όλο και επαναλαμβάνεται. Δεν είναι κακό κι αυτό υποθέτω.  Μόνο κάτι τέτοιες σκέψεις ταράζουν που και που την ευθεία γραμμή της καθημερινότητάς μου.

Βγαίνω σπάνια πια.  Λες κι οι τοίχοι του καινούργιου μου διαμερίσματος έγιναν από τοίχοι, τείχος που με προφυλάσσει από την έξω παράνοια.  Πάω στο γραφείο, γυρνάω, μαγειρεύω, γράφω, διαβάζω, βλέπω τηλεόραση, κοιμάμαι.   Όλα με την ίδια συχνότητα, με την ίδια σειρά, με την ίδια επανάληψη.  Ακόμα και το κλάμα του μωρού από το διαμέρισμα του ισογείου.  Λες κι ο μπόμπιρας ξέρει και το κάνει μεθοδικά για να μη μου χαλάσει το ψυχαναγκαστικό της ρουτίνας μου.

Περνάει ο καιρός κι η μαμά μου ανησυχεί.  Για τη μοναξιά μου, για τα αδιέξοδα μου, για την άδεια μήτρα μου.  Το ίδιο κι ο γυναικολόγος μου.  «Δε θέλεις να γίνεις μητέρα; Δε θες ένα δικό σου παιδί;»  με ρωτάνε όλο αγωνία ή προτροπή.  «Ναι θέλω! Θέλω να γίνω μητέρα για το παιδί μέσα μου που κλαίει εδώ και χρόνια, κάθε μέρα, την ίδια ώρα σα το μπόμπιρα στο ισόγειο» θέλω να τους φωνάξω μα δε λέω τίποτα.   Δε θα καταλάβουν έτσι κι αλλιώς.

Περνάνε οι μέρες , περνάνε και τα Σάββατα μου.  Χωρίς τραβήγματα σε γύρω bar ή εστιατόρια.  Περνάνε λακωνικά και τίμια με μια βόλτα στη λαϊκή.  Ίσα για να γεμίσει το καρότσι μου φρούτα, το μάτι μου χρώματα.  Έκτος από τους πάγκους, κοιτάω και τους ανθρώπους , το πώς περιφέρονται, το πώς παζαρεύουν, το που γυρνάει ο νους τους καθώς διαλέγουν πατάτες. Πνιγμένοι πόθοι κι αγωνίες ανάμεσα σε δυο κιλά λεμόνια και ένα ματσάκι άνηθο.  Μετά θα γυρίσουν στα σπίτια τους για να φάνε αρνάκι στο φούρνο και να δουν αθλητικά.   Κι εγώ κάτι τέτοιο δε θα κάνω άλλωστε; Μια βόλτα στη λαϊκή και το βράδυ αγκαλιά με ένα γιαούρτι και ένα βιβλίο.  Μόνο που εγώ δε θα δω αθλητικά.

Με ρωτάνε γιατί δε βγαίνω, γιατί δε γνωρίζω κόσμο, γιατί δε δίνω μια ευκαιρία.  Γιατί να βγω; Ποιόν να γνωρίσω; Σε ποιόν να δώσω μια ευκαιρία;  Δε θέλω .  Κάνεις δεν είναι εσύ κι έτσι απλά δεν θέλω.  Εδώ κι ένα χρόνο δε θέλω.  Κοφτά κι ειλικρινά.  Κι άλλωστε για ποιο λόγο;  Τους βλέπω.  Παίζει το μάτι τους, φλερτάρουν, μιλάνε, πλησιάζουν και ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο τους κι απαντάνε με τρεμάμενη φωνή «Έλα αγάπη μου».  Δε τους αδικώ.  Κανέναν τους δεν αδικώ, ούτε εκείνους , ούτε εκείνες που το κάνουν.  Απλά δε θα θελα να είμαι στην άλλη άκρη αυτής της γραμμής.  Αλήθεια αν ήμασταν μαζί , έτσι θα μου απαντούσες στο τηλέφωνο;  Μάλλον δε θα μάθω ποτέ.  Δεν ήμασταν ποτέ μαζί και σπάνια μιλάμε στο τηλέφωνο.  Σήμερα όμως ήθελα να σε πάρω και να σου πω:

«Ναι; Καλησπέρα! Εύχομαι να μην ενοχλώ. Ήθελα μόνο να σου πω πως σήμερα μου λείπεις πολύ. Κλαίω τρώγοντας κεφτέδες. Σουρεάλ κλαυσίγελος ξέρω! Άραγε εσύ ξέρεις πως ότι γράφω είναι για ‘σένα; Άσε! Μην απαντήσεις καλύτερα. Καληνύχτα.»

Θα το έκλεινα μετά πριν προλάβεις να μου πεις οτιδήποτε. Και τι να μου πεις δηλαδή;  Δε σου λείπω κι ενώ δε θέλω άλλους ανθρώπους που δεν τους λείπω στη ζωή μου, εσένα σε κρατάω γιατί εμένα μου λείπεις αρκετά και για τους δυο μας. Μη δίνεις σημασία, πονάει το κεφάλι μου απόψε. Είμαι κι άρρωστο τρεις μέρες τώρα κι αυτό τα κάνει χειρότερα.

Πάντως όλα καλά γενικώς.  Μου φαίνεται πως θα αρχίσω κολυμβητήριο.  Να μουδιάζει το σώμα από το συνεχόμενο πήγαινε-έλα και να νεκρώνει ο εγκέφαλος μέσα στο υδάτινο κουκούλι.  Θέλω να σταματήσω να σκέφτομαι τόσο πολύ.  Θέλω να σταματήσω να σκέφτομαι γενικώς.  Λοιπόν το αποφάσισα! Θα αρχίσω κολυμβητήριο! Μόνο να ζεστάνει λίγο ο καιρός ναι;  Κι άμα ζεστάνει ο καιρός, θα πηγαίνω και καμιά βόλτα, στο υπόσχομαι.  Ό,τι χρειαστεί για να σταματήσω να σκέφτομαι τόσο πολύ.

Άραγε μόλις ζεστάνει ο καιρός, θα σταματήσει να κλαίει κι ο μικρός του ισογείου;  Τα μαλλιά μου πάντως δε θα τα κόψω, να το ξέρεις.  Άντε λίγο μόνο τη ψαλλίδα…..

(Tonight) We both matter, don’t we?…

wordpress

-Τι σκέφτεσαι;

-Πως “Βράδια Σαββάτου εγώ είμαι κάπου” συνήθως και τώρα είσαι εσύ εδώ μαζί μου.

-Και;

-Και μ’αρέσει.

Σταματάει ξαφνικά.

-Κουράστηκες;

– Ζεσταίνομαι. Καίνε τα μάγουλα μου.

Το παλτό γερμένο στους ώμους. Τα τρία πρώτα κουμπιά από το πουκάμισο ανοιχτά. Χωρίς κασκόλ. Κι ας τρυπάει το κρύο τα κόκαλα.

-Α θα παίξουμε σκληρά απόψε! Εσύ έτσι μες το κρύο;

-Κρατάς λίγο τη τσάντα μου;

-Ναι αμέ. Τι θες να κάνεις;

Δε του απαντάει. Ακουμπάει το χέρι στη κολώνα. Το παλτό γλιστρά από τον ώμο της και παρασύρει και λίγο από το πουκάμισο. Φαίνεται ο γυμνός της ώμος και μια λεπτή μαύρη τιράντα, ίδια με κλωστή.

Ισιώνει τη φούστα της και κοιτάει τις γόβες της.

-Θέλω να τις βγάλω.

-Θέλω να βγάλεις κι όλα τα υπόλοιπα.

-Θέλω να μου βγάλεις κι όλα τα υπόλοιπα.

-Είσαι μεθυσμένη.

-Είμαι ειλικρινής. Η ζαλάδα απλά μου δίνει θάρρος.

-Μα δε νομίζω πως σου έλειπε ποτέ το θάρρος.

-Σωστά! Η ζαλάδα απλά μου δίνει θράσος ήθελα να πω.

-Είδες; Είχα δίκιο. Έχεις μεθύσει.

Ακουμπάει την πλάτη της στη κολώνα. Ακουμπάει την πλάτη του στο απέναντι παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Στέκουν απέναντι ο ένας από τον άλλο να κοιτάζονται .

-Τι σκέφτεσαι;

-Το τι θες.

-Εσύ τι θες;

-Εσένα.

-Πόσο;

-Δεν απάντησες.

-Σκέφτομαι πως είμαι κοντή ακόμα και τώρα που φοράω τις γόβες μου.

-Και που είναι το κακό σε αυτό;

-Στο ότι δε φτάνω εκεί που θέλω.

-Πού θες να φτάσεις;

-Στο στόμα σου.

-Σε θέλω.

-Πόσο;

Πλησιάζει κοντά. Σκύβει και βάζει το χέρι του στο λαιμό της.

-Μη με φιλήσεις. Όχι ακόμα.

-Γιατί;

-Γιατί δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά αυτή η στιγμή. Όλα επιστρέφονται. Όλα μπορούν να επαναληφθούν. Όλα εκτός από αυτό. Δεν υπάρχει επιστροφή ούτε επανάληψη μετά το πρώτο φιλί.

-Το θες;

-Σα τρελή.

-Πόσο;

– «Τόσο που σε έχω ήδη φιλήσει»

-Μη μου κλέβεις σκέψεις, ούτε κουβέντες.

-Για μένα δεν είναι; Δικές μου άρα. Τίποτα δε σου έκλεψα!

-Δε μπορώ να δω τα μάτια σου καθαρά. Αυτό με κρατάει ακόμα.

Ξεφυσάει με παράπονο και τσαντίλα δίπλα από το αυτί της.

Δύο βήματα από το σπίτι κι αυτοί κάθονται στο κρύο , δίπλα από μια φωταγωγημένη λεωφόρο που αναβοσβήνει παράφωνα ευχές για το νέο έτος.

Σηκώνει το βλέμμα της και τον σπρώχνει απαλά. Ξεκινάει να περπατάει.

Ακολουθεί τον ήχο από τα τακούνια της μένοντας σταθερά δυο βήματα πιο πίσω.

Στην είσοδο του σπιτιού της και καθώς ψάχνει τα κλειδιά της μες τα σκοτάδια, της γραπώνει τον σβέρκο.

Ανοίγει τη πόρτα. Το λιγοστό φως από το δρόμο τρυπώνει από τα παράθυρα.

-Και τώρα τι;

«Διαβάζει» τα λόγια του στο πίσω μέρος του λαιμού της.

-Τώρα τίποτα. Τώρα απλά θα βγάλω τις γόβες μου. Τα υπόλοιπα βγάλ΄τα εσύ.

-Τι θες;

-Ξανά;

-Ναι. Έτσι κι αλλιώς δεν απάντησες πριν.

Κολλάει η λεκάνη της στην άκρη του τραπεζιού. Κολλάει η λεκάνη του πάνω της κι η ανάσα του στο λαιμό της. Βάζει τα χεριά της μπροστά για να στηριχτεί.

-Τι ΘΕΣ;

Αγριεύει η ανάσα, γίνεται επιτακτική η φωνή.

-Αυτό εδώ. Αυτή τη στιγμή. Εσένα κι εμένα. Τίποτα άλλο.

Τη γυρνάει απότομα. Το βλέμμα του ενός μέσα στο βλέμμα του άλλου.

-Εσύ τι θες; Ξέρεις;

-Αυτό το στόμα. Αυτή τη στιγμή. Εσένα κι εμένα. Τίποτα άλλο.

Κάθεται στο τραπέζι. Πέφτουν οι γόβες από τα πέλματα στο χαλί. «Φωλιάζει» όρθιος ανάμεσα από τα πόδια της και γλιστράει το χέρι του πιο μέσα.

Βλέμμα στο βλέμμα. Καμιά υποχώρηση, καμιά υπεκφυγή.

Ακούγεται το καλσόν που γίνεται κομμάτια. Στην άκρη το εσώρουχο.

Τεντώνει το κορμί της και τυλίγει τα πόδια της στη μέση του.

-Ακόμα αντίσταση; Το Στόμα θέλω!

-Κι εγώ…

Του απαντάει ξέπνοα.

-Γιατί τραβιέσαι τότε;

-Γιατί είναι πολύ πιο προσωπικό το να σου δώσω το στόμα μου και το χρόνο μου από το να σου ανοίξω τα πόδια μου. Κι όλο αυτό είναι δικό μου. Δικό μας. Θέλω να το κρατήσω ζωντανό όσο περισσότερο γίνεται. Αύριο θα είναι όλα όπως χθες. Συναντήσεις στο HR της εταιρείας, λογαριασμοί απλήρωτοι, επαγγελματικά ταξίδια, βάρδιες. Κι εσύ κι εγώ θα γυρίσουμε στην υπόλοιπη ζωή μας. Εκεί που όλοι οι άλλοι ζητάνε κάτι από εμάς. Απόψε όμως, τώρα, αυτή τη στιγμή που το μόνο που έχουμε ανάμεσα μας είναι το φως από το δρόμο, που η καύλα τρέχει απ’τους λαγόνες και μυρίζει σ’όλο το δωμάτιο, είμαστε μόνο ΕΣΥ κι ΕΓΩ και αυτό το φιλί που η σκέψη του και μόνο μου γαμάει τον εγκέφαλο εδώ και μέρες. Αυτό το θέλω ζωντανό όσο περισσότερο γίνεται…..

-Δώσ’το μου! Δε θα στο ξαναζητήσω.

-Σταμάτα να το ζητάς λοιπόν!

-Όχι! Τώρα θα το ζητήσεις εσύ!

-Φίλα Με!…………

Αγνοούμαι…

missing 2

Μια ανάσα κι ύστερα άλλη μία. Κι άλλη. Κι άλλη. Κι άλλη. Κι όσες χρειαστούν.

Δε θυμάμαι πια. Δε με θυμάμαι. Που και που μόνο όταν μαγειρεύω κάτι που μου αρέσει ή όταν καθαρίζω το σπίτι μου και για λίγο νιώθω πως όλα είναι καθαρά και στη θέση τους.

Τίποτα δεν είναι όμως στη θέση του. Ή έστω δε θα μείνει στη θέση του για όσο το χρειάζομαι μέχρι να βάλω και τα μέσα μου στη θέση τους.

Ποιά είμαι; Πού βρίσκομαι; Κι αφού δεν είμαι εδώ, που με άφησα;

Αφού δε με βρίσκω, που με ξέχασα γαμώτο;

Άλλη μια ανάσα.

Ας το πάρω από την αρχή. Που ήμουν τη τελευταία φορά που με είδα; Τι έκανα;

‘Ωπα! Κάτι θυμάμαι αμυδρά. Ήμουν, λέει σε μια κουζίνα κάπου στη Κυψέλη και μαγείρευα για φίλους. Τι άλλο θα έκανα; Κι ύστερα ήρθαν οι φίλοι. Και γελάσαμε. Και φάγαμε. Κι ήμουν κι εγώ εκεί.

Μετά με θυμάμαι να κουβαλάω ένα μεγάλο δερμάτινο σάκο πιο βαρύ κι από μένα και να γελάω.

Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι, όταν με θυμάμαι είναι να χαζεύω από το παράθυρο ενός λευκού αυτοκινήτου καθώς τα φανάρια του «τρώνε» σιωπηλά τα χιλιόμετρα στην Αθηνών-Λαμίας. Κι εκεί που χαζεύω χωρίς να σκέφτομαι, ένα χέρι σφίγγει το δικό μου με δύναμη. Το mp3 παίζει το «Εκεί στο Νότο» κι όταν το κομμάτι φτάνει στο σημείο του κεράσματος του καπνού με ένα φιλί, αυτός που έχει ξεμείνει από τσιγάρα και συμπόνια, με κοιτάει μες τα μάτια με ένα βλέμμα που τρυπάει το κρανίο μου και βγάζει τέτοιο αναστεναγμό που ζεσταίνει το μέσα μου.

Νομίζω πως ήταν Νοέμβριος.

Μετά δε με ξαναείδα.

Είδα μέσα στο καθρέφτη δηλαδή αλλά δεν ήμουν εκεί.

Κι αυτό που είδα σίγουρα δεν ήμουν εγώ.

Το όνομά μου στα Ιταλικά σημαίνει αστέρι λέει. Περίεργο για κάποια με τόσο σκοτάδι μέσα της λέω εγώ.

Νομίζω πως με ξαναπέτυχα μια Τετάρτη μήνες μετά. Στριμωγμένη μέσα σε μια μικροσκοπική τουαλέτα που όσο κι αν τη καθάριζες, έμοιαζε πάντα βρώμικη. Με θυμάμαι να σπαράζει το μέσα μου καθώς έτρεμε ο κόλπος μου, γατζωμένη πάνω σ’αυτόν που έστριβε το μαχαίρι στη πλάτη μου για όσο ήταν μέσα μου. Το μαχαίρι που εγώ του είχα δώσει οικιοθελώς πολύ καιρό πιο πριν. Πηδιόμασταν και είχαμε ο ένας το χέρι στο στόμα του άλλου για να μη μας ακούσουν αυτοί που ήταν μια ανάσα από τη χάρτινη πόρτα που μας χώριζε.

Πηδιόμασταν και κοιταζόμασταν στα μάτια.

Απαίτηση στα δικά του.

Απελπισία στα δικά μου.

Ήθελε τα πάντα.

Δεν είχα τίποτα πια.

Δεν είχε μάθει να χάνει.

Δεν είχα μάθει να αδειάζω.

Λίγο καιρό μετά θα με απέλυε. Συνέχισε να με παίρνει τηλέφωνο για μέρες. Σταμάτησα να το σηκώνω.

Είχε χάσει.

Είχα αδειάσει.

Έσβησα ό,τι τον κράταγε ζωντανό. Επέστρεψα τα δώρα του. Ζήτησε να μου τα γυρίσουν πίσω. Είπα «πετάχτε τα». Ρώτησε αν τα δέχτηκα πίσω. Δε ξαναρώτησε ποτέ ξανά.

Μήνες μετά έμαθα πως με είχε ήδη «αντικαταστήσει».

Δε μου λείπει, μη μπερδεύεσαι! Αυτή που ήμουν πριν τον γνωρίσω μου λείπει. Αυτός είναι αυτός που είναι κι αυτή είναι και η τιμωρία του! Τι σημασία έχει έτσι κι αλλιώς;

Είχαν τελειώσει εδώ και καιρό τα μαγικά. Είχαν σπάσει τα κοχύλια που χα φυλαγμένα στις τσέπες και τη πιο όμορφη θάλασσα δε τη θα ταξιδεύαμε πότε. Στράφι οι στίχοι του Χικμέτ που του είχα κρατημένους μαζί μ’ότι πιο όμορφο του φύλαγα για αργότερα. Πνίγηκαν μαζί με τα γέλια στα λασπόνερα. Κι ότι με βάσταγε, το αποδόμησε μαζί με ένα Νοέμβριο που θυμόμουν μόνο εγώ. Άρα μ’ένα Νοέμβριο που δεν υπήρξε ποτέ.

“Μα εγώ θα σ’αγαπάω ότι κι αν γίνει” μου λεγε κι εγώ τον κοίταγα και χαμογέλαγα κι ας γνώριζα μέσα μου πως δεν ήξερε ούτε πως γράφεται η λέξη αγάπη.

“Θα το μετανιώσεις” μου έλεγαν. Χαμογέλαγα και σ’αυτούς. Ούτε εκείνοι ήξεραν πως γράφεται η λέξη μετάνοια.

Τις θυμήθηκα και τις δύο λέξεις μια μέρα που του έτριβα τα πόδια. Με ρώτησε στ’αστεία αν θα του τα έπλενα κι εγώ σκέφτηκα τη Μαγδαληνή που είχε πλύνει τα πόδια του Χριστού με τα δάκρυα της και τα είχε σκουπίσει με τα μαλλιά της. Εκείνη την ώρα τα δικά μου μαλλιά χάιδευαν τα δικά του πόδια.
Ποιός άραγε απο τους δύο μας έδινε αγάπη;
Ποιός χρώσταγε μετάνοια;

Τι σημασία είχε πια; Αυτά ήταν ψηλά γράμματα κι έννοιες που δε θα έπιανε ποτέ ένας άνθρωπος που είχε το συνήθειο να ξεπουλιέται για τη διατήρηση της «βιτρίνας» της κατά συνθήκη ζωής που είχε επιλέξει χρόνια πριν με γνωρίσει. Εκεί θα κρυβοτάν για πάντα όλη του η δυστυχία έτσι κι αλλιώς.

Εγώ όμως; Που θα με ξαναβρώ; Πως θα με ξαναβρώ; Κι αν με βρω, πως θα ενώσω τα κομμάτια στα οποία διαλύθηκα; Πως θα με ξαναενώσω ρε γαμώτο;

Τελοσπάντων. Μη μου δίνεις σημασία. Είναι Οκτώβριος και το μυαλό μου είναι χυλός. Ο Οκτώβριος βλέπεις είναι ο μήνας που με έμαθε πως όλα τα μεγάλα πράγματα στη ζωή μου, τα έζησα μόνη μου. Ίσως γι’αυτό να με έχασα κιόλας….

Έτσι κι αλλιώς απόψε είναι από εκείνα τα βράδια που θέλω να δω και να ξαναδώ τη “Μικρά Αγγλία” μέχρι να ενωθεί πάλι ολάκερη η ομορφιά κι ο σπαραγμός του κόσμου.
Κι ας πνίγεται αιώνια ο Μαλταμπές.
Εγώ πάντα θα ουρλιάζω “Σπύροοο! Αγάπη μου!”
Μήπως και λυτρωθεί το μέσα μου επιτέλους.
Φταίει που με έμαθα να αγαπάω πολύ.
Φταίει που με έμαθα να αγαπάω για πάντα.
Κι ας μικροαστίζω αυτή μου την αγάπη μέσα σ’ένα κατσαρολάκι με φακές.
Είναι κι αυτό μια κάποια λύσις για να φωνάξουν τα σωθικά μου.

Κι ας έχει σπάσει μια και καλή η ομορφιά ετούτου του κόσμου και μαζί της ίσως κι εγώ μιας που το κοριτσάκι αγνοείται εδώ και 2 χρόνια.

Μόνο σε παρακαλώ, αν με δεις, πες μου πως με ψάχνω και μου λείπω.

Εγώ Μου Λείπω….

Κυριακή των Βαΐων

 

Κυριακή των Βαϊων

Φύλα τα βάγια σου για την επόμενη φορά.
Εδω σεβόμαστε το καθημερινό θαύμα.
Δε χαιρεταμε αυτούς που προδώσαμε
Τους λέμε Καλημέρα στο καθρέφτη τα πρωινά.
Τους παραδώσαμε κάποτε σ’ εκείνους που τους πρόδωσαν χωρίς αντίτιμο.
Έμειναν τα 30 αργύρια σε κάποιο πουγκί να θυμίζουν το κίνητρο.
Μα εμείς φορέσαμε τη κόκκινη κορδέλα στο λαιμό.
Κάναμε στην άκρη τον λευκό γιακά, κοιτάξαμε κατάματα με όση αγάπη μας είχε μείνει κι είπαμε σιγά, σχεδόν μητρικά

“Μην αργείς, χτύπα”.

Καμία έκπληξη.

Το ήξεραν και εκείνοι.
Κράδαιναν το μαχαίρι εδώ και καιρό.

“Μα δε μπορώ αλλιώς” μας είπαν.

“Το ξέρω” τους απαντήσαμε και σκυψαμε προσφέροντας τους λευκούς λαιμούς μας.

Κι ύστερα χτύπησε η πέτρα κι άνοιξε στα δύο.
Τινάχτηκε από πάνω μας η σκόνη.
Κι εμείς σχεδόν γυμνοί από αντοχή κι από ντροπή κοντοσταθήκαμε στο κατώφλι.

Στο μνήμα ή στο φως να περπατήσουμε;

Στα σπάργανα, μωρό νεογέννητο που σπαράζει
Είδαμε το χέρι που απλώθηκε μπροστά μας σα ρώγα από μαστό μητρικό.
Με τόση εξάντληση, με τόση πείνα πως να κάνουμε βήμα;

Στο μνήμα ή στο φως να περπατησουμε;

Ανάσταση πριν απ’τη Λύτρωση ποιος έζησε για να τ’ομολογήσει;

– Μα για τη Λύτρωση δεν γίνηκε η Ανάσταση;

Τόση ουσία πως να τη σηκώσει μια γκρίζα ως τώρα ζωη;

Κι εκείνη η επανάσταση που λέγανε πως ηττήθηκε, πως καταφέρνει να ανασταίνεται κάθε χρόνο πριν το Μεγάλο Σάββατο για όσους μνημονεύουν τους Μπελογιάννηδες της δικής τους ζωής;

Κι ο έρωτας πως γίνεται από Τιμωρός άξαφνα Σωτήρας;

Κι αν το Θάμα είναι Τώρα, Εδώ, ανάμεσα μας σε τούτη εδώ τη σπίθα, πως γίνεται να περιφερόμασταν σα τα ψοφιμια τόσο καιρό;

Πως να τα δεχθούμε έτσι χωρίς μια στάλα αμφισβήτησης;

Ο ίδιος ο Θωμάς ζήτησε να θέσει τον δάκτυλον επί των τύπων των ήλων κι ας δειπνησε και περπάτησε σιμά Του.
Ποια είμαστε εμείς για να πράξουμε κάτι λιγότερο από ετούτη τη Αγία καχυποψία;

Κι ύστερα είναι κι εκείνος ο θυμός του Πέτρου για όσα του είχαν τύχει μέχρι εκείνη τη στιγμη.

Πώς να δεχθούμε λοιπόν αδιαμαρτύρητα ετούτη τη ξαφνική ευφορία;

Να είσαι σίγουρος πως θα σου πλύνω τα πόδια με δάκρυα ανακούφισης και στοργής και θα στα σκουπίσω με τα μπλεγμένα, ξέπλεκα μαλλιά μου, μ’αυτό δε θα μερέψει ακόμα τους φόβους μου.

Λάζαροι που κατέβηκαν στα σκοτάδια πριν σπάσει η πέτρα και κοντοστέκονται πριν βγουν ξανά στο φως.

Ας είναι!

 

-Πίστευε και μη, ερεύνα!

 

Όχι! Πίστη τυφλή από εδώ και πέρα.
Αλλιώς ας μείνουμε για πάντα τυφλοί.

Γι’αυτό σου λέω.
Φύλα τα βάγια σου για άλλη φορά.
Τώρα πια χαιρετιόμαστε αλλιώς και μοιραζόμαστε το γαϊδουράκι, μαζί με το ψωμί, τα ψάρια και το στρώμα μας….

Κυριακή των Βαΐων
Ξημερώνει Μεγάλη Βδομάδα…….

 

 

Κάτωχρος κι εξαντλημένος ο Ιησούς στάθηκε κοντά στον τάφο.
“Λάζαρε, βγες έξω”, φώναξε. Όλοι περίμεναν. Κι ο φτωχός
νεκρός, που ένιωσε ότι εδώ στον τάφο του παίζεται η τύχη του
κόσμου, τί να ΄κανε; Η γη είχε χαθεί,
πως θ΄ άφηνε χωρίς ανάσταση έναν ολάκερο ουρανό…

Τάσος Λειβαδίτης.

Να σου πω ένα παραμύθι;…

fairytales«Μου φαίνεται πως συνήθισα πια.  Συνήθισα να σε αγαπάω από μακριά. Να φέρνω στο μυαλό τη φιγούρα σου και να ξέρω πως κάπου εκεί έξω είσαι.  Μιλάς, περπατάς, γελάς, νευριάζεις, σκορπάς το χρόνο σου και που και που συναντιόμαστε και λέμε κι οι δυο μας καμιά κουβέντα.   «Επαφή να κρατάω» δε λέει και το τραγουδάκι της αχώνευτης , κουλτουρέ μαντάμας;  Τι σημασία έχει που δεν είμαστε μαζί;  Το τι νιώθει ο καθένας από μας, είναι δικό του ταμείο.

Να κάτι τέτοια σκέφτομαι τα πρωινά του Σαββάτου που ξυπνάω πιο αργά και κοιτάω τη γεμάτη εργένικα, γυναικεία cliché ζωή μου.  Λουλούδια στο σπίτι μου, χοντρές κάλτσες και υπερμεγέθη πυτζάμες από την εποχή που ήμουν άλλη τόση και λίγο ακόμη, αγκαλιά με μια κούπα από ζεστό οτιδήποτε, μιας που 38 χρόνια τώρα καφέ δε πίνω ή πίνω σπάνια.

Τι σημασία έχει τώρα πια άλλωστε;  Εγώ σε ευγνωμονώ που υπάρχεις ακόμα εδώ, μέσα μου μετά από τόσο καιρό έστω και σα μια φιγούρα.  Είναι πολύ πιο έντιμο αυτό.  Βλέπεις ανέκαθεν είχα  τη βαθειά πεποίθηση πως τα παραμύθια είναι αλήθεια.  Μόνο που καθώς μεγάλωνα, κατάλαβα ποια παραμύθια είναι αλήθεια.  Ξέρεις αυτά που μας έλεγαν όταν ήμασταν μικροί δεν ήταν ακριβώς ψέματα αλλά ας πούμε πως μας έκρυβαν όλη την εικόνα.  Δηλαδή ποτέ δε μάθαμε πως μετά το γοβάκι , η Σταχτοπούτα έβγαλε κιρσούς με το καθαρίζει το παλάτι του καλού της και στο τέλος πάλι στο τζάκι κοιμόταν μήπως βρει λίγη ησυχία.  Η Χιονάτη μετά το μήλο έβαλε καμιά 20αριά κιλά από τα μαγειρέματα για τόσα στόματα κι η Ωραία Κοιμωμένη σπατάλησε όλη την υπόλοιπη ζωή της προσπαθώντας να επικοινωνήσει με έναν άνθρωπο που την έβλεπε όμορφη μόνο όταν κοιμόταν ενώ οι υποχρεώσεις της αυλής της, της είχαν στερήσει ανεπιστρεπτεί τον ύπνο της πια.  Να σου πω και τη μαύρη μου αλήθεια, ποτέ δε μου άρεσαν ούτε με τράβηξαν οι παραπάνω κυρίες.  Εγώ από παιδί αγαπούσα τα καταραμένα παραμύθια. Εκείνα με το άσχημο τέλος μιας και η αλήθεια είναι πως το μόνο ζευγάρι που κράτησε την αγάπη του αιώνια, στα δικά μου βιβλία,  ήταν το Μολυβένιο Στρατιωτάκι κι η Μπαλαρίνα κι η μόνη ηρωίδα που έκανε κάτι χωρίς αντάλλαγμα ήταν η γυναίκα του Πρωτομάστορα που δέχθηκε να την χτίσουν μέσα στο γεφύρι.

Είμαστε αχόρταγα πλάσματα οι άνθρωποι να ξέρεις. Αχόρταγα κι Αχάριστα.  Πάντα κάτι θα μας λείπει, όλα τα καλά του κόσμου να έχουμε. Πάντα θα θέλουμε κάτι παραπάνω.  Και στο λέω εγώ που οι περισσότεροι μου φίλοι με κράζουν νυχθημερόν για την ολιγάρκεια μου.   Τίποτα δε μας είναι αρκετό και τίποτα δε μας φτάνει.  Και όταν νομίσουμε πως τα έχουμε όλα, μπαίνει το τέρας της ρουτίνας ανάμεσά μας και τα τινάζουμε όλα στον αέρα γιατί έχουμε βαρεθεί ή η το «κότερο» που βαφτίσαμε ζωή, μπάζει από παντού νερά.

Γι’αυτό καμιά φορά χαίρομαι μαζοχιστικά που σ’αγαπάω από απόσταση.  Γιατί δε φθείρεσαι, παραμένεις ο ίδιος που γνώρισα πριν από τόσο καιρό κι ακόμα κουβαλάω και τιμάω μέσα μου σα κάτι ιερό κι αμόλυντο.  Πάω στοίχημα πως θα με έβρισκες υπερβολική όμως δεν είναι έτσι.   Και δεν είναι πως σε έχω φτιάξει στο μυαλό μου όπως ήθελα ή όπως σε φαντάστηκα.  Τα ξέρω τα στραβά σου πια κι έτσι η εικόνα είναι καθαρή και χωρίς φίλτρα.  Όμως είσαι πάντα εκεί, το ίδιο τραχύς, το ίδιο αγριεμένος, το ίδιο τρωτός.  Βλέπεις;  Δεν αλλάζει κάτι.  Εσύ θα συνεχίσεις να μου χαρίζεις ομπρέλες για την ψυχρολουσία που θα μου ρίξεις μετά κι εγώ θα συνεχίζω να στρώνω «λιβάδια» στο κρεββάτι που θα σε κοίμιζα αν με έχεις αφήσει. Κι αυτό είναι το μόνο μου παράπονο τόσο καιρό μετά ρε γαμωτό! Το ότι δε κοιμηθήκαμε ούτε ένα βράδυ αγκαλιά.  Δε πειράζει ,  είπαμε τα αληθινά παραμύθια δεν έχουν χαρούμενο τέλος κι αυτό είναι που τα κάνει κι όμορφα….»

Έκλεισε το αρχείο με τις φωτογραφίες κι έσβησε τον υπολογιστή.  Μέσα καλοκαιριού πια κι η ζέστη τη κούραζε αφάνταστα.  Τελικά όσο αλάτι κι αν έριχνε πίσω από τον “κόρφο” της, κάθε φορά που μαγείρευε, δε κατάφερνε να “ξορκίσει το κακό”.  Πλησίαζε τουλάχιστον η άδεια της κι εκείνη ήλπιζε στο άδεια της ψυχής της έστω και για λίγο.  Για εκείνες τις λίγες μέρες που θα γινόταν αφρόψαρο του Αυγούστου και θα χανόταν σ’ ένα μικρό μπαλκονάκι με θέα τη θάλασσα κάπου στην Εύβοια….

Κυρ Χρόνη εμείς δε θα κερδίζαμε ποτέ…

FB_IMG_1461145075856-1-1

 

Μωρέ κάθε που μπαίνει για τα καλά η άνοιξη, με πιάνει ένα περίεργο πράγμα και χωρίς να ξέρω το γιατί , έρχεται στο μυαλό μου ο Λόρκα.  Έτσι χωρίς λόγο.  Μάλλον θα φταίει που γεμίζει η φύση χρώματα κι αρώματα και ξαφνικά θυμάμαι εκείνο τον στίχο του Καββαδία που λέει πως «Κάτω άπ’τον ήλιο αναγαλλιάζαν οι ελιές και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια».  Πάντα αυτός ο στίχος με κάνει να τον φαντάζομαι κάπου στην Ισπανική ύπαιθρο να αγωνιά ανάμεσα σε στάχια και πολιτικές προκηρύξεις.

Μην προσπαθήσεις να εξηγήσεις τις περίεργες στροφές που παίρνει το κεφάλι μου. Συνήθως τέτοια εποχή πάντα μας βρίσκει να ταξιδεύουμε στα Βαλκάνια με την μάνα μου οδικώς κι έτσι το μάτι μου έχει άφθονο υλικό για να χαθεί και να οδηγήσει με τη σειρά του το ταλαίπωρο μυαλό μου σε ένα σωρό μυστήριους συνειρμούς. Τον τελευταίο καιρό κιόλας έχω ήδη διάφορα να με τρώνε κι έτσι οι παράξενες συνδέσεις που γεννιούνται στην γκλάβα μου είναι σχεδόν βέβαιες.

Χαμένη λοιπόν μέσα στην Βαλκανική εξοχή, φορτωμένη και με τα δικά μου, εσωτερικά και μη, κατέληξα στο εξής συμπέρασμα.  Η Αριστερά είναι σαν τον Έρωτα και με ελάχιστες εξαιρέσεις και την Αγάπη.  Μη Εφαρμόσιμη! Κι όσοι πραγματικά πιστεύουμε σε αυτά, δε θα κερδίζαμε ποτέ.  Μη γελάς μωρέ!  Μην πας αμέσως να με νουθετήσεις.  Ξέρω τι θα μου πεις.  Σ’έχω διαβάσει βλέπεις.  Δως μου όμως λίγο τράτο και θα καταλάβεις τι εννοώ.

Κοίτα να δεις λοιπόν πως έχει το πράγμα και γιατί κατέληξα σε αυτό το συμπέρασμα και για τον  Έρωτα, την Αγάπη και την Αριστερά.

Εγώ που λες Κατοχή και Μακρόνησο δε γνώρισα, μιας και γεννήθηκα πολύ αργότερα, μα μεγάλωσα με έναν πρώτης τάξεως φασίστα που δεν έχανε ευκαιρία να ασκεί σωματική και ψυχική βία πάνω μου.  «Μεροκαματιάρης» του κώλου και οπαδός της λαϊκής δεξιάς με πρώιμα δείγματα ακροδεξιάς προδιάθεσης που εκδηλώθηκαν χρόνια αργότερα ανοιχτά και χωρίς ντροπή αφού πλέον δηλώνει καθαρός Χρυσαυγίτης χωρίς να ντρέπεται, είχε τον τρόπο του να τρομοκρατεί και να μειώνει σε κάθε ευκαιρία όσους μπορούσε μα κυρίως όσους δεν  «έφτανε».  Από το ίδιο του το παιδί έως τους συναδέλφους με τους οποίους δεν συμφωνούσε πολιτικά.  Μη φανταστείς όμως πως έκανε τον νταή γενικώς.Χέστης ως το μεδούλι τα έβαζε μόνο με όσους δεν μπορούσαν να αντιδράσουν ή να τον χτυπήσουν κι έτσι τόνωνε τις όποιες ψευδαισθήσεις μεγαλείου έκρυβε η βαθιά συμπλεγματική περσόνα του. Μέχρι να βρει το κουράγιο και το πάτημα λοιπόν η δόλια η μάνα μου να με πάρει να φύγουμε από εκεί μέσα, ιδιαίτερες πολιτικές συζητήσεις δε κάναμε στο σπίτι.   Ήξερα τα βασικά μα από κει και πέρα κουβέντα καμιά.Τουμπεκί που λένε.Το ένστικτό μου όμως φώναζε πως κάτι δε πάει καλά σε όλα αυτά που άκουγα στο σπίτι. Κάτι μου ακουγόταν βαθιά υποκριτικό.  Βλέπεις το ετούτο το ανδρείκελο δήλωνε βαθιά πατριώτης και λάτρης της σημαίας κι αυτό ως ένα βαθμό μου το χε περάσει κι εμένα. Στο ποσοστό του να αγαπάω το χωραφάκι που μου έλαχε για πατρίδα χωρίς όμως να το βάζω πάνω από τα γύρω χωράφια. ‘Ελεγα που λες όταν τα σκεφτόμουν μόνο μου, κυρίως μετά από κανα γερό ξύλο, πως δεν είναι δυνατόν να λες πως αγαπάς τη πατρίδα σου και  υστέρα να φέρεσαι έτσι στο παιδί σου.  Γιατί αν φέρεσαι έτσι στο παιδί σου, δε το αγαπάς.  Κι αν δεν αγαπάς το παιδί σου, δεν είσαι ικανός να αγαπήσεις κανέναν και τίποτα. Ούτε άνθρωπο, ούτε ζώο, ούτε ιδανικό, ούτε πατρίδα. Η συνειδητοποίηση και η αποδοχή του ποιος πραγματικά ήταν δε με σόκαρε καν.  Ήρθε απλά και λογικά σαν απόδειξη κάποιου γεωμετρικού θεωρήματος.  ‘Αλλωστε στη ζωή μου έτυχε δυστυχώς να γνωρίσω αρκετούς ανθρώπους ανίκανους να αγαπήσουν και ανάξιους να αγαπηθούν.

Τελοσπάντων για να μη στα πολυλογώ, με τα πολλά η μάνα μου που λες, με πήρε και φύγαμε όταν ήμουν 16.  Εφηβεία κι ανάσα κι αναζήτηση κι εδραίωση σιγά σιγά όλων αυτών που μέσα μου ένιωθα σωστά από παιδάκι χωρίς όμως να τους βάζω όνομα. Κι όσο μεγάλωνα, τόσο ρίζωναν μέσα μου κι αναρωτιόμουν πως είναι δυνατόν να μην είναι όλοι οι άνθρωποι αριστεροί ρε γαμώτο;  Αφού κι η καρδιά από τα αριστερά είναι!  Κι εκεί ακριβώς ήταν κι η απάντηση!  Γιατί η καρδιά ναι μεν είναι απ’τα αριστερά, μα οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει ν’αγαπάνε. Οι περισσότεροι περιφέρονται άσκοπα.  Ζουν, αναπνέουν, μιλάνε, τρώνε, πηδιούνται, χέζουν και κοιμούνται. Κι  έτσι μηχανικά κυλάει η ζωή μας. Και πες πάει στο διάολο, δεν μπορεί να είναι όλοι έτσι;! Κάποιοι από εμάς  σκέφτονται, νιώθουν, ζητάνε κάτι παραπάνω, δε μπορεί;!  Κι εκεί είναι η δεύτερη νάρκη. Γιατί αυτοί που σκέφτονται, νιώθουν και ζητάνε κάτι παραπάνω, φοβούνται!Ναι, ναι φοβούνται και τρέμουν στην ιδέα του να διαχειριστούν αυτό που ψάχνουν άμα το βρουν. Κι αυτοί είναι κι οι πιο επικίνδυνοι γιατί στη βάση τους είναι συναισθηματικά ευνουχισμένοι.

Κάπου σ’αυτό το δαίμονα, το διαδίκτυο έπεσε το μάτι μου σε μια πολύ σοφή απορία.  Κάποιος είχε γράψει που λες σε ένα τοίχο το εξής:

«Αφού υπάρχουν τόσοι μόνοι, γιατί υπάρχουν τόσοι μόνοι;»

Άμα τον ήξερα, θα του έλεγα.  Υπάρχουν τόσοι μόνοι που λες, για τον ίδιο λόγο που και το Κόμμα έχει τα ίδια ποσοστά στις εκλογές από το 1935 (κι έχουμε 2016!!! – κι εδώ θα καταλάβεις γιατί η Αριστερά είναι σα τον Ερωτα και την Αγάπη).  Γιατί κανένας τους δε θέλει να αναλάβει την ευθύνη όσων διατυμπανίζει πως θέλει και πρεσβεύει.  Οι άνθρωποι φοβούνται να αγαπήσουν, να αφεθούν, να νιώσουν και το Κόμμα φοβάται να αναλάβει την εξουσία (όνειρο θερινής νυκτός) ή έστω μια σοβαρή και πραγματική αντιπολιτευτική  δράση. Είναι εύκολο έξω από το χορό να λες τραγούδια βλέπεις.  Για να σε δω να προσπαθείς να πας τα βήματα αδερφάκι μου!!  Αμ πως θα γίνει αλλιώς;  Πως θα γίνει όταν όλοι θέλουν την αλλαγή, αλλά κανένας δεν θέλει να αλλάξει;;

Κι ύστερα είναι και το τερατώδες ερώτημα του τι θα γίνει έτσι και πετύχει τ’όραμα. Που σκατά στα μούτρα μας δηλαδή και να με συμπαθάς για τη γλώσσα μου, μα η ιστορία μας έχει δείξει πως «Η επανάσταση μονάχα έχει ουσία όσο κράτα μέχρι να γίνει εξουσία». Το ίδιο κι οι ανθρώπινες σχέσεις.  Γιατί κανένας δε μας είπε πως το παιχνίδι πραγματικά ξεκινάει να παίζεται μετά την πρώτη νίκη. Κι εκεί είναι που πρέπει να ιδρώσεις τη φανέλα!  Ως εκεί είναι εύκολα.  Μετά πως κάνεις πράξη όσα έλεγες;  Πως στηρίζεις όσα έταξες;  Πως δε τα παρατάς στη πρώτη δυσκολία, στη πρώτη ξενέρα, στη πρώτη αναποδιά;  Η απάντηση κι εδώ είναι απλή μιας που είναι μία.  Στα μεταξύ μας, τα παρατάς με πολύ μεγάλη ευκολία γιατί δεν αντέχεις.  Δε μπορείς να διαχειριστείς το να έχεις δίπλα σου κάποιον να σε νοιάζεται και να προσπαθεί για σένα.  Στην πολιτική γίνεσαι χειρότερος από αυτόν που ήρθες να γκρεμίσεις.  Κι έτσι πάει το πράγμα.  Κι ο χρόνος κυλάει  και δεν επιστρέφεται.  Και μηχανικά συνεχίζεται το ίδιο τροπάριο που ανέφερα πιο πάνω. Οι άνθρωποι  ζουν, αναπνέουν, μιλάνε, τρώνε, πηδιούνται, χέζουν και κοιμούνται γιατί μόνο αυτό μπορούν να σηκώσουν τελικά.  Κι αποδέχονται το συναισθηματικό τέλμα στο οποίο μόνοι τους έχουν βάλει τους εαυτούς τους . Και συνεχίζουν να ψηφίζουν τους  ίδιους και τους ίδιους γιατί στην πραγματικότητα όλοι ίδιοι είναι.  Και κανείς δεν μπορεί να καταλάβει όσο είναι ακόμα καιρός πως από ένα σημείο κι έπειτα δεν είναι άλλος ένας χωρισμός! Δεν είναι μια προδομένη πολιτική ιδεολογία! Είναι ένα κομμάτι πίστης στο ανθρώπινο είδος, χαμένο!   Είναι ένα ακόμα βαθύτερο πλήγμα στη όποια ελπίδα για κοινωνική αναδιάρθρωση!

Για να στεριώσει η Αριστερά κυρ Σαλονικιέ μου, θα ‘πρεπε τούτος ο κόσμος να ήταν μαθημένος στο να κάνει το καλό κι αυτό δεν ισχύει.  Να αγαπάει ρε με την καρδιά!  Εκείνη που λέγαμε πριν πως είναι σ’όλους μας από τα αριστερά;  Γιατί όταν αγαπάει με τη καρδιά, γράφει στ’αχαμνά του και φόβους και πληγές κι ορμάει μπροστά χωρίς να υπολογίζει τίποτα! Σταματάει να είναι ο χέστης που κρύβεται στο διαμερισματάκι του μετά το γραφείο και ζει.  Δεν είναι λίγος πια!  Ούτε για τον εαυτό του, ούτε για τους γύρω του.  Και ρισκάρει.  Και ζει.  Κι ορθώνει ανάστημα.  Κι ελπίζει. Κι εκτιμάει. Και σέβεται.  Κι ονειρεύεται. Και πολεμάει. Και κάνει το καλό.  Κι αφήνεται και να αγαπήσει και να αγαπηθεί.  Αφήνεται σ’αυτόν τον υπέροχο τρόμο της Αγάπης.

Μα τι θέλω και τα λέω;  Εσύ καταλαβαίνεις τι σου λέω μα όλοι οι υπόλοιποι δε πιάνουν λέξη.  Βλέπεις υπάρχουμε και μερικοί που αφήνουμε ακόμα το κλειδί κάτω από το γεράνι μα ετούτη εδώ η εποχή δεν νομίζω πως είναι για γλάστρες στα μπαλκόνια μας πια.

Και κάπως έτσι νεκρώνουμε κι οι υπόλοιποι που το χουμε στο αίμα μας το να ρισκάρουμε, να τρώμε τα μούτρα μας και να δινόμαστε σε σχέσεις, σε ανθρώπους, σε φιλίες, σε ιδεολογίες.  Και μη φωνάξεις πως έτσι γινόμαστε ένα με το «Τέρας»!  Οι αντοχές δεν είναι ανεξάντλητες  κυρ-Σαλονικιέ!  Κι εμένα οι συμπεριφορές με έχουν κάνει να απορώ πια.  Δε χρωστάει καλό κανείς σε κανένα σου λέω!  Κι αυτό το κατάλαβα πριν από λίγο καιρό.   Σ’ότι πίστεψα πολιτικά και κατέρρευσε μόλις του έδωσα βοήθεια για να εδραιωθεί.  Στα «είπα – ξείπα» της πρώτης «κοκκινίζουσας», κυβερνητικής προσπάθειας που με το που ανέλαβε την εξουσία, απεδείχθη τρισχειρότερη από όλους όσους πάλευε να ρίξει τόσα χρόνια. Στον τελευταίο άνθρωπο που ένιωσα και νοιάστηκα και φέρθηκα σωστά ο οποίος έφυγε όπως ήρθε κι όπως ήθελε.  Απότομα.  Και δε με σόκαρε το φευγιό κι ούτε κράτησα κακία ή έβγαλα οργή και θυμό.  Αυτό που με πίκρανε είναι το ότι είχε την ευκαιρία να με βοηθήσει σε κάτι που σήμαινε πολλά για μενα και δε το έκανε ενώ του είχα φερθεί με τον καλύτερο τρόπο.  Λες και θα στοίχιζε ένα «Στελλιώ έγινε ότι έγινε.Δε σου στέλνω για μας, μα να ξέρεις πως αν ακόμα το θες, η δουλειά στο μαγαζί είναι μιλημένη»

Γι’αυτό σου λέω, τίποτα δε μένει το ίδιο εκτός από την ασχήμια και τη δειλία μας.   Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που φωτογραφίζω. Α ναι, δε στο πα αυτό. Φωτογραφίζω που και που.  Κυρίως εκείνους που αγαπάω.  Πρόσεξε!  Εκείνους που αγαπάω εγώ!Θέλω βλέπεις να τους κρατήσω «αιώνια» όπως τους βλέπω.  Όμορφους! Θεριά ανήμερα! Ο καθένας τους με δυο μέτρα μπόι ψυχής βαθιάς!  Έτσι ώστε όταν λιγοψυχάνε,  όταν ασχημαίνουν, ακόμα κι αν έχουν χαθεί απ’τη ζωή μου, να κοιτάνε τη φωτογραφία που τους τράβηξα και προσπαθούν να ξαναγίνουν εκείνα τα Θεριά!  Τα Θεριά τα δικά μου!  Κι εκείνον τον τράβηξα.  Τον «πάγωσα» στον χρόνο, όμορφο, ειλικρινή κι αγέρωχο!  Όπως τον έχω μέσα μου κι όπως θα τον κρατήσω.  Κι ας μ’άδειασε σαν άνθρωπο.  Δε το πε κι ο Λουντέμης μωρέ;  «Αγαπάω σημαίνει εγώ αγαπάω… το τι κάνει ο άλλος είναι δική του δουλειά» κι εγώ δεν έχω μάθει να αγαπάω ούτε στα λόγια, ούτε για ένα μήνα.

Όμως αλλού το πήγα και σε κούρασα.Σημασία έχει πως άκρη δε βρίσκεται.  Για να βγει τ’όνειρο αληθινό, θέλει κότσια, κι όρεξη, και θάρρος, και καρδιά ανοιχτή.  Κι αυτά είναι είδη ουσιώδη εν ανεπαρκεία.   Ο Έρωτας κι η Αγάπη είναι σαν την Αριστερά.  Όσοι πραγματικά πιστεύαμε πως υπάρχει και πως μπορεί να εφαρμοστεί θα καταλήγαμε με το κεφάλι μας κρεμασμένο από κάποιο φανοστάτη ή μισότρελοι ή αυτοεξόριστοι και ερημίτες μακρυά από δεικτικούς κι επικριτικούς φίλους σα τον Μπουνιουέλ και τον Νταλί.

Γι’αυτό σου λέω κυρ-Χρόνη, εμείς δε θα κερδίζαμε πότε……

Φορολογικός έλεγχος…

empty_by_djoe

 

Κάθε φορά που βουτάω τα χέρια στις τσέπες και βρίσκω αποδείξεις, φοβάμαι.

Φοβάμαι μήπως κι η απόδειξη είναι παλιά.  Μήπως έχει ημερομηνία από τότε που ήμασταν μαζί.  Και δε φοβάμαι μήπως και θυμηθώ τι μέρα ήταν ή τι σου είχα μαγειρέψει ή πως φορές είχαμε πηδηχτεί εκείνο το βράδυ.

Αυτά τα θυμάμαι έτσι κι αλλιώς.  Όχι γιατί ήταν μ’εσένα, αλλά γιατί έτσι κάνω.

Με όλους.

Γενικά.

Δε ξεχνάω.

Θυμάμαι τα πάντα.  Κι ίσως γι’αυτό να μη συγχωρώ πραγματικά κατά βάθος.

Πρώτα από όλους, εμένα.

Τώρα που το σκέφτομαι για λίγο, μπορεί και να συγχωρώ.  Ουφ! Δε ξέρω και δε με νοιάζει.  Και δεν είναι και αυτό το θέμα μου δηλαδή.

Έτσι κι αλλιώς, αργά ή γρήγορα, ο οργανισμός μου αποβάλλει.

Ναι, ναι αποβάλλει.

Μυρωδιές.

Υφές δέρματος.

Ανατριχίλες αγγιγμάτων.

Γεύσεις φιλιών.

Αυτά δε τα αναγνωρίζει από ένα σημείο και μετά.

Κρατάει μια πλήρη και λεπτομερή καταγραφή γεγονότων αλλά δεν έχει αίσθηση πια.

Τα υπόλοιπα απλά τα ξερνάει.

 

Άρα δε φοβάμαι να θυμηθώ εσένα γιατί είπαμε πως έτσι κι αλλιώς δε ξεχνάω.

Άλλο φοβάμαι.

Φοβάμαι εμένα.

Φοβάμαι μήπως θυμηθώ ποια ήμουν γιατί δεν είμαι πια εκείνη.

Εύθραυστη.  Ευάλωτη.  1,60 δόλωμα, βορρά για τα θηρία.

Μη γελαστείς!  Ακόμα με θηρία παίζω μα κοιτάω να έχουν τα νύχια και τα δόντια τους φανερά.  Να το περιμένω το δάγκωμα, κατάλαβες;

Όχι πια άλλες ψευδαισθήσεις τρυφεράδας.  Όχι άλλες αυταπάτες συναισθήματος.  Αυτές τις εξάντλησα μαζί σου.

Για ένα πράγμα σ’ευχαριστώ πάντως.  Που μ’έμαθες να εκτιμάω εκείνον που με κοιτάει στα μάτια και μου λέει στα μούτρα πως το μόνο θέλει από εμένα, είναι το να χωθεί ανάμεσα στα πόδια μου.

Οι αγάπες βλέπεις κοστίζουν ακριβά και δεν επιστρέφονται μιας και δεν έχουν αποδείξεις.

Όχι όπως οι κάβλες.

Ειλικρινείς λοιπόν οι δεύτερες σε αντίθεση με τις πρώτες.

Οι δεύτερες έχουν αποδείξεις.

Σαν κι εκείνες που φοβάμαι μη βρω ξεχασμένες στις τσέπες μου και μου θυμίσουν ποια ήμουν, όταν ήμουν μαζί σου….